FreeCinema

Follow us

ΤΟΜ ΧΟΥΠΕΡ. Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ.


Το Όσκαρ σκηνοθεσίας του Τομ Χούπερ για το «Λόγο του Βασιλιά» ήταν μια από τις πιο απρόσμενες βραβεύσεις των τελευταίων χρόνων. Με τηλεοπτική κυρίως εμπειρία, ο Χούπερ παρασύρθηκε από τη φόρα που πήρε η ταινία και βρέθηκε νικητής. Για το επόμενό του σχέδιο, αφού φλέρταρε με τις πιο απίθανες προτάσεις, ανάμεσά τους και το «Iron Man 3» (!), κατέληξε στη μεταφορά του μιούζικαλ «Les Misérables», το οποίο βασίζεται στο λογοτεχνικό έπος του Ουγκό και… δεν έχει σταματήσει να παίζεται τα τελευταία τριάντα χρόνια!

Αυτό που χαρακτηρίζει την ταινία πάνω απ’ όλα, είναι η επιλογή του Χούπερ να ζητήσει από τους ηθοποιούς να τραγουδήσουν ζωντανά στο γύρισμα, αντί να κάνουν playback στα προηχογραφημένα τραγούδια. Για την επιλογή του αυτή, αλλά και για την ιδιαίτερη σχέση του με τις ταινίες εποχής, μίλησε αποκλειστικά στο FREE CINEMA, την ημέρα της πρεμιέρας της ταινίας στο Λονδίνο, προτού «Οι Άθλιοι» φτάσουν στις υποψηφιότητες των Όσκαρ, όπου διεκδικούν οκτώ βραβεία, όχι όμως και εκείνο της σκηνοθεσίας.

Πόσο δύσκολη επιλογή ήταν η επόμενη ταινία μετά το Όσκαρ, που σας φέρνει και πάλι στην προ-οσκαρική περίοδο;

Δεν πρόκειται να προσποιηθώ ότι δε χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ σοβαρά τι στο καλό θα έκανα έπειτα από όλα όσα συνέβησαν με το «Λόγο του Βασιλιά». Σκέφτηκα ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσω αυτή την επιτυχία για να πάρω ένα ρίσκο και να αποφύγω να επαναλάβω τον εαυτό μου γυρίζοντας μια παρόμοια ιστορία ή παίρνοντας μια συντηρητική απόφαση που θα με έκανε να στραφώ στον εαυτό μου και να αναρωτηθώ τι ήταν εκείνο που λειτούργησε και οδήγησε εκείνη την ταινία στην επιτυχία. Νομίζω ότι το πιο διαφορετικό και πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω, ήταν ένα κινηματογραφικό μιούζικαλ. Όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ με τραβούσε η ιδέα, σαν πεταλούδα που ελκύεται από τη φλόγα, ελπίζοντας να μην καεί.

Πόσο έντονη είναι η πίεση για τα Όσκαρ αυτή τη φορά;

Πολύ λιγότερη, αφού πρώτα απ’ όλα κατάφερα να τελειώσω την ταινία εγκαίρως. Τέλειωσα την κόπια δέκα ημέρες πριν από την πρεμιέρα και τις τελευταίες διορθώσεις στα χρώματα θα τις δω σε κανονική προβολή στην αποψινή πρεμιέρα.

TOM HOOPER4 filming

Πόσο αγχωτικό ήταν να μεταφέρετε ένα θέαμα τόσο επιτυχημένο στο θέατρο και να το «ανοίξετε» στον κινηματογραφικό φακό;

