FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έκτορας Λυγίζος
  • ΚΑΣΤ: Γιάννης Παπαδόπουλος, Λίλα Μπακλέση, Κλεοπάτρα Περράκη, Βαγγέλης Κομματάς, Χαράλαμπος Γωγιός
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80ʼ
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ

Στην Αθήνα της κρίσης, ένας κάποιος Γιώργος προσπαθεί να επιβιώσει διατηρώντας την αξιοπρέπειά του. Μοναδικός του σύντροφος είναι ένα καναρίνι, για τα οποίο θα κάνει τα πάντα ώστε να παραμείνει ζωντανό, ως σύμβολο της ελπίδας του. Αυτή δεν είναι η οικονομική κρίση των διαδηλώσεων και των εξεγέρσεων.

Κάθε φορά που μια ελληνική ταινία ξεκινάει να προβάλλεται στους εγχώριους κινηματογράφους ύστερα από την επιτυχία της σε κάποιο διεθνές Φεστιβάλ, πρέπει να ομολογήσω ότι μου δημιουργείται μια επιφύλαξη, η οποία εκδηλώνεται μέσα από μία σειρά ερωτημάτων. Πόσο «δήθεν» είναι; Έχει πραγματικά η ιστορία κάτι να πει; Προσπαθεί να σοκάρει απλά για να τραβήξει τις εντυπώσεις ή η κάθε σκηνή έχει πραγματικό λόγο ύπαρξης; Και, το κυριότερο, πόσο αφορά το κοινό το τελικό αποτέλεσμα;

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, ο ελληνικός κινηματογράφος έχει τύχει αναγνώρισης στο εξωτερικό, κυρίως χάρη στις πρόσφατες ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου («Κυνόδοντας», «Άλπεις») και της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη («Attenberg», «The Capsule»), που έκαναν τον ξένο Τύπο να μιλά για το «Weird Greek Wave», λόγω της περισσότερο σουρεαλιστικής παρά λογικής τους προσέγγισης. (Παρεμπιπτόντως, όλες οι παραπάνω ταινίες μου άρεσαν λιγότερο ή περισσότερο). Ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησαν άθελά τους κι ένα δεσμευτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο «όφειλε» κάθε μετέπειτα ταινία να κινείται, ένα «φεστιβαλικό» πρέπει που μάλλον λειτούργησε περισσότερο περιοριστικά και λιγότερο ως κίνητρο.

Προς τι, όμως, αυτή η μακροσκελής εισαγωγή; Ο λόγος που αναφερθήκαμε σε δύο άλλους σκηνοθέτες, ενώ στην ουσία το κείμενο αφορά την ταινία ενός τρίτου, είναι γιατί ο Έκτορας Λυγίζος με «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού», επιτέλους, κατάφερε να δημιουργήσει μια ταινία εξίσου δυνατή με τα προαναφερθέντα ελληνικά φιλμ ακολουθώντας, ταυτόχρονα, τον δικό του δρόμο και επιλέγοντας διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση. Παράλληλα, επικεντρώνεται σε μια απόλυτα σύγχρονη κοινωνική θεματική, η οποία αφορά μεν την ελληνική πραγματικότητα αλλά μπορεί να γενικευθεί και σε οποιαδήποτε κοινωνία σε κρίση, κάνοντας τη θεματολογία οικουμενική. Χωρίς να γίνεται διδακτικός ή να μοιράζει επαναστατικά φυλλάδια, ο Λυγίζος γίνεται άμεσος και ακριβής στη θέση του και το εγχείρημά του έχει, ευτυχώς, φωνή που αξίζει να ακουστεί.

Ο Λυγίζος εμπνέεται από την «Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν περισσότερο θεματικά και όχι σε πλαίσιο ανάλογης ανάπτυξης της ιστορίας. Μέσα από αυτό, παίρνει την αφορμή για να δημιουργήσει μια ταινία για την Ελλάδα του σήμερα, χωρίς να γίνεται προφανής. Στην ταινία του δεν έχουν θέση διαδηλώσεις και επαναστατικά κινήματα παρά το πραγματικό θύμα της κατάστασης, ο μέσος καθημερινός άνθρωπος και η αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού» είναι μια πολύ περισσότερο πολιτική ταινία από το «Συγχαρητήρια στους Αισιόδοξους?» της Κωνσταντίνας Βούλγαρη και ακόμα περισσότερο διεισδυτική στην ουσία του προβλήματος.

