FreeCinema

Follow us

Τιμ Μπέρτον. Αδελφός από άλλο πλανήτη.


Μάιος, 1995. Απεσταλμένος του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ στο Φεστιβάλ των Καννών. Η πρώτη μου συνέντευξη με τον Τιμ Μπέρτον, που βρίσκεται εκεί για την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του «Εντ Γουντ». Από το 1988, που είδα τον «Σκαθαροζούμη» στο σινεμά, αντιμετωπίζω τον Μπέρτον σαν έναν οραματιστή «διάδοχο» του Φελίνι. Ένας από τους λιγοστούς δημιουργούς που έδωσαν στο σινεμά εντελώς δικούς τους φιλμικούς τόπους, φαντασίας και αισθητικής. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Οκτωβρίου (#61) του 1995. Έχουμε 2020, πια, και θυμάμαι τα πάντα από εκείνη την εμπειρία. Το δέος. Και το δώρο. Να μπορώ να του απευθύνω ερωτήσεις.

Από κοντά ξεκαρδιστικός. Υπερκινητικός, χαρωπός, ομιλητικότατος και λίγο χαμένος. Στον κόσμο του; Τελείως χαμένος τότε… Το φως της δημοσιότητας ή η λάμψη του Χόλιγουντ και της επιτυχίας δεν τον συγκινούν. Προτιμά τις σκοτεινές κρυψώνες του μυαλού του και το φανταστικό τείχος που τον περικυκλώνει και τον προστατεύει από τους έξω. Τα έργα του προπαγανδίζουν ένα δικό του έσω διάστημα, που χωράει όσους οπαδούς / αδέλφια νιώσουν το κάλεσμα. O Τιμ Μπέρτον δεν είναι μόνος σ’ αυτό τον πλανήτη…

Το glam φυγείν αδύνατον! Αυτό σκέφτομαι ανηφορίζοντας και φέτος για το Hotel du Cap. Εγκαταλείποντας την Κρουαζέτ, ο δρόμος για το Καπ ντ’ Αντίμπ θυμίζει κάτι από… Αττική στο πιο καλοβαλμένο (και χωρίς τόσο σκουπίδι). Ο ουρανός πάνω από το εστιατόριο του ξενοδοχείου υποδέχεται τα πρώτα σύννεφα ανησυχίας. Προμηνύεται βροχή. Ένας μικρός όχλος δημοσιογράφων και φωτογράφων σκορπίζεται στην τεράστια βεράντα. Ακολουθεί ένα χαριτωμένο ανακάτεμα εθνικοτήτων και γλωσσών, ό,τι πιο συνηθισμένο στις Κάννες. Μία Ιταλίδα με ρωτάει αν έχουμε κι άλλους σκηνοθέτες εκτός από τον Αγγελόπουλο και περιμένει να ενθουσιαστώ επειδή θα περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές της στην Ελλάδα, ένας Άγγλος μου ζητάει ένα Dunhill και προσπαθεί να ξεπεράσει το σοκ της τιμής των τσιγάρων εδώ κι εγώ παρατηρώ τους ταλαίπωρους paparazzi που έχουν καταλάβει τα απέναντι βράχια, περιμένοντας τον Τζόνι Ντεπ. «Mr. Fragolis?»! Κάπως έτσι, ναι… Ήρθε η ώρα μου.

