FreeCinema

Follow us

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ (2026)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρησκευτική Βιογραφία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στάμος Τσάμης
  • ΚΑΣΤ: Προκόπης Αγαθοκλέους, Νικήτας Τσακίρογλου, Χρήστος Λούλης, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Σμαράγδα Σμυρναίου, Γιάννης Στάνκογλου, Γιώργος Αρμένης, Χριστίνα Παυλίδου, Αντώνης Κατσαρής, Παΐσιος Έξαρχος, Δημήτρης Ήμελλος, Δρόσος Σκώτης, Δέσποινα Γκάτζιου, Ρηνιώ Κυριαζή, Κώστας Αποστολάκης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου ξεριζώνεται και παίρνει τον δρόμο της προσφυγιάς για την Ελλάδα. Ο μικρός μεγαλώνει στην Κόνιτσα της Ηπείρου, με γιαγιά και μαμά να του μεταδίδουν τη βαθιά τους πίστη στον Χριστό και την αγάπη για τον συνάνθρωπο. Μέσα του φουντώνει η επιθυμία να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή, καταλήγει μοναχός και παίρνει το όνομα Παΐσιος.

Το είδαμε κι αυτό! Μία τηλεοπτική σειρά να γεννά μία «ταινία». Μέχρι τώρα, συνέβαινε το αντίθετο: η επιτυχία μιας ταινίας οδηγούσε στη δημιουργία μιας τηλεοπτικής σειράς. Με τον σεναριογράφο της ταινίας (ενδεχομένως) να κρατά έναν «συντονιστικό» ρόλο στη συγγραφή των επεισοδίων, που «αναπτύσσουν» την αρχική πλοκή ή ιδέα (αυτήν της ταινίας), αλλά με άλλους ηθοποιούς και άλλον σκηνοθέτη (ή σκηνοθέτες). Με τους τελευταίους να καθοδηγούν τους πρώτους στα καινούργια γυρίσματα, των σκηνών που θα συνθέσουν τις ιστορίες των επεισοδίων της σειράς.

Εδώ, συνέβη το αντίθετο: η επιτυχία της σειράς οδήγησε στη δημιουργία της «ταινίας». Στην οποία «ταινία», όλοι οι συντελεστές είναι ίδιοι. Διότι δεν γυρίστηκε ξανά τίποτα. Όλα προέκυψαν από το αρχικό υλικό, δια της αφαιρετικής μεθόδου. Δηλαδή, με τη διαγραφή (των περισσότερων) σκηνών και τη συντόμευση όσων θεωρήθηκαν «ουσιαστικές», έτσι ώστε να «κυλήσει» το στόρι. Μονταζιακά, που λέμε (και πολύ θα ήθελα να μάθω αν πληρώθηκε κανείς από τους ηθοποιούς γι’ αυτό το extra προϊόν, που προήλθε από τη σειρά στην οποία είχαν μετάσχει).

Η μέθοδος δεν ήταν άγνωστη. Στο παρελθόν, όταν μία σειρά επανερχόταν στο προσκήνιο, μετά από μια μικρή απουσία ή με επόμενο κύκλο, οι τηλεοπτικοί σταθμοί ζητούσαν από τον παραγωγό της να φτιάξει μία τηλεταινία – σύνοψη των όσων είχε ήδη δει το κοινό, ώστε να ξαναθυμηθεί πρόσωπα και γεγονότα και να μπορέσει να παρακολουθήσει τη μετεξέλιξή τους. Στη μικρή οθόνη, πάντα. Και από τη συχνότητα του ίδιου τηλεοπτικού σταθμού. Ανέξοδα για τον θεατή, στον οποίο (ιδίως εάν είχε ασθενή μνήμη) προσέφερε μια σημαντική υπηρεσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η «ταινία» (πάντα σε εισαγωγικά, μιας και δεν πρόκειται για κινηματογραφική ταινία), αυτή η μονταζιακά φτιαγμένη τηλεταινία, τι έρχεται να προσφέρει; Τίποτα απολύτως! Η σειρά από την οποία προήλθε είχε κάνει πρεμιέρα τον Φεβρουάριο του 2022 και είχε ολοκληρωθεί σε εννέα ωριαία επεισόδια. Και είχε επανέλθει μ’ έναν δεύτερο κύκλο, τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2025, για να ολοκληρωθεί μετά από δώδεκα ωριαία επεισόδια.

