ΑΣ ΑΓΑΠΗΘΟΥΜΕ ΟΣΟ ΖΟΥΜΕ (2025)
(AIMONS-NOUS VIVANTS)
- ΕΙΔΟΣ: Αισθηματική Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζαν-Πιερ Αμερί
- ΚΑΣΤ: Ζεράρ Νταρμόν, Βαλερί Λεμερσιέ, Αλίς ντε Λενκεσέν, Πατρίκ Τιμσίτ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: NEO FILMS
Βετεράνος τραγουδιστής που τη σκαπούλαρε από πολύ γερό εγκεφαλικό, προς Γενεύη πηγαίνει για κατά παραγγελιά θανατικό. Στο τρένο γνωρίζει φυλακόβια τρελιάρα, που έχει το χάρισμα να κάνει τα πάντα μαντάρα. Θα αγαπηθούν… όσο ζουν;
Το τέλος της ζωής φαίνεται πως απασχολεί σημαντικά τον γαλλικό κινηματογράφο εσχάτως. Έπειτα από τα δράματα (#diplhs) του «Όλα Πήγαν Καλά» (2021) και της «Τελευταίας Πνοής» (2025), τούτο το «Ας Αγαπηθούμε Όσο Ζούμε» ακολουθεί την κωμική οδό του υποβοηθούμενου θανάτου.
Αντλώντας έμπνευση από το φερώνυμο hit single (για τη Γαλλία, τουλάχιστον) του Φρανσουά Βαλερί από τα 1989, ο Ζαν-Πιερ Αμερί στήνει ένα (επί της ουσίας) buddy movie, όπου ο ένας εκ των δύο κεντρικών ηρώων θέλει απλά να πεθάνει, μη θέλοντας να βιώσει τα άσχημα που έρχονται μπροστά του, ενώ ο άλλος αποτελεί τη χαρά της ζωής, αψηφώντας τις (πολλές) στραβές του παρελθόντος. Η γνωριμία τους στο τρένο για Γενεύη ξετυλίγει γαϊτανάκι συμπτώσεων μετ’ επαναλαμβανόμενων αναμεταξύ τους συναντήσεων, βάζοντας το rendez-vous με τον θάνατο για τον διάσημο Αλέν Τουσέν στον πάγο, την δε επιθυμία της τρελοκαμπέρως Βικτουάρ να παραστεί στον γάμο της αποξενωμένης κόρης της, σε άμεση συνάρτηση με την παραμονή του στα εγκόσμια!
Αν με τους προ δεκαπενταετίας «Ανώνυμους Ρομαντικούς» (2010) ο Γάλος auteur είχε πετύχει ένα άκρως συμπαθές αποτέλεσμα χαμηλότονης κομεντί, με τούτο τραβά τις καταστάσεις στα άκρα δίχως να έχει ούτε το σενάριο που θα υποστήριζε κάτι τέτοιο (δεν είναι δα και του Μπίλι Γουάιλντερ εδώ χάμω), ούτε τον πρωταγωνιστή που θα μπορούσε να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών (ανεπαρκέστατος για τέτοιο ρόλο ο Ζεράρ Νταρμόν). Αφήνοντας την Βαλερί Λεμερσιέ να σολάρει ακατάπαυστα στον πιασάρικο ρόλο της φευγάτης που δεν ξέρεις ακριβώς τι απ’ όσα λέει είναι αλήθεια και τι ψέμα, το φιλμ πλησιάζει με έναν κάθε άλλο παρά διακριτικό τρόπο τη θεματολογία του. Ως εκ τούτου, αφενός σκοντάφτει στη χρόνια αδυναμία των Γάλλων να μοστράρουν γελαστερό παλαβιάρικο χιούμορ (εκείνη η ιστορία που διηγείται η Βαλερί για την αναπαραγωγή των ψύλλων είναι… «του γιατρού»!), αφετέρου στο με το ζόρι ειδύλλιο που στήνεται ανάμεσα στους δύο άσπονδους συνοδοιπόρους. Ανάμεσα σε όλα αυτά, ξεπροβάλει και ο έντρομος manager του μεγάλου Τουσέν, που όταν παίρνει πρέφα τι πάει να κάνει ο καλός πελάτης του, φεύγει σούμπιτος για Γενεύη ώστε να τον σταματήσει.
Με το στόρι να θυμίζει τον «Κακό Μπελά» (1973) του Εντουάρ Μολιναρό (αλλά με αντιστροφή των συνεπειών των πράξεων αυτοκτονικού και «γρουσούζη»), το φιλμ αν και απέχει από το να χαρακτηριστεί συνολικά ενοχλητικό (όπως η πλειονότητα των καλοκαιρινών γαλλικουργιών…), αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση έργου της μιας ιδέας, που όταν αυτή εξαντλείται δεν υπάρχει κάτι άλλο για να κινήσει το ενδιαφέρον. Ο τρόπος με τον οποίο η Βικτουάρ γίνεται κολλιτσίδα στον Αλέν έχει γούστο στην αρχή (η φάση με τον ελεγκτή εισιτηρίων δεν είναι άσχημη), όμως, κατόπιν η φάρσα και οι παρεξηγήσεις κάπου το «τερματίζουν». Η γλυκόπικρη αντανάκλαση της φήμης που χάνεται αντιπαραβάλλεται με την επιθυμία του να τελειώσουν όλα μια ώρα αρχύτερα, πασχίζοντας να βρεθεί χαραμάδα αισιοδοξίας στον αναπάντεχο (όσο και βεβιασμένο) έρωτα. «Ας αγαπηθούμε όσο ζούμε, ας μην περιμένουμε τον θάνατο να μας βρει», αναφέρει στους στίχους του το τραγούδι του Βαλερί που ακούγεται στους τίτλους τέλους. Σωστό, αλλά με τόσες «γαλλικές κωμωδίες του καλοκαιριού», ο θάνατος… κάπου εδώ κοντά βρίσκεται!