Ήταν μόνο χαρά για μένα να το «ανοίξω» μπροστά στην κάμερα. Βλέποντας την παράσταση στο θέατρο, ήδη σκεφτόμουν ένα μεγαλύτερο θέαμα. Ενώ διάβαζα το βιβλίο του Ουγκό, έβλεπα ήδη στο μυαλό μου ένα επικό θέαμα με εξαιρετικά πλούσιο καμβά. Ο τρόπος που ο Ουγκό έγραψε το βιβλίο ήταν σα να το έγραψε ένας κινηματογραφιστής. Είναι τόσο θεαματικό. Υπήρχε, όμως, και άγχος. Γιατί ήδη 60 εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο έχουν δει μια version του έργου στη σκηνή, αγαπούν το μιούζικαλ, το έχουν πολύ κοντά στην καρδιά τους και καταλαβαίνω την ανησυχία τους για το αν η ταινία ενδέχεται να… ξεφτιλίσει αυτό που αγαπούν. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας παρακολούθησα την παράσταση 4 με 5 φορές και έβλεπα κόσμο που έλεγε «Είναι η δέκατη φορά που το βλέπω». Συνειδητοποίησα ότι το μιούζικαλ προσφέρει τη σπάνια ευκαιρία στο θεατή να ζήσει ξανά και ξανά ισχυρά συναισθήματα. Και, επιπλέον, κάθε φορά είναι καλύτερη, πιο ισχυρή. Αισθάνθηκα ότι αυτό που έπρεπε να προστατέψω ήταν το συναισθηματικό κέντρο της ιστορίας, αυτό με το οποίο ο θεατής έχει τον ισχυρότερο δεσμό. Ό,τι έπραξα στην ταινία είχε στόχο να κάνει πιο έντονη αυτή τη σχέση.

Ποιες ήταν οι βασικές σας επιλογές;

Το πρώτο ήταν ότι σεβάστηκα τη μουσική. Η πρώτη γραφή του σεναρίου που πήρα στα χέρια μου, μοίραζε το χρόνο ανάμεσα σε διαλογικά μέρη και τα τραγούδια, όπως συνήθως συμβαίνει στα κινηματογραφικά μιούζικαλ. Είπα όχι. Το μιούζικαλ έχει υπέροχη μουσική και νομίζω ότι δε θα λειτουργούσε καλά αν την πετσοκόβαμε. Το δεύτερο ήταν το live τραγούδι, που το θεώρησα καθοριστικό. Όπως πολλοί θεατές, φαντάζομαι, κι εγώ έχω νιώσει παράξενα, ακόμη και ντροπή, βλέποντας ηθοποιούς να τραγουδούν playback. Πάντα, σε κάποιο βαθμό, καταλαβαίνεις ότι υπάρχει κάτι ψεύτικο. Αυτό που κάνεις είναι να το συγχωρείς. Κι αν όλα τα άλλα έχουν γίνει με ωραίο τρόπο, το συγχωρείς πιο εύκολα. Συχνά, οι κινηματογραφιστές βρίσκουν κόλπα, όπως το γρήγορο μοντάζ με πολλά cut, για να το καλύψουν. Δεν το ήθελα αυτό. Ήθελα η σχέση των ηθοποιών με τα τραγούδια να είναι απολύτως άμεση και μέσα από την ψυχή τους. Και ήθελα, ακόμη, να δώσω στους ηθοποιούς την ευκαιρία να κάνουν με το τραγούδι, αυτό που κάνουν με το διάλογο, δηλαδή τον έλεγχο του χρόνου. Την ανάσα που χρειάζονται για να μπουν εκφραστικά σε ένα τραγούδι, χωρίς την πίεση του playback που δεν αφήνει κανένα περιθώριο.

Σκεφτήκατε προηγούμενα παραδείγματα μιούζικαλ που γυρίστηκαν με τον ίδιο τρόπο;

Ήξερα ότι ο Ρεξ Χάρισον στο «Ωραία μου Κυρία» τραγούδησε ζωντανά, επειδή δεν έβλεπε τον εαυτό του ως τραγουδιστή και προτίμησε να «παίξει» τα τραγούδια. Στη δεκαετία του ’30 έγιναν κάποια πειράματα όταν δοκίμαζαν τον ήχο στο σινεμά, αλλά και πιο πρόσφατα. Ο Άλαν Πάρκερ γύρισε live τα τραγούδια στο «The Commitments», όπως live ήταν και το «Hedwig and the Angry Inch». Η διαφορά με αυτές τις δύο ταινίες είναι ότι τραγουδούσαν pop bands σε κλίμα συναυλίας. Δεν υποστήριξα ποτέ ότι είμαι ο πρώτος που επέλεξα αυτόν τον τρόπο, αν και μάλλον είναι η πρώτη φορά που έχει γυριστεί έτσι ένα μιούζικαλ σε όλη του τη διάρκεια.

