FreeCinema

Follow us

«Trainspotting»: The Cannes interview.


Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

Εκείνα τα χρόνια, η είδηση δεν ταξίδευε σε δευτερόλεπτα, κανένα κανάλι streaming ή ακόμη και τα… «τορεντάδικα» δεν κάλυπταν άμεσα την περιέργειά σου για να παρακολουθήσεις ένα νέο φιλμ που ξεσήκωνε το hype (έστω στην πατρίδα του, αρχικά) και, για πολλές από τις ευρωπαϊκές παραγωγές ειδικά, η μεγάλη «πασαρέλα» ήταν το Φεστιβάλ των Καννών. Εάν πετύχαινες εκεί, ο υπόλοιπος κόσμος θα σε… προσκυνούσε! Βρισκόμαστε στο 1996 και η δεύτερη ταινία του Ντάνι Μπόιλ, το «Trainspotting», βιώνει την εμπειρία του κόκκινου χαλιού στην Κρουαζέτ. Ήταν 13 Μαΐου. Μετά την προβολή… υστερία! Στο party που ακολούθησε, με τους Leftfield να παίζουν live και τα μπάσα να κοντεύουν να γκρεμίσουν συθέμελα το κτήριο, χορεύαμε ανάμεσα στα μισά (και πλέον σημαντικότερα) μέλη της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας. Από τον Ντέιμον Άλμπαρν μέχρι τον Μικ Τζάγκερ. Η κατάσταση ευφορίας δεν περιγράφεται. Ούτε και ξανάγινε τέτοιο πράγμα.

Είχα την τύχη να συναντήσω τους τρεις ανθρώπους που ευθύνονταν γι’ αυτή την επιτυχία. Ο Άντριου ΜακΝτόναλντ (παραγωγός), ο Τζον Χοτζ (σεναριογράφος) και ο Ντάνι Μπόιλ (σκηνοθέτης), σαν κανονική συμμορία που μόλις είχε «κατακλέψει» το σύμπαν ολόκληρο, βρίσκονταν στο Carlton και ήταν (σχεδόν) έτοιμοι να απαντήσουν στις ερωτήσεις μου, φιλτράροντας διακριτικά την πιθανότητα να πέσουν σε κακοτοπιά, λες και μιλούσα με πολιτικούς που πρόσεχαν μη χαλάσουν το προφίλ τους! Τα υπόλοιπα που θα διαβάσετε είναι όσα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ (στο τεύχος 72, του Οκτωβρίου του 1996), όταν το φιλμ έφτασε και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες…

Θα ήθελα να πάρω μια ασπιρίνη… Οι βασικοί συντελεστές του «Trainspotting» πάνε «πακέτο» (ο παραγωγός Άντριου ΜακΝτόναλντ, ο σεναριογράφος Τζον Χοτζ και ο σκηνοθέτης Ντάνι Μπόιλ). Τρεις άνθρωποι που μπορεί και να μιλάνε ταυτόχρονα, κάνοντας κουβεντούλα μεταξύ τους, και μια απομαγνητοφώνηση συνέντευξης που δεν θέλω να σκέφτομαι από τώρα! Βρίσκομαι στο γελοίο χώρο του καζίνου του Carlton, ο Ντάνι Μπόιλ τρέχει προς… νερού του και δυο nerd φάτσες με «ανακρίνουν» με το βλέμμα τους. Ο Θεός βοηθός! RΕC.

Πριν από τα «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων», το σινεμά της Σκωτίας θύμιζε… κακό ανέκδοτο, χωρίς ίχνος γούστου και πρωτοτυπίας. Όταν, όμως, η ταινία άρχισε να φέρνει λεφτά από τα ταμεία όλου του κόσμου, αυτή που καρπώθηκε την επιτυχία ήταν η «προστάτιδα» Αγγλία, αφού οι κριτικοί και ο Τύπος της ήταν εκείνοι που τη μεταμόρφωσαν σε «φαινόμενο», έτοιμο για εξαγωγή και παγκόσμια κατανάλωση. Το τρίο των Μπόιλ, Χοτζ και ΜακΝτόναλντ, με την ιδιότητα των «θαυματοποιών», είχαν πια στη διάθεσή τους τα καλύτερα studios της Αγγλίας και τις συνηθισμένες προτάσεις του Χόλιγουντ, το οποίο αναζητά πάντα «μεταγγίσεις» από την Ευρώπη για δημιουργικά projects όπως το… τρίτο sequel του «Alien».

