FreeCinema

Follow us

ΚΑΠΟΝΕ (2020)

(CAPONE)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζος Τρανκ
  • ΚΑΣΤ: Τομ Χάρντι, Λίντα Καρντελίνι, Ματ Ντίλον, Νόελ Φίσερ, Κάιλ ΜακΛάχλαν, Τζακ Λόουντεν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Μετά την πολύχρονη παραμονή του στη φυλακή, ο Αλ Καπόνε αποσύρεται στη μεγαλοπρεπή έπαυλή του στη Φλόριδα, καταπονημένος από τη νευροσύφιλη. Εκεί, λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος, θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν και τους προσωπικούς του δαίμονες.

Υπάρχουν καλές και κακές ιδέες, ιστορίες που μοιάζουν προορισμένες για το μεγάλο πανί και άλλες που αρκούνται στην αρχική τους μορφή, συνήθως αυτή ενός βιβλίου. Και μετά υπάρχουν κι εκείνες που δεν αφορούν κανέναν, είναι ιστορίες καμωμένες από «αντι-κινηματογραφική» ύλη, πράγμα που σημαίνει πως είναι καλές για να ενισχύσεις την επιχειρηματολογία σου πάνω σε κάποιο θέμα («Φοβερός ηθοποιός ο Τομ Χάρντι, αλλά, ρε φίλε, θυμάσαι τότε που έπαιξε τον Καπόνε; Γιατί το παλικάρι;») ή για να κάνεις τη διήγησή σου πιο γλαφυρή («Έχω υπάρξει τρελός στη ζωή μου, αλλά ποτέ όσο ο Τομ Χάρντι ως Καπόνε, φορώντας πάνα, κρατώντας ένα χρυσό Tommy Gun κι έχοντας χωμένο ένα καρότο στο στόμα»). Ναι, το «Καπόνε» είναι μία από αυτές τις ιστορίες.

Έχοντας περάσει δέκα χρόνια στη φυλακή μετά τη σύλληψή του για φοροδιαφυγή(!), ο περιβόητος λαθρέμπορος και gangster Αλ Καπόνε (Χάρντι) αποφυλακίζεται άρρωστος και χρεοκοπημένος, δίχως να αποτελεί πια (θεωρητικά) απειλή για την κοινωνία. Χτυπημένος από τις βαριές επιπλοκές της νευροσύφιλης, όντας πια ένα περιφερόμενο κουφάρι, ο «Φόνζο» (όπως τον αποκαλούν οι δικοί του άνθρωποι) αποσύρεται στην έπαυλή του στη Φλόριδα, ένα kitsch ησυχαστήριο, έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του, Μέι (Καρντελίνι), τον γιο του, Τζούνιορ (Φίσερ), καθώς και ορδές από μπράβους και λοιπούς συγγενείς τού σογιού. Με την αρρώστια να του κατατρώει το μυαλό, ο Αλ βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια, ανήμπορος πλέον να ξεχωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα και τις μνήμες του «ένδοξου» παρελθόντος από τη μίζερη καθημερινότητα που τον θέλει καθηλωμένο σε καρέκλες και κρεβάτια. Και ενώ οι πράκτορες συνεχίζουν να τον παρακολουθούν (ή έτσι τουλάχιστον νομίζει), ο χρόνος έχει ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα για το τέλος της αυτοκρατορίας του μεγάλου αφεντικού του υποκόσμου του Σικάγου.