TOMHOOPER2

Πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει το νέο standard για την ερμηνεία των μιούζικαλ;

Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα το ελπίζω. Πιστεύω ότι μπορεί να δώσει μια νέα πνοή και να αγγίξει διαφορετικά το κοινό. Όταν σκεφτόμουν αν πρέπει να αναλάβω την ταινία, ρώτησα τον ατζέντη μου και μου είπε: «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε συμβουλέψω, γιατί προσωπικά δε μου αρέσουν καθόλου τα μιούζικαλ». Και υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι, επειδή βλέπουν σ’ αυτά κάτι ψεύτικο. Το πιο συναρπαστικό πράγμα για μένα είναι ότι τις τελευταίες ημέρες με έχουν βρει πολλοί άνθρωποι και μου λένε ότι συνήθως δεν τους αρέσουν τα μιούζικαλ, αλλά τους αρέσει αυτή η ταινία. Ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Ήθελα να λειτουργήσω δημοκρατικά. Δεν ήθελα να εξαιρέσω κόσμο από την ταινία και να τους πω «δεν είναι για σένα».

Κάτι παρόμοιο, ωστόσο, συμβαίνει και με το θεατρικό «Les Misérables».

Αλήθεια είναι αυτό. Νομίζω ότι αρέσει τόσο επειδή, σε αντίθεση με τα περισσότερα μιούζικαλ, είναι μια ιστορία γεμάτη πόνο, ο ύμνος των μη προνομιούχων και των παραμελημένων από τη ζωή. Αυτό που το κάνει ακόμη πιο επίκαιρο, είναι το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει συγκεντρωμένος θυμός εξαιτίας της οικονομικής και κοινωνικής αδικίας που επικρατεί στον κόσμο. Οι αντιδράσεις στη Wall Street, οι αλλαγές στη Μέση Ανατολή, όλα θυμίζουν ότι «Οι Άθλιοι» είναι διαρκώς παρόντες. Επιπλέον, υπάρχουν τόσα στοιχεία με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας. Ο πρώτος έρωτας, η άνευ όρων αγάπη του Αγιάννη για ένα παιδί, η εμμονή του Ιαβέρη, το αίσθημα απώλειας, ο χαμός των φίλων. Είναι αδύνατο να μη σε αγγίξει η ιστορία σε κάποιο επίπεδο.

Όταν αρχίσατε να δουλεύετε, σκεφτήκατε όλους τους σύγχρονους παραλληλισμούς, με τις καταλήψεις στη Wall Street και τις εξεγέρσεις στη Μέση Ανατολή, όπως είπατε και πριν ή την κατάσταση στην Ελλάδα;

Φυσικά, τα σκέφτηκα όλα αυτά. Με μια ασυνήθιστα παράξενη σύμπτωση, ο χρόνος που κάναμε την ταινία την έκανε να έχει ιδιαίτερα στενή σχέση με το σήμερα και με όλα όσα συμβαίνουν τώρα. Με έναν ποιητικό και αισιόδοξο τρόπο, νομίζω ότι η ιστορία λέει πως αν όλοι μαζί ενωθούμε και αντιδράσουμε, μπορούμε να πετύχουμε κάτι για τη συλλογική μας μοίρα, δείχνοντας συμπόνια και αγάπη για τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μας. Είναι ένα μήνυμα ελπίδας που πιστεύω ότι θα αγγίξει τους θεατές.

