ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΦΛΕΒΑ (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιάννης Οικονομίδης
- ΚΑΣΤ: Βασίλης Μπισμπίκης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέττυ Αρβανίτη, Στάθης Σταμουλακάτος, Σοφία Κουνιά, Γιάννης Νιάρρος, Γιάννης Αναστασάκης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Κλέλια Ρένεση, Αναστασία Χατζηαθανασίου, Δημήτρης Καπετανάκος, Μαρία Καλλιμάνη
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 127'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Ο Θωμάς Αλεξόπουλος έχει πνιγεί στα χρέη. Σε λίγες μέρες, ένας τοκογλύφος τον πετάει έξω από το σπίτι του. Το σπίτι της οικογένειάς του. Κάθε επόμενο 24ωρο σφίγγει σαν θηλειά στον λαιμό του. Μέχρι που μπορεί να φτάσει γι’ αυτά τα τρακόσια χιλιάρικα και κάτι;
«Σώσαμε το σπίτι μας». Ήταν η ατάκα που κυριάρχησε και θα θυμάμαι περισσότερο από εκείνο το συνέδριο (διάλυσης) του ΣΥΡΙΖΑ. Στο «μπουζουξίδικο», τον Νοέμβριο του 2024. Η ανελέητη ειρωνεία αυτής της ατάκας έρχεται και δένει απόλυτα με τη «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη. Στο φινάλε της. Με αυτή την ατάκα στο μυαλό βγήκα από την αίθουσα μετά την πρώτη θέαση του φιλμ. Σωτηρία και καταστροφή μαζί. Κάθε φορά που σώζεις κάτι στην Ελλάδα, της φοράς και μια ταφόπλακα από πάνω!
Ο Οικονομίδης είναι ίσως ο μοναδικός σκηνοθέτης που παραμένει συνεπής και πιο αυθεντικός στο να υπηρετεί το είδος του κοινωνικού σινεμά σε τούτη τη χώρα, μ’ ένα πολιτικό υπόβαθρο από κάτω, ειλικρινά σαρκαστικό, βίαιο και σαρωτικό. Χωρίς να κατονομάζει κόμματα ή (δήθεν) ιδεολογίες, στο πρόσωπο του Θωμά Αλεξόπουλου, έμπορα ειδών υγιεινής (πόσο αστεία και αυτή η παρομοίωση μέσω του επαγγέλματος του ήρωα), μας υπενθυμίζει πόσο βαθιά μέσα στα σκατά βρίσκεται αυτό το εθνικό σύμπτωμα του μέσου Έλληνα. Εκείνου που (τελικά) υποφέρει, αλλά φέρει την πλήρη ευθύνη της κατάστασής του… ως ψηφοφόρος (ή και ως «απολιτίκ», άτομο υπεράνω που δεν θα καταδεχτεί ποτέ να φτάσει μέχρι μια κάλπη)!
Δεν θυμάμαι ξανά στο σινεμά του Οικονομίδη έναν κεντρικό ήρωα πιο… απεχθή και μη συμπαθή! Ο Θωμάς του, αν και βουτηγμένος στα χρέη, στοιχείο ταύτισης για ένα τεράστιο ποσοστό των πολιτών αυτής της χώρας σήμερα, δεν σου επιτρέπει πραγματικά να νιώσεις το δράμα του, καθώς μιλάμε για έναν κωλοχαρακτήρα που ακόμη και στην ανάσα που βγαίνει από το στόμα του ενδέχεται να εμπεριέχεται το ψέμα. Για να βγει από την κάθε δύσκολη θέση, θα χρησιμοποιήσει τους συνανθρώπους του και θα σκαρφιστεί ακόμη και mélo σενάρια, δίχως ίχνος αιδούς. Θα απατήσει τη σύζυγό του (πολλάκις και στο παρελθόν, όπως αντιλαμβανόμαστε σταδιακά), θα βάλει τη μικρή του κόρη να υπογράψει μαζί του τα χαρτιά του τοκογλύφου για το σπίτι, θα φάει λεφτά απ’ τα παιδιά του, θα ζητήσει δανεικά από εργολάβο το βδομαδιάτικο των εργατών του και θα παρασύρει το οικονομικά κατεστραμμένο ζευγάρι των καντινιέρηδων βιοπαλαιστών που ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο απέναντι από το μαγαζί του σε πράξη παρανομίας με «άλλοθι» το ξελάσπωμα αμφότερων.