Στο «Αγόρι» ο Έκτορας Λυγίζος επιλέγει να στερήσει από την ταινία την παραδοσιακή αφηγηματική δομή. Αποτελούμενη κυρίως από μια σειρά επεισοδίων στην καθημερινότητα του Γιώργου, του πρωταγωνιστή, η ταινία προσπαθεί να αποτυπώσει μια πιο ψυχολογική προσέγγιση πάνω στην ελληνική κρίση. Ο Γιώργος παραμένει ουσιαστικά ανώνυμος, όπως και όλοι οι άνθρωποι που συναντά στην πορεία του. Επίσης, ενώ φαίνεται μορφωμένος και καλλιεργημένος (η σκηνή της οντισιόν προδίδει άνθρωπο με καλλιτεχνικές σπουδές), χωρίς επεξήγηση παρουσιάζεται αποκομμένος από φίλους και οικογένεια. Μοναδικός του σύντροφος στον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση είναι το καναρίνι του. Η ιστορία του αφήνει υπόνοιες για κάτι από το παρελθόν του για το οποίο ίσως νιώθει ένοχος (η ανάγκη νηστείας) και οι μηδενικές σχέσεις με την οικογένειά του προκαλούν την περιέργεια.

Μέσα από διαδοχικές σκηνές, τον παρακολουθούμε να προσπαθεί να εξασφαλίσει την τροφή του, όχι πάντα με επιτυχία. Όταν δε δοκιμάζει τους σπόρους του καναρινιού, παίρνει φρυγανιές από το γείτονα ή τρώει με το κουτάλι τη ζάχαρή του. Σε μια στιγμή απόγνωσης, δοκιμάζει το ίδιο του το σπέρμα, αρχικά αντιδρώντας αλλά στη συνέχεια παραδιδόμενος στην ανάγκη του. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες που του παρουσιάζονται δεν είναι και οι καλύτερες και το μόνο που απομένει στο Γιώργο είναι η έλξη που νιώθει για την υπάλληλο ενός ξενοδοχείου, την οποία παρακολουθεί από στενά με κάθε ευκαιρία. Δε γνωρίζουμε πώς κατέληξε ο πρωταγωνιστής σε αυτή την κατάσταση και ο Λυγίζος, πέρα από κάποιες μικρές πληροφορίες, δε ρίχνει φως στο παρελθόν του. Τον απασχολεί μόνο το παρόν. Η κάμερα ακολουθεί το Γιώργο από άβολα κοντά, παραβιάζει τον ιδιωτικό του χώρο, τον ξεγυμνώνει και κάνει τον καθημερινό του αγώνα αποπνικτικό και σπαρακτικό. Ακολουθώντας τον μέσα από αυτά τα επεισόδια σε ένα επίπονο ταξίδι αυτογνωσίας, ο Λυγίζος δημιουργεί ουσιαστικά έναν αληθινό και πολύπλευρο χαρακτήρα, που είναι τόσο ελληνικός όσο και πολίτης οποιασδήποτε κοινωνίας σε κρίση. Από την Αριάν Λαμπέντ του «Attenberg» έχουμε να δούμε τόσο ολοκληρωμένο χαρακτήρα σε ελληνική ταινία και αυτό λέει πολλά!

Ουσιαστικά η επιλογή του φιλμ να στηριχτεί στην ανάλυση της προσωπικότητας ενός ανθρώπου αποτελεί από μόνη της επιλογή ριψοκίνδυνη γιατί απαιτεί μία εξαιρετικά δυνατή ερμηνεία για να την «κουβαλήσει». Και ο Λυγίζος είναι πολύ τυχερός που έχει μπροστά από την κάμερά του το Γιάννη Παπαδόπουλο. Ο Γιώργος του είναι μαχητής αλλά και τρομαγμένος, περήφανος αλλά και απελπισμένος. Η αμεσότητα της ταινίας οφείλεται το ίδιο σε αυτόν όσο και στο σκηνοθέτη. Ο «Γιώργος» καρφώνεται στα μάτια του θεατή για ογδόντα έντονα λεπτά. Ίσως από την αρχή να μη γίνεται προφανής η υποβλητικότητα της ταινίας, όμως, όταν τα φώτα ξανανοίγουν και η σκέψη παραμένει σε αυτή μετά την απομάκρυνση από την αίθουσα, η ταινία φανερώνει τη δύναμη τόσο του Παπαδόπουλου όσο και του λεπτού χειρισμού των καταστάσεων από το Λυγίζο.

Για όλα τα παραπάνω, «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού» είναι μια εξαιρετική προσθήκη στη σύγχρονη ελληνική φιλμογραφία, η οποία ακουμπάει στα κοινωνικά προβλήματα χωρίς να κουνάει το δάχτυλο του διδακτισμού. Είναι, επίσης, αναζωογονητικό που ακολουθεί τη ρεαλιστική (αν και αφαιρετική) οδό, δημιουργώντας έναν καλοδεχούμενο αντίποδα στον καθιερωμένο ήδη ελληνικό σουρεαλισμό. Στην τελική, ο Λυγίζος λέει μια ιστορία που εστιάζει σε έναν ανώνυμο (ουσιαστικά) νέο που θέλει να διατηρήσει το πνεύμα του υγιές παρά τις καθημερινές βασικές ελλείψεις. Και αυτό μπορεί εύκολα να ειπωθεί και για τον ίδιο τον ελληνικό κινηματογράφο.