Εάν η περί ης ο λόγος «ταινία» είχε μεταδοθεί από το MEGA, τον τηλεοπτικό σταθμό που είχε υποδεχθεί τον Α κύκλο (ο οποίος αρχικά προοριζόταν για το διαδικτυακό θρησκευτικό κανάλι Pemptousia TV), τον Δεκέμβριο του 2024, θα λέγαμε ότι αυτή ερχόταν να μας θυμίσει τα βασικά σημεία εκείνου. Σήμερα, που έχει πια ολοκληρωθεί ο Β κύκλος κι έχει τελειώσει η σειρά, τι έρχεται να μας θυμίσει; Και, μάλιστα, στη μεγάλη οθόνη, δηλαδή σε κινηματογραφικές αίθουσες; Τίποτα απολύτως, το επαναλαμβάνω. Το μόνο που έρχεται να κάνει είναι να κοροϊδέψει το κοινό. Να το ξεγελάσει, ότι θα δει κάτι άλλο, ενώ στην ουσία δεν είναι παρά μία «αρπαχτή»: τον οβολό του θέλει να υφαρπάξει. Με τον παραγωγό, το Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός (!), να διατείνεται ότι «τα έσοδα θα διατεθούν σε συλλόγους πολυτέκνων».

Το ότι πρόκειται περί αρπαχτής το γνωρίζει και η εταιρεία διανομής της «ταινίας». Γι’ αυτό και δεν προγραμμάτισε προβολή της για τους δημοσιογράφους. Ήξερε ότι το έμπειρο μάτι ενός κριτικού δεν θα ξεγελαστεί, όπως ήξερε και κάτι ακόμα: ότι πρόκειται περί μιας απερίγραπτης θρησκευτικής προπαγάνδας. Με την έννοια ότι κάνει κανονική πλύση εγκεφάλου στον θεατή της, ανάλογη εκείνης που γίνεται από τους ιερωμένους μέσω των διδαχών τους στους μαθητές του Κατηχητικού ή μέσω των εκ του άμβωνα κηρυγμάτων τους στο εκκλησίασμα. Αλλά και στις δύο αυτές περιπτώσεις (ιδίως στη δεύτερη), μιλάμε για πιστούς Χριστιανούς, κάτι το οποίο ενδεχομένως να μην ισχύει στην περίπτωση ενός απλού θεατή.

Το θέμα της Πίστης είναι κυρίαρχο στην «ταινία». Από τα πρώτα της κιόλας πλάνα: το τάμα του μικρού για τη γέννηση του αδελφού του, το χαρμόσυνο χτύπημα της καμπάνας στον τοπικό ναό, η πατρική στάση του ηλικιωμένου ιερέα, η βάπτιση, η έξοδος των ευλαβών Χριστιανών με τις εικόνες των Αγίων ανά χείρας, στην αρχή της πομπής από τα Φάρασα της Καππαδοκίας στην Ελλάδα. Και το νεογέννητο της ιστορίας, ο Αρσενίος Εζνεπίδης, είναι ένας άνθρωπος «ευλογημένος», ο οποίος έμελλε «να φωτίσει τους συνανθρώπους του προς δόξαν Θεού», πριν η Εκκλησία τον ανακηρύξει Άγιο! Διότι η Εκκλησία χρειάζεται τους Αγίους για να συντηρεί και να διαιωνίζει την ύπαρξή της, όπως ακριβώς χρειάζεται και τα… θαύματα.

Μία πρώτη γεύση απ’ αυτά παίρνουμε λίγο μετά την άφιξη των προσφύγων στον Πειραιά, όταν ο γέροντας Αρσένιος (Νικήτας Τσακίρογλου) «προκαλεί βροχή» και, χάρη σ’ αυτήν, σταματά τη διένεξη ανάμεσα στους ντόπιους και τους πρόσφυγες. Είναι κι αυτός ένας «Άγιος» εκ Καππαδοκίας, εξ αριστερών του οποίου θα σταθεί εντέλει και ο Παΐσιος (Προκόπης Αγαθοκλέους), έχοντας στο μεταξύ ακούσει τη φωνή του Κυρίου, κατανικήσει δις τον Σατανά, δώσει πλειστάκις ευλογία σε ανθρώπους και τελέσει τέσσερα θαύματα, κορύφωση των οποίων είναι η επαναφορά της όρασης σ’ ένα τυφλωμένο αγόρι και η θεραπεία ενός καρκινοπαθούς!