TOM HOOPER2

Επιστρέφοντας στις live ερμηνείες, πώς αυτή η επιλογή επηρέασε και τις επιλογές στο καστ;

Για την ακρίβεια τις περιόρισε όσο δεν περίμενα ποτέ στη ζωή μου ότι θα μπορούσε να συμβεί. Στο ελάχιστο δυνατό. Αν δεν είχα το Χιού Τζάκμαν, δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω την ταινία, ακόμη κι αν δεν αναζητούσα έναν star. Το ρόλο τον έχουν παίξει πολλοί και στη σκηνή. Είναι διαφορετικό, όμως, το να μπορείς να ερμηνεύσεις ένα ρόλο, ακόμη κι αν είσαι τραγουδιστικά επαρκής, και άλλο το να μπορείς να κρατήσεις ένα κοντινό πλάνο, ενώ τραγουδάς. Είναι ένα πολύ συγκεκριμένο χάρισμα που διαπίστωσα ότι είναι τρομακτικό πόσο λίγοι άνθρωποι το διαθέτουν. Είμαι, όμως, πολύ περήφανος και για τη δουλειά που έκανε ο Ράσελ Κρόου. Είχε ξανατραγουδήσει, γιατί άρχισε να παίζει σε μιούζικαλ στην Αυστραλία, όπου έκανε το «The Rocky Horror Picture Show», ενώ έχει και τη δική του μπάντα. Έπρεπε μόνο να μάθει να τραγουδά με διαφορετικό τρόπο, όχι σα rock star. Δούλεψε με δάσκαλο για τρεις μήνες, απλώς και μόνο για να περάσει από οντισιόν, και με εντυπωσίασε. Ο Ράσελ δεν είναι από τους ηθοποιούς που περνούν οντισιόν. Συνήθως, απλώς του προσφέρεις το ρόλο. Το δέχτηκε, όμως, και μετά δούλεψε για άλλους έξι μήνες ασταμάτητα.

Θα λέγατε ότι έχετε εμμονή με τις ταινίες εποχής ή κοστουμιών;

Πρώτα απ’ όλα σιχαίνομαι τον όρο «costume drama»! Τον βρίσκω τρομερά περιοριστικό. Είναι σα να κάνει κανείς ταινία για τα ρούχα και όχι για τους ανθρώπους που τα φορούν. Με ενδιαφέρει ποιος είσαι εσύ, όχι η μπλούζα που φοράς. Με ενδιαφέρουν και οι σύγχρονες ιστορίες, αλλά βρίσκω πιο συναρπαστικό να μιλήσω για το σήμερα μέσα από το παρελθόν. Νομίζω ότι έχω στενότερη σχέση με ιστορίες που σχετίζονται με γεγονότα ή πρόσωπα που έχουν έναν εμβληματικό ρόλο στην κουλτούρα. Με ενδιαφέρει το κοινό να έχει μια προηγούμενη σχέση με τα πρόσωπα ή τα θέματα που εξετάζει η ταινία. Μεγάλωσα διαβάζοντας τα μεγάλα έργα των κλασικών, Ντίκενς, Ντοστογέφσκι, τέτοια βιβλία. Ίσως να μη διάβασα τίποτα σύγχρονο μέχρι μια ηλικία. Κι όμως, δεν ένιωσα κάποια έλλειψη. Όλες αυτές οι ιστορίες έχουν αντιστοιχία και στο σήμερα.

Έχει σχολιαστεί το βρετανικό χρώμα στους χώρους και την προφορά των ηθοποιών. Πώς το δικαιολογείτε;

Καταλαβαίνω το ζήτημα της προφοράς, όμως, ζητώ την κατανόηση, κυρίως του γαλλόφωνου κοινού, επειδή αν και η ιστορία, αλλά και το μιούζικαλ, είναι γαλλικά, η βρετανική του αναβίωση ήταν εκείνη που το έκανε διάσημο. Σε ό,τι αφορά τα σκηνικά, κατασκευάστηκαν με εξαντλητική έρευνα και, πιστέψτε με, είναι τα πιο αυθεντικά, δυνατά. Πήραμε σχέδια και εικόνες εκείνης της εποχής και σ’ αυτά βασίσαμε τα σκηνικά. Το θέμα είναι ότι συχνά σε ταινίες εποχής, και μάλιστα σ’ αυτές που εμφανίζουν το Παρίσι, η εικόνα της πόλης είναι μεταγενέστερη της ιστορίας. Πολλοί θεατές, λοιπόν, ίσως δεν αναγνωρίζουν το Παρίσι της ταινίας, επειδή απλώς τίποτα από αυτό το Παρίσι δεν υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες…


MORE INTERVIEWS

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.