ΒΟΥΓΟΝΙΑ (2025)
(BUGONIA)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Θρίλερ Φαντασίας
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Λάνθιμος
- ΚΑΣΤ: Έμμα Στόουν, Τζέσι Πλέμονς, Έινταν Ντέλμπις
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
CEO μεγάλης αμερικανικής εταιρείας πέφτει θύμα απαγωγής από δύο weirdos που πιστεύουν πως είναι εξωγήινη και βρίσκεται στη Γη με σκοπό να εξολοθρεύσει το ανθρώπινο είδος.
Εάν είχες δει στο παρελθόν το «Jigureul Jikyeora!» (2003) του Τζανγκ Τζουν-Χουαν, είναι λίγο δύσκολο να παραγνωρίσεις την ύπαρξη του. Γνωστότερη στο δυτικό κοινό ως «Save the Green Planet!», αυτή η κορεάτικη και original εκκεντρικότητα έμοιαζε με «απάντηση» στο director’s cut της «Αβύσσου» (1989) του Τζέιμς Κάμερον, λες και είχε σκηνοθετηθεί από τον Τέρι Γκίλιαμ, με ακραίο twist δράσης serial killer (στα βίαια πρότυπα του crime genre όπως μας το δίδαξε η Νότια Κορέα)! Ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει σαν να μη θέλει να παραδεχτεί πως η «Βουγονία» του πρόκειται για remake εκείνου του φιλμ, αφαιρώντας όχι μονάχα το σατιρικά (σε βαθμό μακαβριότητας ενίοτε) χιουμοριστικό ύφος του, αλλά και πολύτιμα για την αφήγηση στοιχεία της πλοκής του. Δεν κατάλαβα γιατί. Και (ταυτόχρονα) η μνήμη μου δεν μου επέτρεψε να απολαύσω το έργο όπως θα έπρεπε (;).
Ο Γουίλ Τρέισι (σεναριογράφος του θαυμάσιου «Μενού») αποφάσισε να εκσυγχρονίσει το πρωτότυπο φιλμ με σκεπτικό προβληματισμών των καιρών μας, μπλέκοντας τις σύγχρονες αγωνίες της ανθρωπότητας (για το πόσο ακόμη θα μας αντέξει αυτός ο πλανήτης) με διανοουμενίστικους διαλόγους και voice-over που σφύζουν από ακτιβιστική αντίληψη, γαμώντας την ψυχολογία σου. Όλα πασπαλισμένα με επικαιροποιημένο «diversity» σαρδόνιας κακίας και μηδενισμού, που αν και καλοδεχούμενη (από εμένα, έστω), εδώ καταλήγει κάπως… pointless, διότι ο Λάνθιμος (μάλλον) δεν αισθάνεται πως κάνει κάτι πραγματικά δικό του.
Στην απόπειρά του να «ευνουχίσει» ένα μεγάλο μέρος του φιλμ του 2003 και να μετατρέψει τη «Βουγονία» σε κάτι πιο «δικό του» δημιουργικά, μειώνει τον αριθμό (και την ανάπτυξη εσωτερικότητας) των χαρακτήρων του original, πληγώνοντας αισθητά τη δραματουργία του έργου, το οποίο βυθίζεται σε μία στιλιστική μανιέρα wide και ultra-wide κάδρων, εγκαταλείποντας το focus στο ανθρώπινο στοιχείο. Η τραγικωμωδία της κορεάτικης ταινίας αντικαθίσταται από κοινωνιολογικές οπτικές που αυτο-εγκλωβίζονται σε λόγια θεωρίας, αφήνοντας μια αίσθηση «άνοιωθου» να περιφέρεται δίχως στόχους. Έως και το «μυστικό» της δράσης του κεντρικού ήρωα μοιάζει με μία «παρένθεση» που προστέθηκε χωρίς διάθεση εμβάθυνσης ψυχαναλυτικά.
Μεγάλοι κερδισμένοι της ταινίας, η Έμμα Στόουν είναι εδώ ίσως καλύτερη από ποτέ ερμηνευτικά σε δουλειά του Λάνθιμου, ισορροπώντας εξαιρετικά μεταξύ του θύματος παρεξήγησης και του «αλλόκοσμου» πλάσματος που κρύβει την πραγματική του ταυτότητα, ενώ ο Τζέρσκιν Φέντριξ απογειώνει με βίαιους τόνους το ορχηστρικό του score που μοιάζει με φουτουριστική μετάλλαξη συνθέσεων του Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
Η υποπλοκή της μητέρας του ήρωα είναι μάλλον κουτσουρεμένη και η δραματική της εξέλιξη ξεπετάγεται βεβιασμένα λίγο πριν το τέλος του φιλμ, ανίκανη να δικαιολογήσει πλήρως τα δρώμενα, ενώ το απόλυτο φινάλε είναι ένα μικρό αριστούργημα – συρραφή από «ζωντανές» εικόνες που στήθηκαν ώστε να φωτογραφηθούν για ένα φανταστικό editorial με θέμα το μνημόσυνο της ανθρωπότητας, συνοδευόμενο σατανικά ευφυώς από το «Where Have All the Flowers Gone» με τη φωνή της Μαρλένε Ντίτριχ. Είναι η στιγμή που ο Λάνθιμος λάμπει ως παρουσία και δεν μοιάζει να είναι… περαστικός από το σύμπαν της «Βουγονίας».