Τι επέλεξαν οι τρεις φίλοι; Ένα cult βιβλίο με ήρωα έναν ηρωινομανή, ένα χαμηλό budget 1.700.000 λιρών και τις εγκαταστάσεις μιας παλιάς καπνοβιομηχανίας, τις οποίες μετέτρεψαν σε studio. Το «Trainspotting», η δεύτερη συνεργασία τους, χαρακτηρίστηκε ως «η καλύτερη βρετανική ταινία της δεκαετίας του ’90» πριν ακόμα προβληθεί στη χώρα της, ενώ η προπώληση των δικαιωμάτων της είχε ξεπεράσει τις 2.000.000 λίρες! Η μαζική υστερία κοινού και κριτικής για μια ταινία εγχώριας παραγωγής δεν είχε πρόσφατο προηγούμενο στη Βρετανία. Οι Κάννες σηματοδότησαν την εξάπλωση της μανίας κι εμείς, αφού ζήσαμε το όλο φαινόμενο, σας δίνουμε μία και μοναδική οδηγία: believe the hype!

Απ’ όσο ξέρω, χωρίς να έχω διαβάσει το ομώνυμο βιβλίο του Έρβιν Γουέλς στο οποίο βασίστηκε η ταινία, η μεταφορά του δε θα πρέπει να ήταν τόσο εύκολη υπόθεση. Η γλώσσα του είναι αρκετά δύσκολη…

Τζον Χοτζ: Αν δεν είσαι Σκωτσέζος, ναι, είναι δύσκολη. Δε μιλάμε για λογοτεχνική γλώσσα, αλλά για τοπική διάλεκτο ανθρώπων που ανήκουν στην εργατική τάξη. Το βιβλίο έχει μια αυθεντικότητα σ’ αυτό, ο λόγος ήταν ιδιαίτερα ρεαλιστικός, με έναν δικό του ρυθμό… Η σεναριακή διασκευή του ήταν μεγάλη πρόκληση και οι γλωσσικές αλλαγές που έκανα ήταν απαραίτητες, γιατί η ταινία δεν απευθύνεται μόνο σε Σκωτσέζους… Μην το βλέπεις σαν συμβιβασμό. Σκέψου πως ο θεατής έχει μόνο μία ευκαιρία για να καταλάβει τι άκουσε. Και σ’ αυτή την περίπτωση μιλάμε για slang, η κατανόηση της οποίας δυσκολεύει ακόμα και τους Άγγλους! Επίσης, το βιβλίο έμοιαζε με καλειδοσκοπική συλλογή μικρών ιστοριών. Αυτό που είδες στην οθόνη ήταν μία επιλεκτική διασκευή τους. Διαφορετικά, θα μπορούσαμε μ’ αυτό το υλικό να είχαμε κάνει τρεις ταινίες ή μια τηλεοπτική σειρά είκοσι ωρών! (Ο Μπόιλ φτάνει στο σαλόνι και παρακολουθεί τη συζήτηση. Ακολουθούν τα τυπικά. Χειραψίες, «από την Ελλάδα» και τα λοιπά. Το τρίο συμπληρώθηκε. Ξεκινάμε.)

Το «Shallow Grave» προβλήθηκε στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, με τον τίτλο «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων». Δεν είναι περίεργο ότι αυτός ο τίτλος αποδίδει κατά κάποιον τρόπο και το περιεχόμενο του «Trainspotting»;

Ντάνι Μπόιλ: Το εννοείς επειδή συμβαίνει αυτό με τα λεφτά στο τέλος; Ναι, δεν έχεις άδικο. Είναι, όμως, μια απλή σύμπτωση. Έτυχε το θέμα της φιλίας και της προδοσίας που εξετάζαμε στα «Μικρά Εγκλήματα» να υπάρχει και στο βιβλίο του Γουέλς.