O Τιμ Μπέρτον έρχεται μ’ ένα δεκανίκι. Ατύχημα κάνοντας κάποιο sport, υποθέτω; «Όχι ακριβώς… Αισθάνομαι αμήχανα. Δεν ξέρω πώς το έπαθα! Έπεσα στο κρεβάτι περπατώντας και όταν σηκώθηκα δεν μπορούσα… Είναι ένα αντι-θαύμα!». Πεθαίνουμε στα γέλια. Τα χέρια του πηγαίνουν πέρα-δώθε μιλώντας, πάντα με το χαμόγελο στο στόμα και ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου που κρύβει το βλέμμα του. Δεν έκρυψε, όμως, το ενδιαφέρον του για το t-shirt μου με τις καρτουνίστικες φάτσες σκύλων. Ίσως να του θύμισε τον Σπάρκι του «Frankenweenie» (1984), της ημίωρης ταινίας που είχε γυρίσει το 1984. Ακόμα γελάει… «Μία δημοσιογράφος με ρώτησε πριν αν γύρισα επίτηδες τώρα το ‘Εντ Γουντ’, ώστε η προβολή να συμπέσει με τον φετινό εορτασμό για τα 100 χρόνια σινεμά. Λοιπόν, δεν ήξερα ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο! (γέλια) Πρόκειται για σύμπτωση. Οι συμπτώσεις είναι καλό πράγμα…». Θεωρεί το «Εντ Γουντ» απελευθερωτική εμπειρία. «Το να κάνεις μια ταινία στην οποία δε χρειάζεται να ανησυχείς για τα McDonalds (Σ.Σ. Εννοεί τα προβλήματα που αντιμετώπισε με την αλυσίδα fast-food στο ‘Ο Μπάτμαν Επιστρέφει’), το merchandising και όλα αυτά τα πράγματα που αποτελούν το μηχανισμό του Χόλιγουντ. Πάνω απ’ όλα, αισθάνθηκα ελεύθερος… Έμοιαζε με εξορκισμό! Σαν να ξόρκιζα όλα αυτά τα πράγματα απ’ το μυαλό μου… Το να κάνεις ταινίες είναι μία πολύ δαπανηρή μορφή ψυχοθεραπείας!». Τι ήταν αυτό που σε συγκινούσε στο χαρακτήρα του Εντ Γουντ; «Μ’ άρεσαν τόσα πράγματα πάνω σ’ αυτό τον άνθρωπο… Όσο άσχημη κι αν ήταν η ζωή του, εκείνος διατηρούσε πάντα έναν παράξενο ενθουσιασμό. Ήταν παράδοξα θετικός. Ακόμα και στα τελευταία του… Αν διαβάσεις ένα γράμμα του Εντ Γουντ, θα νομίσεις ότι έζησε μια υπέροχη ζωή και γύρισε τις καλύτερες ταινίες. Μιλούσε για τις ταινίες του σαν να είχε γυρίσει τον ‘Πολίτη Κέιν’! Ήταν απίστευτος. Έτσι, αυτό που με οδήγησε στο να κάνω την ταινία ήταν αυτός ο, κατά κάποιον τρόπο, διεστραμμένος ενθουσιασμός του».

Συνήθως δημιουργείς σχεδόν ποιητικούς, χαρούμενους εφιάλτες. Πώς θα χαρακτήριζες το «Εντ Γουντ»; Γελάει. «Δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω… Έχει να κάνει με την αντίληψη που έχει ο καθένας γι’ αυτό που βλέπει. Αν έκανα κάτι σε μια ταινία και κάποιος δεν το κατάλαβε, αλλά αυτό το κάτι τον άγγιξε με έναν διαφορετικό τρόπο, εντελώς προσωπικό, τότε… αυτό είναι το σωστό! Ακόμα κι αν αυτό που τον άγγιξε δεν έχει σχέση με ό,τι σκεφτόμουν εγώ. Είναι ωραίο να έχεις επαφή με τους ανθρώπους κι όταν συμβαίνει μ’ αυτό τον τρόπο είναι αγνό και είναι, μάλλον, ο σωστότερος τρόπος… Κάθε αντίδραση είναι καλό να υπάρχει. Ακόμα και οι αρνητικές είναι προτιμότερες από το τίποτα… Γενικά, όταν γυρίζω μία ταινία μπαίνω στην παγίδα του ‘ό,τι γυρίζω είναι καταπληκτικό’ και μάλλον είμαι ο μοναδικός άνθρωπος σ’ όλο τον κόσμο που το πιστεύει αυτό».