Αν με ρωτήσετε «πότε το πράγμα ξέφυγε;» δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να σας πω με ακρίβεια. Έχω την αίσθηση ότι το πράγμα είχε ξεφύγει από την αρχή των γυρισμάτων, όταν είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες για τη συνεχή παρουσία ενός μοναχού συμβούλου, που είχε τον τελικό λόγο στα πάντα. Ήταν το μάτι και το αυτί του Εφραίμ του Βατοπαιδινού και των πατέρων του Αγίου Όρους. Ήταν ο «σκηνοθέτης» πάνω από τον σκηνοθέτη, με τον Στάμο Τσάμη να έχει αφεθεί στις υποδείξεις του και να μην κάνει τίποτα για να προσδώσει στη γραφή του αν όχι αληθοφάνεια, τουλάχιστον κάτι που να θυμίζει «σήμερα». Απλώς, προσπαθεί να μας εμπλέξει σε μία αφήγηση όπου το «ευλόγησον» και το «ευλογείτε» βρίσκονται στα στόματα όλων, η δράση είναι αποσπασματική (λογικό, αφού η δίωρη «ταινία» του προήλθε από υλικό δεκατεσσάρων ωρών), οι χαρακτήρες είναι απίστευτα μονοδιάστατοι και τα δρώμενα λαμβάνουν χώρα στη φύση ή σε εσωτερικά αγροτικών σπιτιών, μονών και εκκλησιών.

Παρ’ όλα αυτά (ή σε πείσμα όλων αυτών), τίθεται ένα άλλο ερώτημα: γιατί ένας σημερινός θεατής θα βρει ενδιαφέρουσα ή ψυχαγωγική την αγιογραφική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφάσισε να μονάσει και να αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό; Το θέαμα, που είχαν οι παλιές χολιγουντιανές θρησκευτικές ταινίες ή οι ιταλικές απομιμήσεις τους, απουσιάζει. Κι αν έχεις δει ένα κρεμαστό γεφυράκι, τα έχεις δει όλα. Έχει γέλιο, όμως. Πολύ γέλιο. Το να βλέπεις έναν μοναχό να περπατά στη φύση ψάλλοντας λες κι είναι η Τζούλι Άντριους στη «Μελωδία της Ευτυχίας»! Από την άλλη, δεν έχει καθόλου χάζι να παρακολουθήσεις ανιαρά ή παράλογα γεγονότα, με πιο χαρακτηριστικό τον στρατευμένο Παΐσιο να τρέχει ανάμεσα σε εχθρικά πυρά, να παίρνει στον ώμο έναν λαβωμένο συμπολεμιστή του και να τον οδηγεί σε ασφαλές μέρος, χωρίς οι δεκάδες σφαίρες των… κομμουνιστών ανταρτών να τον αγγίζουν! Κι αν υποτεθεί ότι αποδέχεσαι τον ανάλαφρο και επιπόλαιο τρόπο με τον οποίο απαντάται η θεωρία του Δαρβίνου περί της εξέλιξης των ειδών, βγαίνεις πραγματικά από τα ρούχα σου με την κατά των αμβλώσεων προορατική «διδαχή» του Παΐσιου (και το επιμύθιό της), που γίνεται με τον ίδιο πρόσχαρο και χαμογελαστό τρόπο που ένας άλλος λαοπλάνος, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, μιλούσε στον κόσμο, ενώ (όταν οι περιστάσεις το απαίτησαν) άσκησε ευθέως τη δεσποτική και λογοκριτική βούλησή του, αιτώντας να μην μεταδοθεί από κανάλι της ελεύθερης τηλεόρασης η ταινία «Ο Τελευταίος Πειρασμός» του Μάρτιν Σκορσέζε.

