Ήταν απόλυτα φυσικό ο Μανώλης να γίνει ο πρώτος μου συνοδός στις κινηματογραφικές μου εξόδους. Από πολύ μικρή ηλικία, σε μια γειτονιά της Αθήνας όπου τα σινεμά βρίσκονταν σε αποστάσεις που μπορούσαν και να περπατηθούν ακόμη, αυτή η μορφή ψυχαγωγίας άρχισε να γίνεται κάτι που (θα) ζητούσα όλο και πιο συχνά. Ο Μανώλης, φυσικά, δεν είχε καμία αντίρρηση. Ούτε κι όταν χρειαζόταν να πάρουμε τους δρόμους, για να πάμε (ας πούμε) μέχρι το ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ και να δούμε τον «Πόλεμο των Άστρων» και τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου». Αρκεί η ταινία να μην είχε σκηνές… με αίμα! Εγώ το διασκέδαζα, ο Μανώλης έκλεινε τα μάτια του! Με το ζόρι είχε αντέξει τα «Σαγόνια του Καρχαρία» στο ΚΑΛΥΨΩ. Όταν πήγα να το ξαναδώ, δεν ήρθε μαζί μου. Ούτε και στο «Άλιεν», στο ΤΡΟΠΙΚΑΛ, είχε περάσει καλά…
Η ΕΛΣΗ, το ΣΠΟΡΤΙΓΚ, ο ΑΤΤΑΛΟΣ και το ΦΙΛΙΠ τα καλοκαίρια. Ο μικρός μου παράδεισος στη Νέα Σμύρνη. Κι ύστερα τα σινεμά της Καλλιθέας και της Βουλιαγμένης. Και στις διακοπές, η ΜΑΡΙΑΝΑ και η ΓΟΡΓΟΝΑ, όπου μπαίναμε με άνεση σε όλα τα ακατάλληλα έργα κι έτσι έμαθα ακόμη καλύτερα το σινεμά. Πιο ουσιαστικά. Όχι πια παιδικές ταινίες, έργα καταστροφής και ζώα που μαζί με τη φύση εκδικούνταν τον άνθρωπο. Η «Σκυλίσια Μέρα», το «Δίκτυο», το «Εξπρές του Μεσονυκτίου», η «Φωλιά του Κούκου», ο «Ελαφοκυνηγός», τα «Αδέσποτα Σκυλιά». Δεν υπήρχε περίπτωση να πάω ποτέ σε κατασκήνωση και να χάσω έστω και μία νύχτα στα σινεμά!
Ο Μανώλης, από την άλλη, ήταν πιο παλαιομοδίτης. Είχαμε ξεκινήσει με «Κλεοπάτρα» και «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι». Epic Χόλιγουντ κι έτσι. Το αγαπημένο του κινηματογραφικό είδος ήταν τα γουέστερν. Θυμάμαι να σκυλοβαριέμαι στο «Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο». Η «Άγρια Συμμορία» ήταν ΟΚ (για μένα). Αλλά… πολύ αίμα, ρε παιδί μου!
Ο Μανώλης ήταν το «διαβατήριό» μου για τα ακατάλληλα στην Αθήνα. Και τράβηξε τα πάνδεινα μέχρι να βρούμε ένα σινεμά όπου θα με άφηναν να μπούμε για να δω το πρώτο «Παρασκευή και 13»! Δεν καταλάβαινα πόσο τον… βασάνιζα, όμως, για μένα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Απλά, θα έκλεινε τα μάτια του σε περισσότερες σκηνές…
Καθώς μεγάλωνα και τα γούστα μου άλλαζαν (σταδιακά, είχα αποδεχτεί και τη «βαριά κουλτούρα»!), προτιμούσε να με αφήνει στο σινεμά και να έρχεται να με πάρει μετά το τέλος της προβολής. Ύστερα ήρθε η βιντεοκασέτα, βολεύτηκε με το να του πηγαίνω ταινίες για να δει στο σπίτι, ενώ εγώ δεν άφηνα σημείο της πόλης όπου υπήρχαν κινηματογράφοι – ειδικά στα σαββατοκύριακα μπορεί να έβλεπα και τέσσερις ή πέντε ταινίες στα σινεμά, συνδυάζοντας πετυχημένα τις αποστάσεις και τις ώρες έναρξης.
Εκεί, λοιπόν, στα χρόνια της VHS, ο Μανώλης είχε αναπτύξει μια δική του λογική… «κριτικής αξιολόγησης» για τα έργα που παρακολουθούσε. Κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει στο παρελθόν. Αν σταματούσε το έργο κι έβγαζε την κασέτα, το φιλμ ήταν ανυπόφορο (εγώ του είχα πει να μη βάλει να δει το «2001» ή το «Delicatessen» από τις δικές μου κασέτες, δεν με άκουσε…). Αν το έβλεπε μέχρι τέλους και (μάλλον) το διασκέδαζε, ήταν… «σαχλαμάρα»! Όταν έλεγε «καλό ήταν», στην πραγματικότητα ήταν… ταινιάρα! Κι όταν ήταν κακόκεφος από τις πολλές μετριότητες, άδειαζα γι’ αυτόν τα ράφια με τα γουέστερν.
Ο Μανώλης δεν καταλάβαινε γιατί ήθελα ν’ ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Θεωρούσε πως θα περάσω δύσκολα. Είχε δίκιο. Αλλά δεν αφήνεις κάτι που αγαπάς για ν’ ασχοληθείς μονάχα με… «τα προς το ζην». Αργότερα το δέχτηκε. Κατάλαβε πως κάτι έκανα καλά και ο κόσμος το αναγνώριζε. Το σεβόταν. Κι αυτό κάπου τον έκανε υπερήφανο, όσο κι αν δεν το έδειχνε. Όταν του έδειξα την αφίσα που σκέφτηκα να κάνουμε φέτος για το ΞΑΦΝΙΚΑ με την παλιά φωτογραφία του, χαμογέλασε με τρόπο που είχα ξεχάσει να βλέπω στο πρόσωπό του.
Τον τελευταίο καιρό, μετά από εκείνο το ανόητο ατύχημα, την παραμονή του στο νοσοκομείο, την εγχείρηση και την αδυναμία του να βγαίνει έξω, όπως έκανε σχεδόν κάθε μέρα (εκτός από περιπτώσεις κακοκαιρίας), είχε αποφασίσει να αφεθεί. Με εκατό χρόνια στην πλάτη του, πια, δεν ήθελε άλλο. Ήθελε να είναι ζωντανός. Όχι έτσι, όμως. Και κάθε μέρα περίμενε να έρθει αυτή η μέρα. Η 9η Αυγούστου του 2026.
Ο Μανώλης μου έδωσε ζωή. Και κάτι παραπάνω. Κάποτε του το επέστρεψα αυτό το «δώρο». Και δεν ήταν η μοναδική φορά που είχε κινδυνέψει να πεθάνει. Συνήθιζα να λέω πως είχε «σπαταλήσει» τρεις ζωές. Είχε «πάει» κι είχε γυρίσει πίσω τόσες φορές, πάντα δυνατός. Αλλά η ζωή δεν είναι αιώνια. Τουλάχιστον εδώ…
Μπαμπά, δεν ξέρω πως θα είναι ο κόσμος μου χωρίς εσένα, πια. Και δεν θα μάθεις πόσο ακόμα θέλω να σε ευχαριστώ για όλα αυτά.