Υπάρχει μια αρετή σε τούτο το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Έκτορα Λυγίζου. Με ανύπαρκτο budget, όπως και σενάριο, κατορθώνει να σε κρατήσει στην οθόνη, να σου μεταφέρει μια κάποια δόση νεύρου και έντασης σημερινής, να σε θυμώσει ή να σε προβληματίσει – στο ποσοστό του προφανούς. Ύστερα, έρχεται ο οδοστρωτήρας της ελληνικής κινηματογραφικής πραγματικότητας…

Αγγίζοντας την προβληματική της κρίσης, με τον αντίκτυπο που έχει στη σημερινή νεολαία, «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού» στέκει ως μακρινός συγγενής του «45 Τετραγωνικά» του Στράτου Τζίτζη. Εκείνο ήταν πραγματικά κακότεχνο και στείρο σε άποψη, αυτό εδώ μαστίζεται από την ελευθερία της φόρμας, που έξυπνα πάει να καλύψει τα όποια ελαττώματα ενός πρωτολείου.

Περισσότερο μερικές μέρες / στιγμές από τη ζωή ενός αγοριού που δεν έχει τι να φάει, παρά μια ταινία με σεναριακή δομή, χαρακτήρες και αφήγηση, το φιλμ μας προσγειώνει στη σκληρή καθημερινότητα του Γιώργου, το όνομα του οποίου ακούμε σχεδόν από λάθος, καθώς τρέπεται σε φυγή από το πατρικό του (την εξώπορτα εκείνου, για την ακρίβεια…). Κατανοώ πως το να κρίνεις τις επιλογές ενός δημιουργού δεν είναι απαραίτητα δίκαιο, όμως, όταν μια ταινία καταλήγει σε εμπορικό κύκλωμα και δεν περιορίζει τις εμφανίσεις της στο τυπικό σύμπαν του παγκόσμιου φεστιβαλικού «ότι να ‘ναι», έρχεται και η στιγμή της αλήθειας. Ο Λυγίζος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ποιος ή τι είναι ο ήρωάς του. Άρα, για το θεατή ο «Γιώργος» είναι μονάχα ένα σώμα, ένα άτομο με αυτιστική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, που έχει κλειστεί στο δικό του «κλουβί» σχεδόν οικειοθελώς. Δε γνωρίζουμε γιατί αποφεύγει την οικογένειά του, δε γνωρίζουμε εδώ και πόσο καιρό βιώνει αυτή την κατάσταση του – μαζοχιστικά – ασκητικού βίου, δεν κατανοούμε ούτε το παρελθόν ούτε και το παρόν, αλλά μαντεύουμε το μέλλον του. Θα είναι τραγικό. Όπως και τα όσα βλέπουμε να αποτελούν την καθημερινότητά του.

Από ένα ορθολογιστικό point of view, παραδέχεσαι πως ο ουσιαστικός… «βασανιστής» του ήρωα είναι ο ίδιος ο Λυγίζος! Ο οποίος σκαρφίζεται μονάχα την εξαθλίωση του Γιώργου, την παραίτηση από την κοινωνικότητα ή την εύρεση – υποχρεωτικών – επιλύσεων του προβλήματος διαβίωσής του. Είναι παράδοξο αν παρατηρήσεις πως αυτό το αγόρι βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να θρέψει το καναρίνι του, αλλά δεν έχει ποτέ κάτι να βάλει στο στόμα του. Είναι τόσο… «Weird Greek Wave» να βάλεις τον ήρωά σου να αυνανιστεί μπροστά στο φακό (ο Άγγελος Φραντζής πρέπει να έχει μεγάλο καμάρι για τούτη την «πρωτοπορία»…) και να δοκιμάσει να δαμάσει την πείνα με το ίδιο του το σπέρμα (!), από το να τον βάλεις να ζητά ελεημοσύνη, έτσι; Στην ίδια του την πόλη, όπου κατοικεί εκείνος και, από αυτά που αντιλαμβανόμαστε, η φαμίλια του. Η οποία δεν εμφανίζεται ποτέ. Όπως και οι φίλοι. Κάποιος, διάβολε! Όχι, εδώ είναι Ελλάδα. Και αυτά τα πράγματα είναι πολυτέλεια για ένα σεναρίστα. Όπως και η διακοπή του νερού για απλήρωτους λογαριασμούς, με το ρεύμα (των χαρατσίων…) να υφίσταται κανονικά στο, προ εξώσεως του ενοικιαστή του, διαμέρισμα.

