FreeCinema

Follow us

ΗΡΕΜΟ ΠΑΘΟΣ (2016)

(A QUIET PASSION)

  • ΕΙΔΟΣ: Ιστορική Βιογραφία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τέρενς Ντέιβις
  • ΚΑΣΤ: Σίνθια Νίξον, Τζένιφερ Ίλι, Κιθ Καραντίν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: NEO FILMS

Η ζωή της μοναχικής ποιήτριας Έμιλι Ντίκινσον, από την εποχή της εφηβικής επανάστασης μέχρι τα χρόνια του εγκλεισμού στο σπίτι των γονιών της και τη συγγραφή των πολυάριθμων ποιημάτων που την ανέδειξαν, μετά θάνατον, σε μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές Αμερικανίδες δημιουργούς του 19ου αιώνα.

Έναν χρόνο μετά το «Ένα Τραγούδι για το Ηλιοβασίλεμα», ο Βρετανός Τέρενς Ντέιβις παραμένει σε mood εποχής, αυτή τη φορά για να καταπιαστεί με τη βιογραφία της Έμιλι Ντίκινσον, μιας εκ των πιο ξεχωριστών – ιστορικά – περιπτώσεων ποιητικού δημιουργού, με τη Σίνθια Νίξον σε ρεσιτάλ ερμηνείας, κάτι που αποτελεί και τον μοναδικό λόγο για να δει κανείς το εν λόγω φιλμ, αφού η… βασανιστικά αργή σκηνοθεσία του Ντέιβις πρόκειται να αυξήσει υπερθετικά τη διάρκεια της ταινίας στο μυαλό σου, από δίωρη σε τουλάχιστον τρίωρη (και βάλε…).

Οι ταινίες εποχής αποτελούν πάντοτε πρόκληση για εμάς που (ίσως και να υποχρεωνόμαστε ενίοτε να) γράφουμε γι’ αυτές, πολλώ δε μάλλον για τους θεατές που τις βλέπουν, αφού συνήθως η συνταγή είναι ακριβώς η ίδια: προσεγμένα σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, ένας συνολικός σχεδιασμός παραγωγής μελετημένος μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια (σερβίτσιου, που λέει ο λόγος…). Για εμένα, αυτή αποτελεί την οπτική βάση κάθε νέας κυκλοφορίας που πραγματεύεται κάτι από το παρελθόν και φέρει την «ταμπέλα» της ταινίας εποχής. Και, ναι, φυσικά και το «Ήρεμο Πάθος» είναι μια καλοδουλεμένη παραγωγή και, ναι, πώς δεν θα μπορούσε να ήταν από τη στιγμή που εξυπηρετεί έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό (και αυτό το τόσο ακαδημαϊκό genre); Ξεμπερδεύοντας, λοιπόν, με συνοπτικές διαδικασίες από το ενδυματολογικό / σκηνογραφικό (είναι καλά, θα μπορούσαν και καλύτερα), μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η νέα ταινία του Ντέιβις μου άφησε μονάχα την αίσθηση της… αφόρητης πλήξης (μην κάνεις πως ξαφνιάζεσαι!).

Ως ιστορική βιογραφία, η υπόθεση επικεντρώνεται αναμενόμενα γύρω από το πρόσωπο της Ντίκινσον, με την ταινία να χωρίζεται χοντρικά σε δυο χρονικές περιόδους, αυτή της ηρωίδας ως μαθητευόμενης εφήβου και κατόπιν ως ενήλικης, επίδοξης ποιήτριας. Μαχόμενη από νωρίς τον πουριτανισμό και τον θρησκευτικό συντηρητισμό της εποχής της, η Ντίκινσον θα βρει καταφύγιο στα γραπτά της, αντλώντας έμπνευση από το οικογενειακό της περιβάλλον και τις ελάχιστες επαφές που διατηρεί με τον ευρύτερο κοινωνικό της περίγυρο. Περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας της – και ολόκληρης της ζωής της – απομονωμένη στο δωμάτιό της, η Ντίκινσον θα «οχυρωθεί» οριστικά και αμετάκλητα πίσω από τα ποιήματά της, λαχταρώντας την αναγνώριση σε ένα περιβάλλον που δεν διαθέτει χώρο για γυναίκες, πόσω μάλλον για κόρες που παρακούν τις χριστιανικά προσανατολισμένες εντολές του πατέρα τους, αδιαφορώντας παράλληλα για τις προκαθορισμένες, ηθικά χρηστές νόρμες της ποιητικής συγγραφής.

