ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ (2025)
(AFFEKSJONSVERDI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιόαχιμ Τρίερ
- ΚΑΣΤ: Ρενάτε Ρέινσβε, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ίνγκα Ιμπσντότερ Λίλεας, Ελ Φάνινγκ, Άντερς Ντάνιελσεν Λίε, Γέσπερ Κρίστενσεν, Λένα Έντρε
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 133'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Μετά τον θάνατο της μητέρας της, η Νόρα βλέπει τον πατέρα της να επιχειρεί να ξαναμπεί στη ζωή της, προτείνοντας της μάλιστα τον πρώτο ρόλο στην επερχόμενη ταινία του, μ’ ένα σενάριο που έχει γράψει αποκλειστικά για εκείνη.
Ο Γιόαχιμ Τρίερ σίγουρα έχει ένα ταλέντο: να δημιουργεί… αντιπαθητικές ηρωίδες! Όπως και στο «Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο» (2021), έτσι κι εδώ, από την πρώτη κιόλας σεκάνς της, η Νόρα του σου μεταδίδει κάτι το ενοχλητικό, καθώς αρνείται πεισματικά (και σχεδόν βλακωδώς!) να βγει στη σκηνή ενός θεάτρου και να παίξει τον (πρωταγωνιστικό) ρόλο της. Κλειδώνεται στο καμαρίνι της, κρύβεται στα παρασκήνια, καταστρέφει το φόρεμά της, αρπάζει έναν ηθοποιό και του ζητά να κάνουν σεξ ή, έστω, να τη χαστουκίσει! Η Νόρα έχει ένα «πρόβλημα»: δεν μπορεί να συγχωρήσει (ούτε και σκοπεύει ποτέ) τον πατέρα της, επειδή εκείνος χώρισε με τη μητέρα της, εγκαταλείποντας σύζυγο και δύο κόρες. «Καλώς» ήρθες στον κόσμο του… Ίνγκμαρ Μπέργκμαν!
Με ένα σενάριο τόσο φορτωμένο με γνώριμα μοτίβα από το μπεργκμανικό σύμπαν, σε βαθμό να φλερτάρει επικίνδυνα με κινηματογραφικό… ναυάγιο, ο Τρίερ χρησιμοποιεί ως «σωστική λέμβο» τους ηθοποιούς του, στους οποίους οφείλει ένα σεβαστό ποσοστό… ανοχής απέναντι στο σύνολο του έργου. Αν και υπάρχουν εξαιρετικές ιδέες (όπως τα περισσότερα flashback της κάθε γενιάς της οικογένειας των Μποργκ και της οικίας τους, η οποία φαντάζει σαν ένας ακόμη ζωντανός οργανισμός, ένας ακόμη ήρωας της ταινίας, αν και αφόρητα σχηματικός συμβολιστικά, με το που αναφέρεται η ανεξήγητη ρωγμή που ξεκινά από τα θεμέλιά του κι ορθώνεται ως τους τοίχους των ορόφων του), κάπου αρχίζεις να αισθάνεσαι πως μερικές από τις (αρκετές) υποπλοκές του ή περιττεύουν εντελώς (το «ειδύλλιο» της Νόρα μ’ έναν παντρεμένο ηθοποιό του θιάσου της) ή μπορεί και να είναι πιο ενδιαφέρουσες από την κεντρική δομή της πλοκής (το πώς ο πατέρας προσπαθεί να δουλέψει και να σκηνοθετήσει μία αντικαταστάτρια της Νόρα και… star του Χόλιγουντ, με έναν φιλμικό ρόλο που έγραψε αποκλειστικά για την κόρη του, τμήμα του φιλμ που δεν αποφεύγει τη ροπή προς το γουντιαλενικό ύφος, όμως, δίχως έναν γουντιαλενικό ήρωα!).
Μέσα στο πλαίσιο του ανοικονόμητου του σεναρίου, η μοναδική του συνέπεια ταυτίζεται με το δράμα συγκρούσεων που σταδιακά γίνεται όλο και περισσότερο… δακρύβρεχτο! Όλες (η Νόρα, η αδελφή της, η Αμερικανίδα star) ξεσπούν σε κλάματα, λες και είναι η πιο ουσιαστική οδός λύτρωσης για να ξεπεραστεί το όποιο «τραύμα» της ψυχής. Κατανοητό μέχρι ενός σημείου, εξαντλητικό μέσα στα 133 λεπτά της διάρκειας, τα οποία (μοιραία) λειτουργούν εις βάρος του φιλμ.
Με μία αίσθηση ότι ο Τρίερ επιχείρησε να «λογαριαστεί» με υλικό που κανονικά θα έβγαζε δυο-τρεις ταινίες (ή μια mini σειρά…), η «Συναισθηματική Αξία» καταλήγει να είναι ένα έργο που ζορίζεται λίγο για να πείσει πως αν ζούσε ο Μπέργκμαν σήμερα κάτι τέτοιο θα γύριζε. Τουλάχιστον, είναι μια κάποια πρόοδος από το… ανυπόφορο της προηγούμενης ταινίας του! Και μία επιπλέον παρατήρηση για κάτι που με ενόχλησε ιδιαίτερα και φανερώνει αδυναμία στη διαχείριση πρόσθετων υλικών που αποτελούν μέρος του φιλμικού συνόλου: ο άνθρωπος είναι παντελώς άσχετος από μουσική! Τραγούδια ξεπετάγονται εμβόλιμα από το πουθενά, δίχως να εξυπηρετούν κάτι, ούτε στην εξέλιξη της ιστορίας, ούτε συμβολικά για τους ήρωες, ούτε και σαν μουσικό «χαλί»! Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η χρήση του «Same Old Scene» των Roxy Music (καθώς ο Γκούσταβ οδηγεί για να συναντήσει τον παλιό του παραγωγό), με το τραγούδι να beat-άρει απότομα και να χάνεται μ’ ένα ακόμη πιο απότομο fade out, ακυρώνοντας (μέσα σε δευτερόλεπτα) κάθε λόγο ύπαρξής του στη σκηνή! Συμβαίνει και σε άλλες σκηνές κάτι παρόμοιο και αχρείαστο, σαν να μην υπάρχει καμία αίσθηση της ανάγκης του… mute. Το οποίο, εδώ που τα λέμε, θα έπρεπε να «πατηθεί» και σε μέρος των διαλόγων ή του (φευ!) voice-over.