Διαθέτει εξυπνάδα, πάντως, ο Λυγίζος. Κρατά το νευρώδη ρυθμό του μέχρι τέλους, υιοθετεί το στιλ της ατσούμπαλης κάμερας στο χέρι γιατί μια πιο στέρεα πλανοθεσία θα τον γονάτιζε από τις ατέλειες, παρακολουθεί σαν αρπακτικό τον ήρωά του μέσα από αδυσώπητα κοντινά πλάνα, προκαλεί οριακά τη συγκίνησή σου γιατί μιλάμε πάντοτε για μια ανθρώπινη ύπαρξη. Που σέρνει πίσω της και ένα κατοικίδιο! Κλασική η συνταγή. Για να λειτουργήσουν σωστά όλα αυτά, όμως, χρειάζεσαι και μια ιστορία, την οποία θα αφηγηθείς και θα ελπίσεις να ταυτιστεί μαζί της και ο θεατής. Και οι αδελφοί Νταρντέν στήνουν προσωπικές τραγωδίες και καταστασιακή απόγνωση α λα «κλαίει η μάνα μου στο μνήμα», όμως, στηρίζουν το δράμα τους (όσο κι αν διαφωνώ με το σύνολο της… προκάτ φιλμογραφίας τους) πάνω σε χαρακτήρες και ιστορίες που εξελίσσονται και λυτρώνουν το… μαρτυρικό κοινό της αιθούσης. Εδώ, τι ακριβώς συμβαίνει; Μια ιδέα, να «καταγγείλουμε» την ανέχεια του σήμερα; Τα 80 λεπτά παραείναι αρκετά για μια «ιδέα».

Μπορεί να υπάρξει μερίδα θεατών που θα συγκλονιστεί από το θέαμα αυτού του «Αγοριού», όμως, εμένα με συγκλονίζει περισσότερο το θέαμα των ανθρώπων που βγαίνουν από ένα σινεμά με την απογοήτευση ή το θυμό γραμμένα στο πρόσωπό τους. Αυτοί οι άνθρωποι με ενδιαφέρουν περισσότερο από το Γιώργο. Και για να τους ξαναδεί αυτούς τους ανθρώπους στο ταμείο ο Λυγίζος, θα πρέπει να δεχτεί κάποιους κινηματογραφικούς κανόνες. Γιατί δείχνει να το κατέχει. Γι’ αυτό και την επόμενη φορά θα είμαι πιο αυστηρός.


MORE REVIEWS

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Στη Γαλλία του 1386, ο ιππότης Σερ Ζαν ντε Καρούζ καλεί σε μονομαχία μέχρι θανάτου τον παλιό του φίλο και συμπολεμιστή Ζακ Λε Γκρι. Ο καθένας από αυτούς έχει και μία διαφορετική εκδοχή για το τι πραγματικά συνέβη ώστε να φτάσουν σε τέτοιο (ολέθριο) σημείο αντιπαλότητας.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ

Φτωχή Μεξικάνα μάνα ξεκινά οδοιπορικό αναζήτησης, προκειμένου ν’ ανακαλύψει τα ίχνη του εξαφανισμένου (άπαξ του φευγιού του για Αμέρικα) γιου της. Υπάρχει ελπίδα να τον βρει ζωντανό, άραγε;

ΚΟΝΤΟΡΙΤΟ

Ένας γκαφατζής κόνδορας θα προσπαθήσει να σώσει τη Γη από τις επεκτατικές ορέξεις μιας εξωγήινης φυλής, βάζοντας, για πρώτη του φορά, αυτούς που πραγματικά αγαπά πιο πάνω κι από τον εαυτό του.

DUNE

Στο μακρινό μέλλον μιας φεουδαρχικής διαστρικής κοινωνίας, ο Πολ Ατρέιντιζ αναζητά το (μεσσιανικό;) πεπρωμένο του στον αφιλόξενο πλανήτη Ιράκας, γη που προσφέρει πλουσιοπάροχες ποσότητες σπάνιου μπαχαριού με πολλαπλής σημασίας χρήσεις.

ΚΟΛΕΚΤΙΒ

Το πολύνεκρο ατύχημα της πυρκαγιάς στο club Colectiv στο Βουκουρέστι, τον Οκτώβριο του 2015, ακολουθείται από μία δημοσιογραφική έρευνα που καταλήγει να ξεσκεπάζει τις σχέσεις διαφθοράς μεταξύ νοσοκομειακών και κυβερνητικών αξιωματούχων.