Από ήρωας για λύπηση, ο Θωμάς του Βασίλη Μπισμπίκη γίνεται ο φίλος που θέλεις να ξεχάσεις πως έκανες στη ζωή σου (και στα πρώτα λεπτά της ταινίας). Θα γελάσεις μαζί του, θα τον μπινελικώσεις, θα θες να τον φτύσεις, θα τον απαξιώσεις… μέχρι τέλους (;). Ο Οικονομίδης επιφυλάσσει το μοιραίο σαν τραγική ειρωνεία, που σχεδόν επικαλείται την Τέχνη του αρχαίου δράματος, μαρτυρώντας τις ρίζες του σεναρίου σ’ αυτή την ελληνική παράδοση. Το ουσιαστικό φινάλε της ταινίας είναι σοκαριστικά απογειωτικό και θα μείνει στη μνήμη ως σεκάνς ανθολογίας του ελληνικού κινηματογράφου. Χωρίς να είναι η μοναδική, συμπληρώνοντας (έστω) και εκείνη της λεκτικής επίθεσης της συζύγου Μαρίας Κεχαγιόγλου στο σαλόνι της οικογένειας των Αλεξόπουλων, ένα ερμηνευτικό tour de force της ηθοποιού, απέναντι στην πλέον σωστή (υποκριτικά) στάση του Μπισμπίκη στο έργο: βουβού, με κατεβασμένο το κεφάλι. Μία στιγμή ολοκληρωτικής ατίμωσης του ήρωα (χειρότερης κι από το κατούρημα του τοκογλύφου Γιάννη Αναστασάκη στον πτωχευμένο «ναό» των ειδών υγιεινής), η οποία αφαιρεί από τον χαρακτήρα κάθε ίχνος αξιοπρέπειας ή (και) ανδρισμού.
Αλλά ο Οικονομίδης αρέσκεται και στους… επιλόγους (με ή χωρίς εισαγωγικά). Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από το παρελθόν της φιλμογραφίας του, η τελευταία σεκάνς από τον «Μαχαιροβγάλτη» (2010), ένα «τα ‘θελες και τα ‘παθες» του ανθρώπινου βίου που δεν ξεφεύγει από την επαναλαμβανόμενη δράση της τραγικωμωδίας του. Εδώ, χρησιμοποιώντας κανόνες που έθεσε στο σινεμά το χιτσκοκικό σασπένς, «παίζει» με την υπομονή του θεατή ο οποίος γνωρίζει τι έχει συμβεί δραματουργικά, σε αντίθεση με τους ήρωες του φιλμ που (σε εντελώς ανέμελη φάση) θεωρούν πως έχει επέλθει η «κάθαρση». Η διάρκεια αυτού του επιλόγου θεωρώ πως ξεφεύγει από τα όρια του επιτρεπτού χρονικά και αφηγηματικά στη «Σπασμένη Φλέβα» είναι ίσως η πιο βασική «τρικλοποδιά» που βάζει ο Οικονομίδης στον εαυτό του.
Για το καστ και τις ερμηνείες (με τις γυναίκες ειδικά να τα σπάνε), το φιλμ επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά το ταλέντο του Οικονομίδη να διαχειρίζεται δημιουργικά τους ηθοποιούς του (επαγγελματίες και μη), όσο και την ωρίμανσή του σε αυτόν τον τομέα, ξεφεύγοντας από την (παλαιότερη) «παγίδα» της έμπνευσης φιγουρών που ταυτίζονταν ιδανικά με το συνολικό physique του εκάστοτε ερμηνευτή. Ακόμη και ο πιο μικρός ρόλος εδώ βγάζει αλήθεια, πίκρα, οργή και ευθραυστότητα. Αλλά… Η δεύτερη παρατήρηση διαφωνίας μου στη «Σπασμένη Φλέβα» εντοπίζεται στην περίπτωση του Μπισμπίκη και στην τονικότητα που υιοθετεί, σχεδόν κόντρα στο καταστασιακό (της απόλυτης ψυχολογικής πίεσης) του έργου. Ενώ ο ηθοποιός κατέχει το βάρος του να οδηγεί την πλοκή και τον ρυθμό της ταινίας, εμφανίζεται αρκετά «επίπεδος», συναισθηματικά ηττημένος, σε βαθμό εγκατάλειψης, αν και το σενάριο τον κατευθύνει στο να πράττει ακριβώς το αντίθετο ώστε να προστατεύσει το τομάρι του. Είναι μία «αντίθεση» που (προσωπικά) δεν με έπεισε και σε αρκετά σημεία του φιλμ δεν ταιριάζει (με αυτό που παρακολουθούμε). Από την άλλη, μιλάμε για ένα ήρωα που (αντικειμενικά) είναι… άνοιωθος, «προστατευμένος» μονάχα από τα ψέματα που αραδιάζει δίχως τελειωμό. Αν επιδιορθώσει τη «φούσκα» μέσα στην οποία ζούσε (κι έσκασε), όλα καλά. Προσωρινά. Πάντα.
Στην τελική, η φλέβα του θεατή… σπάει. Και αιμορραγεί στην ταύτιση με το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας μας που παραπατά στην ετοιμοθάνατη καθημερινότητά της. Ο Οικονομίδης το αισθάνεται αυτό που παρουσιάζει στη μεγάλη οθόνη, έχει τη φωνή και την τόλμη να το ξεστομίζει φιλμικά, να μετατρέπει τη σύγχρονη πραγματικότητα σε «ταινία τρόμου», παρενοχλώντας έως και την απάθεια εκείνων που… μια ζωή περιμένουν, μα δεν γίνονται θάματα. Μένει εδώ, κατοικεί ανάμεσά μας, μας το υπενθυμίζει και μας ξυπνάει. Κοινωνικά. Το(ν) έχουμε ανάγκη.
