FreeCinema

Follow us

ΧΟΡΩΔΙΑ (2015)

(BOYCHOIR)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρανσουά Ζιράρ
  • ΚΑΣΤ: Γκάρετ Γουέαρινγκ, Ντάστιν Χόφμαν, Τζος Λούκας, Τζο Γουέστ, Κέβιν ΜακΧέιλ, Έντι Ίζαρντ, Κάθι Μπέιτς, Ντάντε Σοριάνο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Το ξωπέταγμά του (μετά τον χαμό της αλκοολικής μητέρας του) σε φημισμένη σχολή χορωδών της Ανατολικής Ακτής απ’ τον από-μακριά-κι-αγαπημένοι, παντρεμένο με ανήξερη άλλη και κόρες βιολογικό πατέρα του φέρνει έναν παραπτωματία μα αηδόνι 11χρονο Τεξανό αντιμέτωπο με τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις τού χαρίσματός του, του ιδρύματος, των συμμαθητών, του μαέστρου, ενός recital – σταθμού. Στα ψηλά ή στα χαμηλά θα βρει τη φωνή του;

Κάτι ασυνήθιστα… φάλτσο «πιάνεις» σ’ αυτό το mash-up τού «Τα Παιδιά της Χορωδίας» με το «Η Μελωδία της Καρδιάς» – και δεν πρόκειται για την αδυναμία του σεναριογράφου τού «Τα Τελευταία 5 Λεπτά» να βγάλει την ιστορία απ’ το διάφραγμα του σώματος των αμερικανιών της και την αδυναμία τού σκηνοθέτη όπερας και των επίσης πενταγραμμικού κλου feature «Το Κόκκινο Βιολί» & «Thirty Two Short Films About Glenn Gould» (διόλου συμπτωματικά, οι καλύτερες ταινίες του) να φέρει σε συντονισμό θεατή και παρτιτούρα. Είναι ότι οι concertante σεκάνς, ατραξιόν ακόμη και των χειρότερων τέτοιων ταινιών για έναν ανεξαρτήτως είδους μουσικόφιλο, εδώ δεν οδηγούν σε ποδοκρουσία κι αντηχούν ελάχιστα μετά το πέρας καθεμιάς τους (παρότι δεν θα πιάσετε ούτε ένα τοσοδά ασύγχρονο στο lip-synching).

Άρα πώς να «την ακούσεις» με το conservatoire, έναν εφηβικό ανδριάντα απ’ τ’ αλώνια στα σαλόνια κλίμακας ατίθασου (ελέω τραγικά πλημμελούς γονικής μέριμνας) prodigy, κατόπιν αντιστικτικού (πότε support πότε bullying και μονίμως ευγενής ή μη άμιλλα οι συνομήλικοι, πότε εκπαίδευση και νουθεσίες πότε επιπλήξεις και απειλές για τιμωρίες οι διδάσκοντες) βιο-masterclass Διάπλασης των Παίδων, με εύφημο μνεία συνειδητοποίησης (κι όχι μόνο του μικρού σολίστα μας) στο τέλος του σχολικού έτους, το όλον με pitch perfect λαιμούς σε υπόκρουση από Μπρίτεν έως Χέντελ;

Δύσκολο όταν ο κονδυλοφόρος – μπαγκέτα τού Ρίπλεϊ, πρώτα, καταπνίγει καίρια πληροφοριακά μινόρε στις συστάσεις μας με τον family challenged Γιάνκη Άλεντ Τζόουνς των 2010’s του (μία σεκάνς τάξης δεν αρκεί για να βγάλει απ’ το λαρύγγι τού script τεκμήρια της κλίσης του, ενώ και η ημιάβολα αθόρυβη λόγω οιονεί αποχής απ’ τα σινεπλατώ Ντέμπρα Γουίνγκερ, στον ρόλο της σχολικής διευθύντριας – πρώιμου κλειδιού του sol τού μέλλοντος του αγορίνα, θάβεται στις πίσω σειρές της κομπανίας). Και μετά φρασάρει αδέξια δραματουργία όταν επιτρέπει στον μικρό ορφανό να περάσει στα… αζήτητα, απαρατήρητος απ’ τους πάντες, τις χριστουγεννιάτικες διακοπές κρυμμένος μονάχος μέσα στο σχολείο (καλύπτοντας και την ύλη) ή τη μια μέρα να άδει αυτοδίδακτα αλάνθαστα το «Pie Jesu» και την άλλη, αφού έχει κατακτήσει την τεχνική του και το κοινό σε συναυλίες, να διορθώνεται απ’ τον μέντορά του επειδή βγάζει το «κομμάτι» δήθεν απ’ τον λάρυγγα.

