ΟΔΟΣ ΜΑΛΑΓΑ (2026)
(CALLE MÁLAGA)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μαριάμ Τουζανί
- ΚΑΣΤ: Κάρμεν Μάουρα, Μάρτα Ετούρα, Αχμέντ Μπουλάν, Μαρία Αλφόνσα Ρόσο, Μιγκέλ Γκαρθές, Λα Ιμέν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: DANAOS FILMS
Ηλικιωμένη Ισπανίδα, γέννημα θρέμμα της Ταγγέρης, δέχεται επίσκεψη της κόρης της από τη Μαδρίτη, η οποία της ανακοινώνει την ειλημμένη της απόφαση να πουλήσει το πατρικό τους σπίτι. Δίχως να έχει άλλη επιλογή, συμφωνεί αναγκαστικά μαζί της, όμως, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα του γηροκομείου, αποφασίζει να επιστρέψει στο σπίτι της οδού Μάλαγα. Μια νέα, «κρυφή» ζωή ανοίγεται μπροστά της.
Το δέσιμο με τις ρίζες και η διατήρηση της αξιοπρέπειας στην τρίτη ηλικία είναι οι βασικές παράμετροι του «Οδός Μάλαγα». Αντλώντας έμπνευση από την ισπανόφωνη γιαγιά της, η Μαροκινή Μαριάμ Τουζανί κάνει στροφή από το πένθιμο ομοφυλοφιλικό δράμα του «Μπλε Καφτάνι» (2023) προς ένα φωτεινό, όσο και ανάλαφρο εγχείρημα, το οποίο επιχειρεί να μιλήσει με γλυκύτητα για τις χαρές της ζωής στα γηρατειά. Τολμηρό σε κάποια σημεία του και «εύκολο» σε κάποια άλλα, καταθέτει μια έντονη crowd-pleasing διάθεση μεσογειακής ραστώνης, που η σεναριακή του αφετηρία ουδόλως προμηνύει.
Το ξεκίνημα προετοιμάζει για κάτι που (θα) μοιάζει με σύγκρουση μάνας και κόρης, καθώς η δεύτερη, επικαλούμενη το επικείμενο διαζύγιό της και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην Ισπανία, ανακοινώνει στην πρώτη πως βγάζει το σπίτι της στο σφυρί (έχει κάθε δικαίωμα, καθώς ο μακαρίτης πατέρας της το είχε γράψει στο όνομά της). Ο δρόμοι που έχει πια η ογδοντάχρονη Μαρία Ανχέλες να επιλέξει είναι είτε της εγκατάστασης στη Μαδρίτη πλάι στην κόρη της, είτε του εγκλεισμού στο τοπικό γηροκομείο. Επιλέγει το δεύτερο, μιας και είναι εμφανώς πικραμένη από τη στάση της Κλάρα, εν τούτοις, ο απώτερος στόχος της δεν είναι άλλος από την επιστροφή στο μοναδικό μέρος που όλες αυτές τις (πολλές) δεκαετίες της ζωής της έμαθε να αποκαλεί «σπίτι». Κι ας έχει αδειάσει από έπιπλα και σκεύη, καθώς το μεσιτικό γραφείο έχει ήδη πιάσει δουλειά, καλώντας πιθανούς αγοραστές. Η φιλική σχέση που αναπτύσσει σταδιακά με τον παλαιοπώλη ο οποίος έχει αποκτήσει (πια) τα πράγματά της, δείχνει να είναι μια καλή, «καινούργια» αρχή.
Οι σκηνές από την καθημερινότητα της Μαρία (τα ψώνια στην πολύβουη αγορά, οι εξομολογήσεις στη σιωπηλή καλόγρια φίλη της) διαθέτουν μία αβίαστη αυθεντικότητα και, συνεπικουρούμενες από την ηλιόλουστη φωτογραφία, αναδεικνύουν την Ταγγέρη ως έναν ιδανικό τόπο αναμνήσεων. Η ερωτική πλοκή που εισέρχεται στο σενάριο πλησιάζει με τρόπο ακομπλεξάριστο τη σεξουαλική ικανοποίηση στην τρίτη ηλικία (αν και όχι με τη διάθεση ενός «Καλή Τύχη Λίο Γκράντε»), ενώ ο σεβασμός που η γηραιά Ισπανίδα απολαμβάνει από το σύνολο των ντόπιων της γειτονιάς της, τονίζει τις βαθιές ρίζες που έχει καλλιεργήσει η επί σειρά δεκαετιών διαμονή της εκεί.
Ρίχνοντας το βάρος στην αισιόδοξη, νέα πνοή που έχει αποκτήσει η ζωή της Μαρία, το σενάριο υποβαθμίζει τη σύγκρουση με την κόρη της, καθώς η δεύτερη παραμένει (κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του φιλμ) απούσα από την πλοκή. Δίχως να έχει την ευκαιρία ν’ αρθρώσει λόγο και να πείσει για την σοβαρότητα των οικονομικών προβλημάτων της (ή του διαζυγίου της), μένει στη συνείδηση του θεατή ως μία αχάριστη που κοιτάζει μονάχα την πάρτη της, αδυνατώντας ν’ αντιληφθεί το μέγεθος της θλίψης που η απόφασή της επιφέρει στη μάνα της. Σε μια τέτοια περίπτωση, βέβαια, η ταινία πιθανότατα θα κατέληγε να κινείται σε μπεργκμανικά σοκάκια και όχι στους feelgood δρόμους που η Τουζανί απλόχερα προσφέρει. Οι σεναριακές παραχωρήσεις που γίνονται, ώστε ν’ αναδειχθεί η θετική στάση του καταστασιακού, μοιάζουν από τη μία υπερβολικά εύκολες (η όλη φάση με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, η εξαγορά των επίπλων), αλλά από την άλλη μάλλον συγχωρούνται καθότι… εδώ είναι Ταγγέρη, ο ήλιος λάμπει και η ζωή είναι ωραία. Κρίμα που η υπέρμετρη ζωτικότητα δεν επιστεγάζεται με ολοκλήρωση της ιστορίας, η οποία μένει στο φινάλε της ξεκρέμαστη, ακολουθώντας πιστά τη μόδα των σύγχρονων art-house δραμάτων.
