Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΠΕΛ (2025)
(BELLE)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα Εγκλήματος
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπενουά Ζακό
- ΚΑΣΤ: Γκιγιόμ Κανέ, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Πατρίκ Ντεσάμ, Ζερεμί Κοβιγιό, Πολίν Νιρλ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Παντρεμένο ζεύγος βλέπει τη ζωή του ν’ αναστατώνεται όταν η κόρη φίλης τους, την οποία φιλοξενούν στο σπίτι τους, βρίσκεται νεκρή στο δωμάτιό της. Ο τελευταίος που την είδε ζωντανή είναι ο σύζυγος, γεγονός που τον καθιστά ως τον βασικό… και μοναδικό ύποπτο.
Στη μακρά του καριέρα, ο Βέλγος συγγραφέας Ζορζ Σιμενόν δεν αφοσιώθηκε μόνο στις περιπέτειες του επιθεωρητή Μεγκρέ, αλλά δημοσίευσε και πλήθος άλλων μυθιστορημάτων, τα οποία κατά καιρούς έπαιρναν τον δρόμο τους για τη μεγάλη οθόνη. Το «La Mort de Belle», που σε έντυπη μορφή πρωτοκυκλοφόρησε στα 1952, αποτελεί το πλέον πρόσφατο εξ αυτών. Γυρισμένη το 2023, η ταινία «θάφτηκε» από τους παραγωγούς της, καθώς ο σκηνοθέτης της, Μπενουά Ζακό, κατηγορήθηκε την εποχή εκείνη από ένα πλήθος Γαλλίδων ηθοποιών για εγκλήματα σεξουαλικής παρενόχλησης και βιασμού (όταν, μάλιστα, οι ίδιες ήταν ακόμα ανήλικες). Άπαξ κι έσκασε το σκάνδαλο, το σύνολο σχεδόν των εμπλεκομένων με το φιλμ αποστασιοποιήθηκε από αυτό, σηματοδοτώντας το οριστικό τέλος της όποιας ντόπιας καριέρας του. Το γεγονός, δε, πως το στόρι του πραγματεύεται (με έναν υπόγειο τρόπο) θέματα παρόμοια μ’ εκείνα για τα οποία ο Ζακό κατηγορείται, οδήγησαν τους παραγωγούς να εμφανίσουν μια κάρτα προ των τίτλων τέλους, η οποία αναφέρει ότι «η κινηματογραφική ομάδα της ταινίας καταδικάζει κάθε μορφή παρενόχλησης ή επιθετικής συμπεριφοράς, εκφράζοντας την αλληλεγγύη της στα θύματα και στην ελευθερία του λόγου τους».
Ο Πιερ και η Κλεά είναι ένα απλό, παντρεμένο ζευγάρι που διαμένει σε επαρχιακή πόλη της Γαλλίας. Αυτός διδάσκει μαθηματικά στο τοπικό σχολείο, εκείνη διατηρεί κατάστημα οπτικών. Από δική τους (μάλλον) απόφαση δεν έχουν παιδιά, έχουν όμως την καλή διάθεση και χαρά να φιλοξενούν την έφηβη Μπελ, προκειμένου να μπορέσει να φοιτήσει στο γυμνάσιο που εργάζεται ο Πιερ. Όταν το κορίτσι βρίσκεται στραγγαλισμένο μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, δίχως ουδείς να έχει δει ή ακούσει τίποτα, ο Πιερ γίνεται στόχος τόσο της Αστυνομίας, όσο (πολύ περισσότερο) του κοινωνικού του περίγυρου. Αν και από τη σειρά των ανακρίσεων στις οποίες υποβάλλεται δεν προκύπτει κάτι το χειροπιαστό εναντίον του, η γενικότερη απαξιωτική συμπεριφορά του τον κάνουν να δείχνει αν όχι ένοχος, σίγουρα αντιπαθητικός στην τοπική κοινότητα.
Χρησιμοποιώντας έναν φόνο ως πρόσχημα, το «Belle» βρίσκεται (από μία πλευρά) να πλέει στα νερά του πρόσφατου «Καλού Καθηγητή», εξετάζοντας τις «δίκες» των social media και των ΜΜΕ, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της αθωότητας και την πίεση που ασκεί η λαϊκή μάζα. Δίχως να διεκδικεί σπουδαίες δάφνες πρωτοτυπίας ως προς την προσέγγισή του, ο Ζακό θέτει τη συγκεκριμένη διάσταση υπό το αληθές πρίσμα των κοινωνικών προκαταλήψεων που έχουν να κάνουν όχι μόνο με τον ύποπτο αλλά (συχνότατα) και… με το θύμα. Από την άλλη, όμως, έχει στο επίκεντρο όλων αυτών έναν χαρακτήρα σαν τον Πιερ, ο οποίος αν από κάτι χαρακτηρίζεται σε όλη του τη φιλμική παρουσία είναι η πλήρης απάθεια για το οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Η ναρκοληπτική διάθεση με την οποία ο Γκιγιόμ Κανέ εμφανίζεται σε ολόκληρο το φιλμ τον κάνει να μοιάζει με φιγούρα που στερείται όχι μόνο αξιοπιστίας, αλλά γενικά… ανθρώπινης διάστασης, με την παθητικότητά του να πασχίζει να εξηγηθεί μέσω κάποιων ασαφών σεξουαλικών φαντασιώσεων που στο επίκεντρό τους έχουν είτε φετιχιστικά αντικείμενα είτε το γυμνό γυναικείο σώμα.
Ο προβληματισμός περί δημόσιας διαπόμπευσης και καχυποψίας, που τείνουν ως έννοιες να αντικαταστήσουν στις μέρες μας τη δικαστική εξουσία, σκοντάφτει αφενός στην ύπαρξη του ενός και μόνο υπόπτου (το αστυνομικού τύπου σασπένς δεν αφορά και, ως εκ τούτου, είναι ανύπαρκτο), αφετέρου στην απροσπέλαστη φύση του κεντρικού ήρωα. Οι μαθηματικές θεωρίες του και η σκηνή του διαλογικού ping-pong με την ανακρίτρια της υπόθεσης αναδεικνύουν έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να εκφέρει λόγο, δεν γίνεται όμως να του έχουν συμβεί τα μύρια όσα (με αποκορύφωμα ένα ανεξήγητο, σύμφωνα με τον ίδιο, φονικό στο ίδιο του το σπίτι) και αυτός να τελειώνει την ταινία με την ίδια κατατονική απάθεια με την οποία την ξεκίνησε. Στο φινάλε, φαίνεται πως όλα όσα έγιναν στα ενενήντα λεπτά τούτης της ταινίας ουδεμία ουσιαστική σημασία είχαν, μιας και… όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν εντός και πέριξ του γυμνασίου «Ζορζ Σιμενόν» (!).