Πολλές φορές χάνει τα λόγια του, οι προτάσεις του δεν ολοκληρώνονται ή χάνουν το νόημα, αλλά ο ίδιος παραμένει πάντα χαρούμενος. «Όλα αυτά είναι λίγο αφηρημένα για μένα. Τι είναι πραγματικό και τι δεν είναι, τι είναι φυσιολογικό… Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως αυτές οι λέξεις χάνουν το νόημά τους». Ισορροπεί πάνω σε μία λεπτή γραμμή, είτε σε μια πορεία που λέγεται ζωή είτε σε μια πορεία που λέγεται δημιουργία. Ακόμα δεν έχει καταλάβει πως έχει κατακτήσει την επιτυχία σ’ αυτό το τελευταίο. «Κάθε ταινία μου είχε τις ίδιες δυνατότητες στο να δουλέψει ή όχι. Ο Εντ Γουντ θεωρείται ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Και οι υπόλοιποι; Γιατί όχι κι εγώ; Γιατί να μην έχει κάποιος άλλος αυτόν τον τίτλο; Πώς μπορεί να κρίνει κανείς κάτι τέτοιο; Το ερώτημα για το ποιος είναι ταλαντούχος και ποιος δεν είναι επιτυχημένος δεν είναι τόσο ξεκάθαρο όσο φαίνεται. Εγώ αισθάνομαι τυχερός. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να  βρίσκομαι στην άλλη πλευρά της γραμμής…». Πολύ κλειστός τύπος. Υποψιάζομαι ότι το αγαπημένο του «hobby» είναι οι… ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ας πάμε σε κάτι που θα τον ανεβάσει. Εντ Γουντ – Μπέλα Λουγκόζι και Τιμ Μπέρτον – Βίνσεντ Πράις. Οι συγκρίσεις δεν αποφεύγονται. «Ναι, ήταν μία έμπνευση για να κάνω την ταινία. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το τέλος του Βίνσεντ δεν ήταν τόσο σκοτεινό… Δηλαδή, ο Βίνσεντ δεν ‘χτυπούσε’ μορφίνες ούτε έπινε μέχρι το θάνατό του. Είχε μία πολύ πιο θετική οπτική για τα πράγματα. Ο Μπέλα ήταν ένας σκοτεινός τύπος, που αντιμετώπιζε τα πάντα με πικρία…».

Ο Τζόνι Ντεπ έχει γίνει κάτι σαν alter ego σου; Δεν το παραδέχεται. Έχει μείνει, όμως, απόλυτα ικανοποιημένος από τη συνεργασία τους, εδώ και στον «Ψαλιδοχέρη» (1990). Βρίσκει τους δύο ρόλους τελείως αντίθετους. «Εννοώ, για παράδειγμα, ότι ο Έντουαρντ δε μιλάει, ενώ του Εντ δε μπορείς να του κλείσεις το στόμα! (γέλια) Ήταν πολύ διασκεδαστική η δουλειά μαζί του». Και για το cross dressing του Εντ Γουντ; «Ήταν ένα ενδιαφέρον στοιχείο του χαρακτήρα του. Του άρεσε να φοράει αυτά τα ρούχα. Ήταν απλά ένα γεγονός. ‘Τι θα φορέσω σήμερα; Κοστούμι και γραβάτα ή angora sweater και φόρεμα;’… Και το καταπληκτικό ήταν ότι το άμεσο περιβάλλον του τον δέχτηκε έτσι. Δεν τον κατηγόρησαν γι’ αυτό. Τουλάχιστον στην πλειοψηφία. Νομίζω πως αυτού του είδους η αποδοχή δεν βρίσκεται εύκολα στον ηθικό μας κόσμο…». Η φωνή του σβήνει με ειρωνεία.

