FreeCinema

Follow us

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (2020)

(BASHTATA)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κριστίνα Γκροζέβα, Πέταρ Βαλσάνοφ
  • ΚΑΣΤ: Ιβάν Μπάρνεφ, Ιβάν Σάβοφ, Τάνια Σάχοβα, Χριστόφορ Νέντκοφ, Μαργκίτα Γκόσεβα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 87'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO

Έπειτα από τον θάνατο της γυναίκας του, τρελαμένος περί μεταφυσικών φαινομένων χήρος είναι πεπεισμένος πως η νεκρή προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του. Ξεκινά οδικώς να βρει διάσημο μέντιουμ που θα τον βοηθήσει να της μιλήσει, με τον γιο του να τον ακολουθεί κατά πόδας, μπας και τον συνεφέρει.

Στην τρίτη του σκηνοθετική απόπειρα, το εκ Βουλγαρίας auteur δίδυμο των Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλσάνοφ απομακρύνεται σημαντικότατα από την αυστηρά ντόπια θεματολογία των προηγούμενων ταινιών του. Ομολογώ πως τόσο «Το Μάθημα» (2015) όσο και το «Glory» (2017) μου είχαν αφήσει θετικότατες εντυπώσεις ως κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά δείγματα σύγχρονου βαλκανικού κινηματογράφου, καθώς μέσω μιας απλής και στρωτής αφήγησης αναδείκνυαν έναν προβληματισμό που έκρυβε πολλά κοινά σημεία αναφοράς με τη δική μας κουλτούρα, καθώς και με την κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε (ειδικά κατά τα τελευταία έτη). Κι ας μην διαθέτουμε το κομμουνιστικό παρελθόν της γείτονος χώρας, το οποίο σε αμφότερα τα φιλμ δήλωνε (ως κατάλοιπο, έστω) σταθερά παρόν.

Δραπετεύοντας με τούτον τον «Πατέρα» από τα ασφαλή στεγανά μιας ντόπιας κατάστασης που έδειξε πως κατέχει καλά, κι έχοντας αποφασίσει να καταπιαστεί με ένα κατά τι «παγκόσμιας» εμβέλειας θέμα, το δημιουργικό ντουέτο δείχνει (τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας) πως αδυνατεί να αρθρώσει ουσιαστικό λόγο άπαξ της απώλειας της γνωστής σε αυτό «ντόπιας» πυξίδας. Ο συνδυασμός buddy movie και οικογενειακής σάτιρας, με αφορμή το πένθος για την απώλεια ενός προσφιλούς προσώπου, αστοχεί χαρακτηριστικά, με τη σακαράκα του ελαφρώς φευγάτου Βασίλι να μένει νωρίς από καύσιμα. Όπερ σημαίνει με το ξεκίνημα σχεδόν του ταξιδιού του στους δρόμους της επαρχιακής Βουλγαρίας, όπου αναζητεί την (αμφίβολη) παρηγοριά στην απέραντη θλίψη του.

Μια συνήθη προοπτική των road movies αποτελεί η λύτρωση των ηρώων τους από τον όποιο βραχνά τούς έχει οδηγήσει στη φυγή, η οποία ως λύση συνήθως παραμονεύει στο τέλος του δρόμου γι’ αυτούς. Σε κάποιες περιπτώσεις, η λύτρωση δεν έρχεται παρά μόνο αφού το ταξίδι έχει μετατραπεί σε μικρή οδύσσεια, κάνοντας τη διαδρομή προς την επιθυμητή «σωτηρία» να έρχεται μαζί μ’ έναν αβίαστο αναστεναγμό ανακούφισης. Περίπου κάτι τέτοιο συμβαίνει στον ζωγράφο Βασίλι, ο οποίος έχοντας μόλις κηδέψει την πολυαγαπημένη του γυναίκα και γεμάτος τύψεις από την ανάρμοστη συμπεριφορά που επέδειξε στην τελευταία (ανολοκλήρωτη) τηλεφωνική συνομιλία μαζί της, θεωρεί πως η μακαρίτισσα ψάχνει τρόπο να έρθει σε «επαφή» μαζί του! Ο ορθολογιστής γιος του, που καθόλου δεν πιστεύει σε τέτοια μεταφυσικά, εκών άκων τον ακολουθεί στη διαδρομή προς αναζήτηση περίφημου μέντιουμ, αν και είναι φανερό πως οι σχέσεις τους δεν είναι και οι καλύτερες. Βλέποντας, όμως, τον πατέρα του να έχει τέτοιο βάρος στη συνείδησή του, το οποίο καλά-καλά δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα, δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς.

Η ταινία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο ιλαρό των περιπετειών που τυχαίνουν στο αταίριαστο δίδυμο (όπως η φάση με το κλεμμένο κάρο και τις… ιπτάμενες κολοκύθες) και στο τραγικό της χαρμολύπης (όπως ο ύπνος στο δάσος εν αναμονή δήθεν σπουδαίου κοσμικού συμβάντος), αλλά δεν καταφέρνει να εντάξει σε αυτά τα επεισόδια τον αληθινό σκοπό του ταξιδιού με τρόπο που να αφορά. Το πένθος μαζί με την επικείμενη επίκληση του πνεύματος της μακαρίτισσας Βαλεντίνα ούτε σκαμπρόζικα παρουσιάζεται όπως στο «Πονηρό Πνεύμα» (1945) του Ντέιβιντ Λιν, ούτε με μαγευτικά ενδοσκοπικό τρόπο όπως στην «Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (1965) του Φεντερίκο Φελίνι. Η όλη ιδέα εξαντλείται στο σερί των λανθασμένων (έως… κουλών) αποφάσεων του Βασίλι, στην κόντρα με τον γιο του, Πάβελ, αλλά και στα αμέτρητα τηλεφωνήματα του τελευταίου προς τη γυναίκα του, στην οποία προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα (η εξαιρετική πρωταγωνίστρια του «Μαθήματος» πάει στράφι εδώ, αφού ακούμε μονάχα τη φωνή της μέσω κινητού τηλεφώνου). Όλα αυτά μέσω ενός ρυθμού που από τα μισά της διαδρομής και μετά σέρνεται (το γεύμα στο εστιατόριο δοκίμασε την υπομονή μου), η δε διττή έννοια που αποκτά ο τίτλος του έργου ουδόλως έχει να προσφέρει κάτι, μιας και κατά τα ειωθότα του «είδους» οι τίτλοι τέλους παραμονεύουν. Διότι πρόκειται για art-house (και έτσι το κάνουμε, πια)!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Τρίτη και φαρμακερή (με την κακή έννοια…) για τους Γκρόζεβα και Βαλσάνοφ, αφού οι πολύ καλές εντυπώσεις που είχαν αφήσει από τις προηγούμενες παρουσίες τους εδώ χάνονται. Όσα βραβεία κι αν έχει μαζέψει ο «Πατέρας» σε ένα σωρό φεστιβάλ. Αφορά ελάχιστους πιστούς το φιλμ. «Tenet» παρόντος, δε, ακόμα λιγότερους…


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.