Η ΜΙΚΡΗ ΑΜΕΛΙ (2025)
(AMÉLIE ET LA MÉTAPHYSIQUE DES TUBES)
- ΕΙΔΟΣ: Animation
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μαϊλίς Βαγιάντ, Λιάν-Τσο Χαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 77'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: NEO FILMS
Τρίχρονο κοριτσάκι βελγικής καταγωγής που ζει στην Ιαπωνία, ανακαλύπτει τον γεμάτο υπαρξιακές απορίες κόσμο στην εξωτική Άπω Ανατολή.
Βασισμένο στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Métaphysique des Tubes» της Βελγίδας συγγραφέως Αμελί Νοτόμπ, το «Η Μικρή Αμελί» αποτελεί ένα καλειδοσκοπικό ταξίδι χρωμάτων και μαγευτικών καταστάσεων. Ωστόσο, πέρα από το υπέροχο οπτικό αποτέλεσμα, το ντεμπούτο φιλμ των Μαϊλίς Βαγιάντ και Λιάν-Τσο Χαν δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τυπική ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη με παιδικές απορίες που ενίοτε πνίγονται ανάμεσα στις υπαρξιακές αναζητήσεις και την ενήλικη μελέτη χαρακτήρα.
Το στόρι μας μεταφέρει στην Ιαπωνία της δεκαετίας του ’60, με τη γέννηση της μικρής Αμελί, η οποία (αφηγούμενη η ίδια τις περιπέτειές της) εξομολογείται πως δεν νιώθει παρά σαν ένας «σωλήνας» που απλά υπάρχει (εξού και ο αυθεντικός τίτλος του φιλμ), αναπτύσσοντας παράλληλα θεολογικού τύπου αναζητήσεις, οι οποίες δεν συνάδουν και τόσο με την ηλικία της. Το δάγκωμα ενός κομματιού… λευκής βελγικής σοκολάτας σε ηλικία τριών ετών αποτελεί το γεγονός που πυροδοτεί τη συνείδησή της, σπρώχνοντάς την με δύναμη στον κόσμο των αισθήσεων, της επικοινωνίας και της θνητότητας. Οι γονείς και τα δύο αδέλφια της ώρες-ώρες πασχίζουν να την κατανοήσουν, με τη μόνη που δείχνει να τα καταφέρνει να είναι η Γιαπωνέζα νταντά της, με την οποία αναπτύσσει σχέση στοργής.
Εικαστικά, η ταινία αποτελεί έναν θρίαμβο της minimal δισδιάστατης αισθητικής. Με απαλές γραμμές και μια χρωματική παλέτα που θυμίζει ιαπωνικές ακουαρέλες, το σκηνοθετικό δίδυμο πλάθει έναν κόσμο παιδικής ρευστότητας, όπως ακριβώς οι αναμνήσεις της συγκεκριμένης ηλικίας. Το κινούμενο σχέδιο μοιάζει να κινείται κάπου ανάμεσα στον κόσμο του ονείρου και του ρεαλισμού, περιβάλλοντας με σεβασμό και γνώση την κουλτούρα της χώρας όπου μεγάλωσε η πραγματική Αμελί.
Ωστόσο, ενώ το animation αρπάζει την ευκαιρία για εικαστική υπέρβαση, το στόρι παγιδεύεται εντός ενός βαρύγδουπου εσωτερικού μονολόγου. Η «παντογνωσία» της τρίχρονης Αμελί, η οποία σχολιάζει το παραμικρό με τον κυνισμό και τη σοφία που θα χαρακτήριζαν έναν σοφό (τουλάχιστον) πενηντάχρονο, καταλήγει να μοιάζει με σεναριακό τέχνασμα που δεν κουράζει ακριβώς, αλλά δημιουργεί απορίες περί του σε ποιας ηλικίας κοινό απευθύνεται το έργο. Πόσω μάλλον όταν η διάθεση που επιδεικνύει το νήπιο είναι πιο συχνά επιτηδευμένη από παιχνιδιάρικη. Το στόρι απομακρύνεται από αυτή τη συνθήκη κυρίως στις σκηνές όπου η μικρή περνά με την αγαπημένη της νταντά, καθώς εκεί το φιλμ «αναπνέει» ξεφεύγοντας από τον εγωκεντρισμό της πιτσιρίκας, θέτοντας προβληματισμούς πολυπολιτισμικότητας και αποικιακής ενοχής. Η μετάβαση, όμως, από το καθημερινό στο υπερρεαλιστικό δεν γίνεται πάντα με τρόπο ομαλό, μεγαλώνοντας τη συναισθηματική απόσταση που χωρίζει τον νηπιακό κόσμο από εκείνον των ενηλίκων.