Αν το φιλμ του Σκορσέζε είχε να κάνει με τον κινηματογράφο, η «ταινία» (και η σειρά) του Τσάμη έχει να κάνει με την ιδεολογία. Δεν έχει κανένα, μα κανένα κινηματογραφικό ενδιαφέρον – αλλά μέσω αυτής, μία φιλοσοφική θεωρία θέλει να επιβληθεί στον άνθρωπο. Εάν η Εκκλησία είχε (τότε) κατηγορήσει τον σκηνοθέτη ως βλάσφημο και είχε (πολύ πριν) αφορίσει τον Νίκο Καζαντζάκη ως άθεο, τι πρέπει να κάνει ο κριτικός απέναντι στον δικό του «Άγιο Παΐσιο», που είναι μία εκκλησιαστική παραγωγή; Να αποδεχθεί το μήνυμα της αγάπης και της θυσίας, αλλά να δει με πολύ σκεπτικισμό όλα τα άλλα. Η ζωή μπορεί να είναι σύντομη, αλλά και οι καιροί είναι δύσκολοι. Ιδιαίτερα σήμερα, που η εξουσία επιβάλλεται δια της ισχύος μ’ έναν τρόπο τόσο απροκάλυπτα ωμό όσο εκείνος που μεταχειρίζονταν ιερείς και ιεραπόστολοι… άλλων εποχών.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εάν ανήκετε σ’ εκείνους που είχαν δώσει το 24,9% μέση θεαματικότητα στον Β κύκλο της σειράς (υπερδιπλάσια του μέσου όρου του MEGA), με αιχμή τα 32,6% των γυναικών 18-24 και 33,7% των ανδρών 18-24, δεν έχετε κανέναν λόγο να δείτε τον «Άγιο Παΐσιο». Αποτελεί μία ανακεφαλαίωση των όσων έχετε ήδη δει. Οι υπόλοιποι (ιδιαίτερα όσοι δεν είστε θρησκευόμενοι ή πιστοί) θα τον βρείτε είτε όσο δεν παίρνει πληκτικό, είτε όσο δεν γίνεται σκοταδιστικό.


MORE REVIEWS

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ

Στη Βραζιλία του 1977, ο Αρμάντο φτάνει με πλαστή ταυτότητα στην πόλη όπου ζει κρυμμένος ο μικρός του γιος και αναζητά τρόπο διαφυγής από τη χώρα, όντας καταζητούμενος και με συμβόλαιο θανάτου από τη στρατιωτική δικτατορία.

ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ, ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ

Νεαρή σεναριογράφος γράφει στόρι μοναξιάς και αποξένωσης για επικειμένη ταινία, μέχρι που η μελαγχολία την επισκέπτεται στην πραγματικότητα.

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Ο κύριος Έρνσο φέρνει στα Ανεμοδαρμένα Ύψη ένα ορφανό αγόρι το οποίο μεγαλώνει σαν παιδί του. Έτσι, η κόρη του, Κάθριν, αποκτά στο πρόσωπο αυτού του νεαρού αγριμιού έναν αδελφικό φίλο που αποφασίζει να «βαφτίσει» Χίθκλιφ. Στον ενήλικο βίο τους, οι δυο τους θα νιώσουν την ερωτική έλξη μ’ έναν σχεδόν «πρωτόγονο» (και καταστροφικό) τρόπο.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Παππούς, γιος και εγγονός παρατηρούν την άγρια φύση στα Βόσγια Όρη της βορειοανατολικής Γαλλίας, με απώτερο στόχο την αντάμωση με το απειλούμενο είδος του αγριόκουρκου.

RABBIT TRAP

Στη δεκαετία του 70, ζευγάρι μουσικών μετακομίζει από το Λονδίνο σε μια απομονωμένη καλύβα στην Ουαλία, με σκοπό να συγκεντρώσει ήχους της Φύσης για την ολοκλήρωση ενός experimental album. Η ξαφνική εμφάνιση ενός αγοριού που σχετίζεται μαζί τους εμμονικά διαταράσσει την ισορροπία τους, παράλληλα με ένα πρωτάκουστο ηχητικό «ατύχημα» που θα τους φέρει κοντά σε μία μυθική διάσταση του δάσους.