Πώς προσεγγίζεται το θέμα της φιλίας στο «Trainspotting»;

Τ.Χ.: Πιστεύω πως όλοι μας είμαστε ικανοί για τα πάντα. Και πολλές φορές, για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, παρουσιάζουμε τον υπόλοιπο κόσμο σαν «τέρατα», διαφορετικά από εμάς. Στην ταινία νιώθεις τη σήψη στις σχέσεις και την αδιαφορία για συγχώρεση. Για τον Ρέντον δεν υπάρχει φιλία και από ένα σημείο και μετά η φυγή από την παρέα σημαίνει ανάγκη για επιβίωση…

Τελικά, και οι δυο ταινίες βγάζουν ένα κοινό ηθικό δίδαγμα κατά της φιλίας…

Ν.Μ.: (Γελάει.) Θα προτιμούσα να τις αποκαλώ παλιομοδίτικα ηθικά διδάγματα γύρω από την απληστία.

Πόσα χρόνια είστε φίλοι εσείς οι τρεις;

Άντριου ΜακΝτόναλντ: Στη δουλειά που κάνουμε, δεν υπάρχουν φίλοι. Υπάρχουν μόνο συνεργάτες… (Τα γελάκια εξακολουθούν.)

Ν.Μ.: Αν και περνάμε πολύ χρόνο μαζί. Σαν παντρεμένοι, σχεδόν…

Τ.Χ.: Και το διαζύγιο θα μας κοστίσει πάρα πολύ, τώρα πια!

Όσον αφορά στα ναρκωτικά, η ταινία απεικονίζει αρκετά γραφικά και ρεαλιστικά το θέμα. Κάνατε κάποια ιδιαίτερη έρευνα γι’ αυτό;

Ν.Μ.: Ναι, το βιβλίο ήταν ιδιαίτερα λεπτομερές πάνω στο θέμα της χρήσης. Αυτομάτως αυτό μας ανάγκασε να έρθουμε σε επαφή με ανθρώπους – παραδείγματα. Πρώην junkies, κυρίως, αλλά και τωρινούς χρήστες. Ήταν καταθλιπτικό, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ενδιαφέρον. Παραδόξως, η πραγματικότητα που βρήκαμε ερχόταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο του βιβλίου, όπου υπήρχε ενέργεια, χιούμορ και αισιοδοξία για τη ζωή. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε τότε, μέχρι τη στιγμή που γνωρίσαμε ένα group από πρώην χρήστες, μέλη του Carlton Athletic Drug Rehabilitation Centre της Γλασκώβης. Πολύ σκληροί τύποι. Βίαιοι. Έκαναν ηρωίνη και κατάφεραν να τη σταματήσουν, χωρίς ν’ ακολουθήσουν κάποιο πρόγραμμα της Κυβέρνησης χρησιμοποιώντας μεθαδόνη ή υποκατάστατα. Την έκοψαν μόνοι τους και τώρα είναι παθιασμένοι με τα sports και οργανώνουν sessiοns όπου μιλάνε για τις εμπειρίες τους. Οι εξομολογήσεις τους ήταν πολύ πιο σκληρές από το περιεχόμενο του βιβλίου. Ήταν καταπληκτικοί, γιατί σ’ έκαναν να νιώθεις μια θετική ενέργεια. Αυτοί μας καθοδήγησαν, μας έδειξαν και μας εξήγησαν τα πάντα γύρω από τα ναρκωτικά. Ήταν πολύ σημαντικό αυτό για τους ηθοποιούς.

Ποιο ήταν, τελικά, το μήνυμα που πήρες απ’ αυτούς;

Ν.Μ.: Με μια λέξη, το μήνυμα ήταν… χιούμορ! Μαύρο. Πίσσα… (Γέλια.) Το διασκέδαζαν μέσα σ’ όλη τη μιζέρια τους και ελπίζω πως αυτό το πνεύμα έχει περάσει στην ταινία.

Τ.Χ.: Μας βοήθησε και το γεγονός ότι γνώριζαν το βιβλίο. Μοιράστηκαν μαζί μας το σεβασμό που δείξαμε σ’ αυτό και, προσωπικά, τους πρότεινα να μη διστάσουν για οποιαδήποτε πρόταση αλλαγής ή διόρθωσης στο σενάριο.

Η αισθητική του βρετανικού σινεμά έχει διαφοροποιηθεί αρκετά σε σχέση με αυτήν της δεκαετίας του ’80 και παρατηρώ μια αποστροφή απέναντι στο πολιτικό σχόλιο…

Ν.Μ.: Δε μας ενδιαφέρει το κήρυγμα. Δεν πρόκειται να πούμε εμείς στον κόσμο τι πρέπει να πιστεύει…

Α.Μ.: Ο καθένας έχει τη δική του πολιτική ταυτότητα.