Το «Εντ Γουντ» είναι ασπρόμαυρο, ο ίδιος αγαπά τις ασπρόμαυρες ταινίες και δεν καταλαβαίνει το θέμα διαμάχης που δημιούργησε το Χόλιγουντ με το έγχρωμο φιλμ. Αυτή η ταινία έφερε ξανά στην επιφάνεια και τις ταινίες του Γουντ. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό; «Μάλλον περισσότεροι θεατές από ποτέ θα έχουν την ευκαιρία να δουν τις ταινίες του… (γέλια) Μερικοί θα τις αγαπήσουν, άλλοι θα νιώσουν ένα… χτύπημα στο κεφάλι». Δυνατά γέλια. Πώς προστατεύεις το προσωπικό σου στυλ απέναντι σ’ αυτό που λες μηχανισμό του Χόλιγουντ; «Είναι δύσκολο. Χάνεις την ουσία του τι σημαίνει να κάνεις μια ταινία όταν προσπαθείς να ανταπεξέλθεις σε τόσα πολλά πράγματα. Το να κλείνεις συμφωνίες με τα studio και όλες αυτές οι πιέσεις που σου ασκούν εξαιτίας της επιτυχίας ή όχι… Εγώ προσπαθώ να έχω μια zen αντίληψη πάνω σε όλα αυτά. Απλά, χτίζω έναν φανταστικό τοίχο γύρω από μένα και προσπαθώ να κάνω μόνο αυτά που μ’ ενδιαφέρουν…».

Το μαρτύριό του ακούει στη λέξη «Batman». «Δεν κατάλαβα ποτέ μου τι ήταν ο Μπάτμαν!». Γελάει. Είσαι περίεργος να δεις πώς βγήκε το «Batman Forever»; «Ναι, είναι μία καινούργια εμπειρία για μένα. Είναι σαν ένα μωρό που το έδωσα σ’ έναν άλλο γονιό. Είναι παράξενο. Πραγματικά, δεν ξέρω πώς να αισθανθώ γι’ αυτό».

Μου έκαναν εντύπωση οι τίτλοι στην αρχή του «Εντ Γουντ». Πέρα από κάποιες αναφορές στους τίτλους του «Bride of the Monster» (1955) και του «PΙan 9 from Outer Space» (1959), θυμάμαι πως και οι τίτλοι του «Frankenweenie» έπεφταν σε… νεκροταφείο. Σ’ αρέσουν τα νεκροταφεία; Λάμπει από χαρά. «Ναι, μ’ αρέσουν πραγματικά. Μεγάλωσα κοντά σε ένα νεκροταφείο. Γι’ αυτόν το λόγο είχα δει μικρός το «ΡΙan 9». Υπήρχαν πολλές αναφορές στο αεροδρόμιο Μπέρμπανκ και σ’ αυτό το νεκροταφείο. Κι εγώ μεγάλωσα εκεί κοντά. Σκέφτεται και μιλά με ενθουσιασμό. «Τότε θεωρούσα την ταινία σοκαριστικά αληθινή! Ακόμα και τώρα δεν τη βρίσκω κακή, για τον ίδιο λόγο». Για τα επόμενα λεπτά προσπαθεί να συγκροτήσει τις σκέψεις του, που χάνουν όλο και περισσότερο την αρμονία με τον λόγο του. «Υπάρχει κάτι που με συγκινεί στα νεκροταφεία. Με κάποιον παράξενο τρόπο, βέβαια… (Σ.Σ. Γελάει και χάνεται ξανά.) … αναζητώ τη συγκίνηση ή κάποια ιστορία…». Αμηχανία.