Με πιθανότατο υπεύθυνο για τέτοιες τσαλκάντζες που δεν καταπίνονται το μοντάζ καθώς και την πρεμούρα τού Ρίπλεϊ να κάνει επίδειξη γνώσεων στο αντικείμενο, το πρόγραμμα των μικροευτραπέλων και των αντιξοοτήτων του gig περιλαμβάνει το στάνταρ ρεπερτόριο: ο κόπος της κατάκτησης του ντο-ρε-μι-φα-σολ-λα-σι-ντο σύμπαντος & του βοκαλιστικού άριστα κι οι φιλίες ή έχθρες με τη λοιπή «μαρίδα» για τον πιτσιρίκο, οι τακτές κόντρες των καθηγητών για το ακατέργαστο διαμάντι τους, ο συνειδησιακά αμφιταλαντευόμενος για το ρίξιμο του βλασταριού του γεννήτορας. Έως μια (ανα)τροπή… κλεψιάς πριν από ένα live, που θα ενώσει σε γιούχα εν χορώ τους fan τού – 8 μήνες νεαρότερου, θυμίζουμε ότι και στις indie ΗΠΑ τα σενάρια κάνουν κύκλους με ό,τι δυσάρεστο αυτό συνεπάγεται – «Χωρίς Μέτρο». Αυτό το ενοχλητικό καταστασιακό alto έρχεται να σιγοντάρει την απουσία ενός νευραλγικά «βγαλμένου» vibrato συγκίνησης, καλή ώρα σαν αυτού που το βούλωνε συγκινητικά στο κοινό, μέσω του αναδρομικά χτισμένου forte – coup de coeur, στα «Παιδιά της Χορωδίας».

Το saving grace αυτού του μοτέτου είναι αρχικά κάποιοι απ’ τους βαρύτονους, αλλά όχι τα «ονόματα». Γιατί ενώ ο Λούκας καλείται απλώς ανά σημεία να ζεστάνει το μπάσο του, ο Χόφμαν με την Μπέιτς πατάνε με μουράτη ασφάλεια στις ρολίστικες νότες τους και η κάμερα κάνει babysitting στο άνετο (πραγματικοί classical κανταδόροι, γαρ) αμούστακο ensemble με μεσαιομακρινά αιθουσών στο οικοτροφείο και στα venues εμφάνισης συν κάποια κοντινά με «νόημα» στο αγγελoύδι Γουέαρινγκ (look the part, αυτό είναι το δικό του lied), ο ΜακΧέιλ και, κυρίως, ο φυσικού brit τονισμού Ίζαρντ γίνονται οι ματζόρε προφέσορες της υποκριτικής τέχνης εδώ.

Είναι αδύνατον, επίσης, να κάνεις γαργάρα τον mini κόμπο στον λαιμό σου καθώς η μελαγχολία δίνει το ηχόχρωμα στους αποχαιρετισμούς αυλαίας. Οι χορδές τού φευγάτου και με οικογένεια πια αστεριού ωριμάζουν και η ψηλότερη οκτάβα του ίσως γίνει παρελθόν. Οι teachers και, χαρακτηριστικά, ο αρχιμουσικός που τον έσπασε και τον ξανάφτιαξε σωστά ως άνθρωπο κι αρτίστα μένουν μόνοι. Η φράση «The Lessons Are the Point» ολοκληρώνει το παιδαγωγικό, έστω, refrain τού «You Have the Gift. Nurture It!». Σωστό. Κρίμα που οι διέσεις κι οι υφέσεις «χτυπάνε» σ’ αυτό το όχι καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο. Λιγότερο yankee Δημήτρης Τυπάλδος την επόμενη φορά…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Της «σοβαρής»; Βαράει μέχρι και «Parsifal» αλλά στο αυστηρά τραγουδιάρικο, έτσι; Βλέπεις «The Voice», είπες; Φαντάσου το με μπόμπιρες αλλά τα «κομμάτια» είναι πολύ baroque στιλάκι. Καγκούρια του «Glee», το αυτόν και χωρίς τις φούρλες. Αν δεν στήνεις αυτί ειδικά για το OST στη μεγάλη οθόνη αλλά είσαι ψυχοπονιάρης, το κανακεύεις για τα μαθησιακά, συσφικτικά, ενηλικιωτικά και εξιλεωτικά themes του, αλλά να το ξέρεις, αυτοί οι Les Choristes τα πονάκια στις αμυγδαλές τους τα έχουν. Φέρτε και τ’ ανήλικα, μπορεί να τους βγάλει ταλέντο.


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;