Το φιλμ του Ντέιβις θα μπορούσε να αποτελέσει μια πραγματικά «ζουμερή» απεικόνιση της ζωής μιας γυναίκας που βρέθηκε σε σύγκρουση με την εποχή της, υπό τους δικούς της πάντα όρους, γράφοντας ασταμάτητα και επιλέγοντας να παραμείνει πιστή στα δικά της πιστεύω, ακόμα και μέχρι τη στιγμή του επίπονου θανάτου της. Αντ’ αυτού, ο Βρετανός σκηνοθέτης επιλέγει να μας πλασάρει ένα «ποιητικό κομψοτέχνημα» (τι;), υιοθετώντας στην κινηματογραφική απόδοση του σεναρίου του τον ράθυμο και μελαγχολικό ρυθμό των κειμένων της Ντίκινσον, καταφανώς εξαντλώντας την υπομονή τού θεατή μέσα στο πρώτο μισάωρο της ταινίας, κάπου εκεί δηλαδή που συνειδητοποιείς τι θα ακολουθήσει την υπόλοιπη μιάμιση ώρα (όχι, Θεέ μου!), καθώς βυθίζεσαι απελπισμένα στη θέση σου ή (μεταξύ μας) απλά εγκαταλείπεις την προβολή. Παρά τις προσπάθειες για την ανάδειξη της πλοκής μέσα από ημιφωτισμένα δωμάτια και χρωματικά contrast εσωτερικού / εξωτερικού χώρου με σκοπό τον «αντικατοπτρισμό» του ψυχισμού της ηρωίδας, ο Ντέιβις αποτυγχάνει οικτρά στη διατήρηση του ελάχιστου ενδιαφέροντος, «ακινητοποιώντας» την κάμερά του και καταγράφοντας μια σειρά από διαδοχικά μακρόσυρτα πλάνα πρόζας που ενίοτε «σπάνε» από πλάνα γερανού, τα οποία όμως δεν προσδίδουν τίποτα επιπλέον, πέραν μιας μικρής αλλαγής στον τρόπο κινηματογράφησης. Οι διάλογοι του πρωταγωνιστικού καστ είναι ατέρμονοι και εξουθενωτικά θεατρικοί, με τους ηθοποιούς να μην αλλάζουν τις περισσότερες φορές ούτε καν τη στάση του σώματός τους, παραμένοντας διαρκώς «κολλημένοι» εντός κάδρου, σε μια κατάσταση προσποιητής «ποιητικής» απαγγελίας που ουδεμία σχέση έχει με την εύθραυστη γλώσσα της Ντίκινσον.

Μοναδική «όαση» η Σίνθια Νίξον στον ρόλο της Έμιλι Ντίκινσον, που εδώ δίνει μια ερμηνεία ζωής, έχοντας αφομοιώσει πλήρως τη θεατρική της παιδεία και μεταφέροντας το εκτόπισμα αυτής στη μεγάλη οθόνη, αποδεικνύοντας πως μπορεί να σταθεί επάξια σε πρώτους ρόλους. Κατά τα άλλα, οι λοιποί χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο υποστηρικτικά, με μοναδική ίσως εξαίρεση την Κάθριν Μπέιλι στον ρόλο της προοδευτικής Βράιλινγκ Μπάφαμ, που όμως κάπου «καίγεται» γρήγορα. Την οικογένεια Ντίκινσον πλαισιώνουν επίσης η Τζένιφερ Ίλι στον ρόλο της χαμογελαστής αδελφής τής Ντίκινσον, Βίνι, καθώς και ο Κιθ Καραντίν ως πάτερ φαμίλιας σε μια ερμηνεία στα όρια του… «βαλσαμωμένου». Το «Ήρεμο Πάθος» (ύπουλο μειδίαμα εδώ) αποτελεί ένα άνευρο βιογραφικό δράμα με βαριεστημένο ρυθμό και εικόνες που θέλουν να σε πείσουν πως πρόκειται για μια καλλιτεχνίζουσα κινηματογραφική απόδοση του ψυχισμού της διάσημης ποιήτριας, τη στιγμή που στην πραγματικότητα είναι απλά μια ταινία εποχής δίχως ίχνος εκλεπτυσμένης αφηγηματικότητας και γοητείας.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ακόμη κι αν σου αρέσουν οι ταινίες εποχής, δεν ξέρω τι μπορεί να σε συναρπάσει σε τούτο εδώ το φιλμ, εκτός κι αν είσαι μεγάλος fan της Νίξον και περίμενες πώς και πώς να τη δεις σε ρόλο πρωταγωνίστριας, οπότε πάω πάσο. Σε διαφορετική περίπτωση, είναι μάλλον ακατανόητο το γιατί αυτή η ταινία πήρε διανομή στην Ελλάδα, τη στιγμή που το μεγαλύτερο (και αξιόλογο) μέρος της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη παραγνωρίστηκε στη χώρα μας επί σειρά δεκαετιών. Last but not least: έχουμε Ιούνιο μήνα!


MORE REVIEWS

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

GREENLAND: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κομμάτια ενός κομήτη πλησιάζουν απειλητικά τη Γη. Πολιτικός μηχανικός που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, λαμβάνει κυβερνητικό μήνυμα στο κινητό του, το οποίο τον καλεί να πάρει την οικογένειά του και να κατευθυνθούν προς καταφύγιο για… λίγους και εκλεκτούς. Θα φτάσουν ποτέ;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.

ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΣ

Επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών, που δεν διάγει λαμπρές ημέρες εξαιτίας της ήττας του κόμματος στις προεδρικές εκλογές, ανακαλύπτει χρυσάφι σε χωριό του Γουισκόνσιν, στο πρόσωπο βετεράνου στρατιωτικού. Τον πείθει να κατέβει για Δήμαρχος στις τοπικές εκλογές προσδοκώντας σε μεγάλα κομματικά οφέλη από πιθανή του νίκη, όμως οι αντίπαλοι Ρεπουμπλικάνοι δεν πρόκειται να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Κατάκοιτος πατέρας, χαμένος στον μπερδεμένο κόσμο της άνοιας, αναπολεί στιγμές του παρελθόντος του. Η κόρη του είναι εκεί για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Θα βρει τη ζωή που (δεν) ζει;