Τ.Χ.: Ο κόσμος πληρώνει και περιμένει από εμάς να δει κάτι που θα τον διασκεδάσει, χωρίς να μετανιώσει για τα λεφτά που έδωσε. Αυτή πρέπει να είναι η προτεραιότητα κάθε κινηματογραφικού δημιουργού σήμερα.

Η σημερινή εποχή, πάντως, δείχνει τις επιρροές της μέσα στην ταινία. Ρυθμός, pop κουλτούρα, μουσική.

Ν.Μ.: Ναι, μας επηρέασαν όλα αυτά. Αν και η δράση του βιβλίου εξελίσσεται στα 80’s, η ταινία δε σου δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθείς κάτι «ιστορικό». Έχει την αίσθηση του σημερινού και ήταν δική μας επιλογή αυτό. Βέβαια, στη μουσική υπάρχουν παλαιότερα κομμάτια σαν αυτά του Ίγκι Ποπ ή του Λου Ριντ, αλλά το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε σε καινούργια ονόματα…

Διαβάσατε μια μικρή συνέντευξη του Λου Ριντ στο THE FΑCΕ; (Ο Μπόιλ χαμογελάει…)

Ν.Μ.: (προς τους υπόλοιπους) Προφανώς, δεν είχε δει την ταινία…

Επειδή ακούγεται το «Perfect Day» στην ταινία, εδώ και μήνες τον ρωτάνε για το «Trainspotting» σε κάθε συνέντευξη που δίνει!

Ν.Μ.: Και νόμιζε ότι η ταινία είναι αυστραλέζικη! (Δυνατά γέλια απ’ όλους μας…)

Όταν ο Ρέντον φθάνει στο Λονδίνο, βλέπουμε κάτι σαν τουριστικό clip για την πόλη! Φαίνεται σαρκαστικό…

Ν.Μ.: Και είναι. Η ατάκα που ακούγεται πριν από το «clip» είναι «Χρειάζομαι κάτι καινούργιο!» και το Λονδίνο υποτίθεται ότι προσέφερε στον Ρέντον κάτι καινούργιο. Τελικά, αυτό που βρίσκει στο Λονδίνο δεν είναι καθόλου glamorous. Είναι τα μίζερα προάστια…

Στ’ αλήθεια, αντιμετωπίσατε προβλήματα λογοκρισίας;

Ν.Μ.: Περιμέναμε ότι θα πετσοκόψουν την ταινία, αλλά αυτοί έδωσαν σημασία μόνο στις σκηνές με τις ενέσεις. Το μεγάλο πρόβλημα το είχαμε με τους Αμερικάνους, για το rating…

Α.Μ.: Αυτοί είχαν πρόβλημα, ειδικά με το σεξ στην ταινία… (Χαμόγελα.)

Ν.Μ.: Θυμάσαι τη σκηνή όπου η Νταϊάν κάνει έρωτα με τον Ρέντον; Μας ζήτησαν να την κόψουμε, ίσως γιατί δείχνει ένα ανήλικο κορίτσι να το διασκεδάζει κάνοντας σεξ! Να φανταστείς ότι δεν κατάλαβαν ακριβώς τη στάση! Είχαν απορίες γύρω από το τι ακριβώς έκανε το κορίτσι στον Ρέντον. Εμείς τους απαντήσαμε ότι παίζει με τ’ αρχίδια του, για να μην ανησυχούν… (Δυνατά γέλια.) Δεν το βρήκαν αστείο. Κανένα ίχνος χιούμορ…

Η Miramax ανέλαβε τη διανομή της ταινίας στην Αμερική. Μήπως σας ζήτησαν να βάλετε αγγλικούς υπότιτλους; (Γέλια.)

Ν.Μ.: Κάναμε ένα test screening στη Νέα Υόρκη και, για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουν ότι τα ποσοστά του κοινού θα ήταν τέτοια ώστε η εταιρεία θα μας ζητούσε να κάνουμε αλλαγές. Περίμεναν κι αυτοί να δουν στις κάρτες ότι οι θεατές δεν κατάλαβαν λέξη! Φυσικά, δεν κατάλαβαν πολλά πράγματα, όμως πραγματικά το διασκέδασαν και δεν τους πείραξε.

