ΦΕΡ’ ΤΗΝ ΠΙΣΩ (2025)
(BRING HER BACK)
- ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντάνι Φιλίππου, Μάικλ Φιλίππου
- ΚΑΣΤ: Μπίλι Μπάρατ, Σόρα Γουόνγκ, Σάλι Χόκινς, Τζόνα Ρεν Φίλιπς, Μίσα Χέιγουντ, Στίβεν Φίλιπς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα τους, δύο αδέλφια βρίσκονται υπό την προσωρινή κηδεμονία μιας ανάδοχης μητέρας που κατοικεί σ’ ένα απομονωμένο σπίτι μαζί με ακόμη ένα ανήλικο κι ορφανό αγόρι. Καθημερινά, η κατάσταση μετατρέπεται από όλο και πιο εκκεντρική σε επικίνδυνη, με τον Άντι και την Πάιπερ να μην μπορούν να φανταστούν τους αληθινούς σκοπούς της Λόρα.
Όσοι με παρακολουθούν και με διαβάζουν εδώ και δεκαετίες γνωρίζουν και την αγάπη μου για το σινεμά τρόμου και το γεγονός πως δεν έχω ιδιαίτερες αναστολές ή taboo σχετικά μ’ αυτό. Ανέχομαι ακρότητες σε βίαιες εικόνες, δεν έχω πρόβλημα με το body horror, σε διαμελισμούς δεν αποστρέφω το βλέμμα μου και ενίοτε… ρίχνω και παλαμάκια όταν υπάρχει πρωτοτυπία στο gore θέαμα. Κάπου, όμως, όλα αυτά μπορούν να συναντήσουν και τα σύνορα με το αρρωστημένο. Όταν αυτό συνδυάζεται με το θέμα του θανάτου και τη θλίψη του πένθους, όπως και στο «Φερ’ την Πίσω», εξοργίζομαι. Άσχημα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ενοχλούμαι από δουλειά των Ντάνι και Μάικλ Φιλίππου. Ήμουν αρνητικός και με το άνευ συνοχής και αιτιολόγησης «Μίλα μου» (2023). Εδώ, όμως, ο σεναριακός κανιβαλισμός της ασχετίλας εκτροχιάζεται εντελώς, με το φιλμ να βασίζεται πρωτίστως στο γκροτέσκο και σ’ ένα εύρημα μυθοπλασίας ξεκάθαρα προσβλητικό προς τη ζωή και τον θάνατο μαζί! Με μία τραγελαφική ιστορία, η οποία περιστρέφεται γύρω από ένα gimmick μετεμψύχωσης και νεκρανάστασης σε ενιαίο τουρλουμπούκι σύγχυσης που (κανονικά) θα έπρεπε να προκαλεί το γέλιο, οι Φιλίππου βουτάνε σταδιακά όλο και πιο βαθιά στο παράδοξο του καταστασιακού που έχουν στήσει, χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται πως όταν δεν ξέρεις από «κολύμπι» αφηγηματικά, εκεί που δεν πατώνεις (#diplhs)… θα πνιγείς.
Η σεναριακή ασυναρτησία γίνεται αφόρητη σταδιακά, το παίξιμο της Σάλι Χόκινς παρεκτρέπεται ασυγχώρητα προς το κλοουνίστικο και το shock value των αιμοσταγών στιγμών είναι τόσο in-your-face «ενοχλητικό» που προκαλεί (μονάχα) τη σιχασιά για… τους λάθος λόγους! Δεν υπάρχει καμία αίσθηση τρόμου που να σχετίζεται με τα δρώμενα, απλά αηδιάζεις με την εικονοποιία σε δυο-τρεις στιγμές, όσο και με τον εαυτό σου που ανέχτηκες να βλέπεις τέτοια μαλακία μέχρι τέλους (εγώ το έπραξα αποκλειστικά και μόνο για επαγγελματικούς λόγους, οι περισσότεροι από τους θεατές στα σινεμά ενδεχομένως να μη σταθούν τόσο ηρωηκοί…).
Στον αντίποδα του «Weapons», που επίσης διανέμεται αυτή την εβδομάδα, εδώ έχουμε ένα κάκιστο παράδειγμα ταινίας τρόμου που δεν λογαριάζει τη σημαντικότατη συμβολή του σεναρίου σ’ ένα κινηματογραφικό έργο και θεωρεί πως ένα στόρι βγαλμένο από διεστραμμένο μυαλό (ή που αυτό ακριβώς επιδιώκει να παραστήσει για να… πουλήσει) αρκεί για να κάνει το κοινό να φρικάρει, «φιλτράροντάς» το και με την ανάλογη όψη (αρρωστημένης) φρίκης. Νομίζω πως ένα «Ψόφα και Μη Σε Ξαναδώ» θα ταίριαζε καλύτερα ως τίτλος.