Κινηματογραφικές επιρροές. Ποιες είναι οι λιγότερο εμφανείς στη δουλειά σου; «Οι λιγότερο εμφανείς… Ίσως οι γονείς μου!». (Γίνομαι κουραστικός αν σας πω ότι ξαναγελάσαμε;) «Ενδιαφέρουσα ερώτηση, αλλά δεν ξέρω τι να σου πω… Εδώ δεν ξέρω ούτε τις πιο εμφανείς επιρροές μου!». Κάτι σαν γερμανικός εξπρεσιονισμός και Φριτς Λανγκ, σου θυμίζει τίποτα; «Ναι, φυσικά. Νομίζω πως η αγάπη μου γι’ αυτό το σινεμά έχει να κάνει περισσότερο με την αντίδρασή μου ενάντια στο τετράγωνο, λευκό, φωτεινό περιβάλλον. Είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα στο μυαλό κάποιου… Και είναι αστείο, γιατί την ύπαρξη αυτών των ταινιών και των σκηνοθετών τους άργησα να την ανακαλύψω. Εγώ μεγάλωσα με ταινίες τρόμου…». Δηλαδή, τι ταινίες έβλεπες μικρός; «Πολλές. Πάρα πολλές για να τις αναφέρω. Plan 9’, O Ιάσων και οι Αργοναύτες’, ‘Κινγκ Κονγκ’, ‘Φρανκενστάιν’, ‘Δράκουλας’, τέτοια πράγματα… Άρχισα να βλέπω ταινίες με τέρατα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Και τις αγάπησα από την αρχή… Θυμάμαι κάποτε που πήγα στο Chinese Theatre, στο Χόλιγουντ. Υπήρχε κρεμασμένος κάπου ένας πίνακας με τους τίτλους των ταινιών που είχαν κερδίσει το Όσκαρ, από την αρχή του θεσμού. Εκεί συνειδητοποίησα πως απ’ όλες αυτές δεν είχα δει ούτε ένα 5%! (γέλια) Ζοφερές low budget ταινίες, Ρότζερ Κόρμαν… Τέτοιου είδους ταινίες θεωρούσα εγώ κλασικές!». Τώρα περνάμε θαύμα. Κάποια στιγμή ακούστηκε πως σε ενδιέφερε να κάνεις το remake του «Πύργου των Καταραμένων» («The House of Usher»). Τελικά, το θέμα ξεχάστηκε. Πώς βλέπεις εσύ όλη αυτή την ιστορία με τα remake; «Οι περισσότερες από εκείνες τις ταινίες για μένα ήταν καταπληκτικές. Αν και δε νομίζω πως είναι απαραίτητο, ένα remake χρειάζεται προσοχή στο πώς θα γίνει. Τώρα θέλουν να κάνουν τον Γκοτζίλα. Μ’ αρέσει ο Γκοτζίλα. Οι ταινίες μ’ αυτό το τέρας ήταν από τις αγαπημένες μου. Αλλά αυτό που κάνουν τώρα είναι κάτι σαν… ‘Godzilla Die Hard’!». Τρελό γέλιο. Ήρθαν σε επαφή μαζί σου γι’ αυτό; «Κάποια στιγμή μίλησα με το studio, αλλά ήξερα τι γραμμή ήθελαν να ακολουθήσουν. Μεγάλη παραγωγή χολιγουντιανής δράσης…».

Με το «Mary Reilly», τι συνέβη; Εγκατέλειψες το project για να τιμωρήσεις, κατά κάποιον τρόπο, την Columbia (η οποία δεν έδωσε ποτέ το οριστικό πράσινο φως στον ασπρόμαυρο «Εντ Γουντ»); Γελάει δυνατά. Πονηρεύει… «Δεν ξέρω… Ξέρεις… Αυτοί το μόνο που ήθελαν ήταν να γίνει η ταινία. Εγώ δεν ήθελα να βιαστώ, γιατί δεν είχε ξεκαθαριστεί καλά το τι είδους ταινία θα είναι». Δεν επιμένω.

Επίλογος. Ας πούμε ότι μπορείς να σκηνοθετήσεις την κηδεία σου. Τι βλέπουμε; Έχει ήδη πεθάνει στα γέλια… «Λοιπόν, είσαι καλεσμένος. Νομίζω πως θα γίνει αύριο!». Την επόμενη μέρα είναι η επίσημη προβολή του «Εντ Γουντ» στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ. «Θα δεις. Το αισθάνομαι πως θα ‘ναι αύριο. Είμαι σίγουρος ότι κι εσύ αισθάνεσαι σαν μισοπεθαμένος, ε;». Όταν σας λέμε ότι πεθαίνουμε στις Κάννες, εσείς κάνετε τους δύσπιστους… Έξω έχει μαυρίσει ο ουρανός. «Κηδεία» με βροχή, σκέφτομαι. Ταιριάζει…


MORE INTERVIEWS

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.