Πώς συνηθίζετε να δουλεύετε;

Ν.Μ.: Έχουμε ένα art room, τους τοίχους του οποίου καλύπτουμε με εικόνες, από εξώφυλλα δίσκων μέχρι στιλ ντυσίματος από διάφορους designers. Μιλάμε για ταινίες, μοιραζόμαστε τις ιδέες μας…

Αυτοσχεδιάζεις στο γύρισμα;

Ν.Μ.: Όχι, όχι… Ακολουθώ το σενάριο. Ειδικά στο «Trainspotting», ο διάλογος ήταν δύσκολη υπόθεση. Δεν επέτρεπε αυτοσχεδιασμούς.

Δουλεύεις με storyboards;

Ν.Μ.: Όχι, δε μ’ αρέσουν. Χρησιμοποιούμε storyboards στο ελάχιστο… Απλά, έχουμε πάρει την απόφαση για το πώς θα γυρίσουμε την κάθε σκηνή. Από εκεί και πέρα περιμένουμε να δούμε πώς θα μας βγει η μέρα. Η αδρεναλίνη έχει τον πρώτο ρόλο, γιατί όλοι μας αρχίζουμε να… φοβόμαστε. Είναι τόσο συναρπαστικό. Τότε σου έρχονται οι καλύτερες ιδέες!

Ο καθένας σας, όμως, υποψιάζομαι ότι έχει τις δικές του διαφορετικές ιδέες για το τι θα γυρίσετε και πώς…

Ν.Μ.: Φυσικά. Άλλοι κλέβουν ιδέες, άλλοι τις μοιράζονται, άλλοι τις κρατάνε για τον εαυτό τους… Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα όλων αυτών. Εμείς έχουμε καταφέρει να δουλεύουμε σαν ομάδα, βοηθούμενοι πάντα από κάποιους ανθρώπους του συνεργείου, οι οποίοι μας εμπιστεύονται πια.

Θα συνεργαστείτε ξανά, λοιπόν;

Τ.Χ.: Ναι, τώρα ετοιμάζουμε μια ρομαντική κωμωδία, πολύ αισιόδοξη…

Ν.Μ.: Με happy end! (Γέλια.)

Το «Trainspotting» χαρακτηρίστηκε από το βρετανικό Τύπο σαν «το ‘Κουρδιστό Πορτοκάλι’ των 90′s», πριν καλά-καλά βγει στις αίθουσες. Και υπάρχει, τουλάχιστον, μία αναφορά στην ταινία του Κιούμπρικ, με τη σκηνή στη disco

Ν.Μ.: Ναι, δεν το κρύβουμε. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» ήταν βασική πηγή έμπνευσης για μας. Υπάρχουν αρκετοί παραλληλισμοί με την ιστορία του «Trainspotting». Η ανδρική φιλία, ένας κενός ήρωας, προκλητικός και ταυτόχρονα γοητευτικός, η τόσο διεγερτική ατμόσφαιρα… «Fuck you» filmmaking! Σινεμά του «ό,τι θέλω θα κάνω» ! Ο Κιούμπρικ ήξερε πως το κοινό ζητούσε κάτι τέτοιο. Κάτι διεγερτικό. Το κοινό δεν είναι συντηρητικό, ξέρεις…

Σήμερα έχουμε συνηθίσει να διασκεδάζουμε με τις πιο άγριες και βίαιες σκηνές μιας ταινίας. Το κάνετε κι εσείς αυτό. Το σοκ γίνεται ξαφνικά μια χιουμοριστική υπόθεση…

Τ.Χ.: Όχι πάντα. Το τέλος εδώ δεν είναι και τόσο αστείο… (Ο Μπόιλ δεν δείχνει διατεθειμένος ν’ απαντήσει και οι υπόλοιποι βγάζουν το φίδι από την τρύπα. Λίγο πριν, προσπάθησα να τον κάνω να σχολιάσει το «φαινόμενο» Ταραντίνο που έχει πάρει διαστάσεις φρενίτιδας στην Αγγλία. Δεν άνοιξε καν το στόμα του και οι άλλοι δύο άρχισαν μια ακατάσχετη φλυαρία για το εμπορικό φαινόμενο και μόνο.)