Θα παραδεχτώ πως, αν μη τι άλλο, το υλικό που ο Τζος Τρανκ αποπειράται να χρησιμοποιήσει ως μπούσουλα της ιστορίας (ο ίδιος έχει γράψει και το σενάριο) θα μπορούσε να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι επικεντρώνεται στην εποχή μετά το πέρας της δόξας του Καπόνε, τότε που δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από εκείνον, πέρα από τη φήμη και καμία δεκαριά κρυμμένα εκατομμύρια δολάρια (τα οποία δεν βρήκε ποτέ κανείς). Βέβαια, αυτό ακριβώς που θα αποτελούσε το καλύτερο, δυνατό «χαρτί» της ταινίας είναι ουσιαστικά και αυτό ακριβώς που την «καίει», μιας που σε εκτέλεση δεν έχεις δει τίποτα πιο αψυχολόγητο και γκροτέσκο συνάμα εδώ και κάμποσον καιρό. Δεν ξέρω τι ακριβώς μπορεί να περίμενε κανείς από τον hit or miss δημιουργό του «Χρονικού» (2012) και του «Fantastic Four» (2015), εδώ όμως το μόνο που καταφέρνει είναι να σκηνοθετήσει (αφού πρώτα το γράψει) το φαιδρό πορτρέτο μιας προσωπικότητας που έχει αποδειχτεί (κατά το παρελθόν) πως προσφέρεται για μια πρώτης τάξεως ανάγνωση. Το φιλμ κάπως θα μπορούσε να σωθεί, αν υπήρχε από πίσω μία στοιχειώδης τεχνική παιδεία, όμως ακόμη και αυτή είναι ολοκληρωτικά απούσα, επιβεβαιώνοντας απλά την κούφια φιλοδοξία του δημιουργού του, που μοιάζει να έχει ρίξει όλο το βάρος στο – αυταπόδεικτο κατά τα άλλα – ταλέντο του πρωταγωνιστή του. Τι να πρωτοσώσει, όμως, κι αυτός ο δόλιος ο Χάρντι;

Σεναριακά και σκηνοθετικά, η ταινία είναι για τα πανηγύρια. Ο Τρανκ μοιάζει να μην έχει ιδέα από γράψιμο, τα δε λάθη στη συνοχή της υπόθεσης είναι τόσο εξόφθαλμα που αναρωτιέσαι πως στο καλό τούτο το φιλμ πήρε το πράσινο φως για παραγωγή, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως από τις κάμποσες εταιρείες παραγωγής που εμπλέκονται εδώ δεν αναγνωρίζεις ούτε μισή (κάτι λέει αυτό). Πάνω στην προσπάθειά του να καταστήσει τούτο εδώ το γκανγκστερικό δράμα (κλάμα) κάπως πιο σκοτεινό και σκεπτόμενο, κάτι σαν το μοιραίο κύκνειο άσμα ενός ξεπεσμένου μαφιόζου, ο Τρανκ «ντύνει» το φιλμ με σεκάνς μεταφυσικής τρέλας, ξεπατικώνοντας σχεδόν όλη την αντίστοιχη από τη… «Λάμψη» του Κιούμπρικ με την αίθουσα χορού και τη σκηνή στην τουαλέτα κομπλέ, επιχειρώντας να παρομοιάσει την έπαυλη του Καπόνε με ένα τελευταίο – στοιχειωμένο από τις πράξεις του – οχυρό, ένα άτυπο, επίγειο Καθαρτήριο, λίγο πριν τον «μεγάλο ύπνο». Αντ’ αυτού, ο μεγάλος ύπνος έρχεται γρήγορα για τον θεατή, ο οποίος καλείται να δώσει εξηγήσεις για τα παιδάκια με τα χρυσά μπαλόνια, τον Λούι Άρμστρονγκ να τραγουδά το «Blueberry Hill», το λιοντάρι από τον «Μάγο του Οζ» και έναν μπάσταρδο γιο που δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην εξέλιξη της πλοκής. Τα μαντάτα δεν είναι καλά ούτε και για εσένα που εναποθέτεις τις τελευταίες σου ελπίδες στον Τομ Χάρντι, εκτός κι αν το στυλ «χεσμένος, απέθαντος, με φωνή Σωτηρίας Μπέλλου» είναι το φετίχ σου. Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ; Ω, θα καταλάβεις!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η αντικειμενικότητά μου με αναγκάζει να σου πω ότι αυτή εδώ η ταινία αποτελεί αφορμή για… μεγάλους ύπνους στα θερινά! Μπορεί να φαίνεται πως ο Τομ Χάρντι ως Καπόνε αποτελεί την πρώτη απάντηση στην ερώτηση «Τι έχει για να δούμε σήμερα;», αλλά πίστεψέ με όταν σου λέω πως θα αποχωρήσεις από το σινεμά με ένα τεράστιο «Τι έγινε, ρε παιδιά;» να πλανάται πάνω από το κεφάλι σου (και ίσως πριν καν φτάσει το φιλμ στο φινάλε του…). Μίλησα.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.