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο ξεφορτώνονται το πτώμα οι ήρωες των «Μικρών Εγκλημάτων»…

Τ.Χ.: Ο τεμαχισμός ενός ανθρώπινου σώματος δεν είναι καθόλου αστείο πράγμα.

Λυπάμαι, αλλά εγώ το βρήκα διασκεδαστικό! Και δε φταίω εγώ αποκλειστικά. Οι διάλογοι βοήθησαν να γίνει αυτό. Ξεχνάτε τη σκηνή όπου οι φίλοι ψωνίζουν με κέφι τα σύνεργα…

Ν.Μ.: Το γέλιο απελευθερώνει κάτι από μέσα μας, συνήθως. Είναι… Είναι… Σπρώχνεις τα πράγματα μέχρι να εξαντλήσεις τα όρια τους και… (Σιωπή. «Μασάει» τις λέξεις του. Χριστέ μου, τι ενοχές. Λες και δίνει ομολογία μετάνοιας για να ξεφύγει από την Ιερά Εξέταση!) Αυτό που κάνει το σινεμά τόσο υπέροχο, είναι οι διαστάσεις που μπορεί να πάρει… Κάτω από μια τεράστια οθόνη, ο θεατής περιμένει και θέλει να δει ανθρώπινες ακρότητες. Οριακές καταστάσεις βίας, έρωτα, πάθους…

Τ.Χ.: (Η «αντεπίθεση».) Το γέλιο και η αγριότητα συνυπήρχαν από παλιά. Οι κωμωδίες των Ealing Studios ήταν αρκετά σκληρές.

Το χιούμορ, όμως, ασκούσε κοινωνική κριτική της εποχής…

Τ.Χ.: Και «Η Συμμορία των Πέντε»; (Όλοι μαζί εν χορώ, επαναλαμβάνουν τον τίτλο. Ακολουθεί ένας μικρός πανικός, μιλάνε και οι τρεις μαζί, δεν καταλαβαίνω τι λένε, αλλά σίγουρα εννοούν ν’ αλλάξουμε θέμα. Ξαφνικά, ο Μπόιλ παίρνει μπρος…)

Ν.Μ.: Μπορεί ν’ ακούγεται τρελό, αλλά όλα αυτά που λες τα χρειαζόμαστε σαν κάθαρση στην εποχή μας. Όλες αυτές τις ακρότητες… Γιατί εμείς δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε ποτέ τέτοιες εμπειρίες, όπως θέλω να πιστεύω και μακάρι να ‘ναι έτσι. Οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαμε ποτέ… (Η υπεύθυνη της εταιρείας έρχεται με το «τουφέκι». Τέλος χρόνου. Μια τελευταία απορία που περιμένω να μου λύσει ο Μπόιλ…)

Ποιο συγκρότημα προτιμάς; Τους Blur ή τους Oasis;

Ν.Μ.: (Ξαφνιάζεται.) Πρώτη φορά μου απευθύνουν αυτή την ερώτηση! (Χαμογελάει πονηρά.) Εεε… Και οι δυο καλοί είναι…

Τελείως πληροφοριακά, οι Blur και ο τραγουδιστής τους έχουν δύο κομμάτια στο soundtrack του «Trainspotting»… Το βράδυ κατανοώ το «διπλωματικό» της απάντησης, στο party που έγινε για την ταινία. Μέλη των Blur, των Oasis και των ΡuΙp κυκλοφορούν ανάμεσα στους προσκεκλημένους, ενώ οι Leftfield παίζουν live για τους πιο σκληροπυρηνικούς! Ο Μπόιλ έγινε ο κινηματογραφικός «guru» της βρετανικής pop μουσικής σκηνής; Καλύτερα να λείπουν οι έχθρες, λοιπόν…


MORE INTERVIEWS

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.

Γιάννης Οικονομίδης: Κουβέντα για μια «Μπαλάντα».

Κάθε φορά που μιλάω μαζί του, αισθάνομαι πως και οι δύο μαθαίνουμε κάτι, ο ένας για τον άλλον. Και ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος, που ανοίγεται. Ή δέχεται. Μοιάζουμε σε αυτό. Και το διασκεδάζω απίστευτα! Είχαμε να κουβεντιάσουμε έτσι, on camera, από το 2014. Ο σαματάς κρατάει ακόμη στο YouTube, από τότε! You have been warned…