FreeCinema

Follow us

Σοφία Κόπολα. Eat cake!


Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας… παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Από καθαρή γκαντεμιά, η «Marie Antoinette» δεν κατάφερε ποτέ να προβληθεί κανονικά στους ελληνικούς κινηματογράφους. Το studio της SONY ακύρωσε την έξοδό του στη χώρα μας (για τις αρχές του 2007), όταν το φιλμ άρχισε να «πατώνει» στο international box-office. Γνώριζα, όμως, πως είχε προλάβει να υποτιτλιστεί μία κόπια, την ύπαρξη της οποίας «εκμεταλλεύτηκα» εις διπλούν, με μία avant premiere σε Αθήνα (τίγκα το Ideal της Πανεπιστημίου, με το κοινό να παραληρεί!) και Θεσσαλονίκη, με αφορμή το release στο home entertainment, και λίγο αργότερα με μία επίσης θαυμάσια προβολή στο θερινό σινέ Δεξαμενή του Κολωνακίου (με το κοινό να μην εγκαταλείπει και να παρακολουθεί σχεδόν το μισό έργο κάτω από τη βροχή!), στο πλαίσιο της διοργάνωσης του «Σινεμά στο Πιάτο», όπου έκανα το curating του φιλμικού προγράμματος.

Από τις αρχές του Γενάρη του 2021, η ταινία θα είναι διαθέσιμη στην ελληνική πλατφόρμα του Netflix, έτσι θεώρησα πως είναι ευκαιρία να θυμηθούμε μία συνέντευξη με τη Σοφία Κόπολα από το Φεστιβάλ Καννών του 2006, την οποία είχα απολαύσει πραγματικά και, ειλικρινά, θεωρώ πως της έφτιαξα και λίγο τη διάθεση, αφού μετά την πρεμιέρα του φιλμ κοινό και κριτικοί την… έγδερναν αδυσώπητα (αντιμετώπιση που θεώρησα εντελώς αδικαιολόγητη). Ακόμη και σήμερα, θαυμάζω την κατά Κόπολα «Μαρία Αντουανέτα» και αυτά που ακολουθούν είναι τα γραφόμενά μου από τότε…

Τετάρτη 24 Μαΐου 2006. Αγαπημένο μου ημερολόγιο, βρίσκομαι στο Φεστιβάλ των Καννών, η προβολή της «Marie Antoinette» της Σοφία Κόπολα άρχισε κανονικά στις 8:30 το πρωί, δεν φαντάζεσαι τον ενθουσιασμό μου, τα ηχεία βαράνε με Gang of Four, Siouxsie, Cure και New Order στις Βερσαλλίες του 1774, η Κίρστεν Ντανστ συμπεριφέρεται σαν teenage queen σε κρίση καταναλωτισμού σε αμερικανικό mall και οι ντόπιοι θεατές γιουχάρουν για να ξεπεράσουν το σοκ και τον χλευασμό. Οι κριτικοί παλεύουν για να σπρώξουν τη σκηνοθέτιδα στη γκιλοτίνα, εκείνη αρνείται πεισματικά τις ερωτήσεις περί Ιστορίας στη συνέντευξη Τύπου, οι κάμερες φανερώνουν ύπουλα τον πατέρα Φράνσις να την παρακολουθεί από το πλάι. Λίγες ώρες αργότερα, μου μιλά αδύναμα, σαν ξεψυχισμένη. Δείχνει περισσότερο δειλή παρά φοβισμένη. Συνέρχεται με τα λόγια μου, το βλέπω. Αντιλαμβάνομαι πως η ηρωίδα σε όλες της τις ταινίες είναι η ίδια. Τη συμπονώ. Κι ας κρύβει και λίγη υπεροψία μέσα της…

Το σκέφτηκες καλά πριν αποφασίσεις να στείλεις την ταινία για το διαγωνιστικό του Φεστιβάλ;

Υπήρξαν συνεργάτες που μου έλεγαν: «Είσαι σίγουρη πως θες να πας στις Κάννες με αυτή την ταινία; Τα πράγματα μπορεί να είναι ζόρικα…». (γέλια) Ήξερα πως οι Γάλλοι είναι ευαίσθητοι στα ζητήματα που αφορούν στο παρελθόν τους. Ήταν ρίσκο.

Γιατί τη Μαρία Αντουανέτα και όχι μια φανταστική teen queen που τυγχάνει να ζει στον 18ο αιώνα;

Η Μαρία Αντουανέτα για μένα είναι ένα icon. Μ’ άρεσε η ιδέα να χρησιμοποιήσω ένα πραγματικό πρόσωπο γύρω από το οποίο νομίζουμε πως ξέρουμε πράγματα ή έχουμε περιβάλλει με συγκεκριμένα κλισέ, και να το προσεγγίσω από μία πλευρά που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί ή γνωρίζει γι’ αυτό. Όταν άρχισα να διαβάζω περισσότερα γι’ αυτήν, πλησίασα τον χαρακτήρα της σαν ένα σύμβολο παρακμής, αλλά με διαφορετική αντίληψη από αυτή που μας διδάσκει η Ιστορία. Επίσης, μου έδινε έναν ωραίο τίτλο για την ταινία! (γελάμε)

Το πρωί, στη συνέντευξη Τύπου, απέφυγες κάθε πολιτικό σχόλιο ή ερώτηση γύρω από την ταινία. Γιατί;

Δεν είναι η θέση μου να κάνω πολιτικές δηλώσεις. Εγώ σκηνοθέτησα μία ταινία, δεν κάνω πολιτική. Δεν είναι αυτό το θέμα της ταινίας.

Νομίζω πως το μέγα ερώτημα για την πλειοψηφία της κριτικής σήμερα ήταν το εξής: πως μπορείς να μιλάς για ένα ιστορικό πρόσωπο που σχετίζεται με τη Γαλλική Επανάσταση και ν’ αποφεύγεις την πολιτική;

Νομίζω πως μπόρεσα. Η Μαρία Αντουανέτα ήταν ένα πρόσωπο που ζούσε μέσα σε μια φούσκα, μαζί με όλη την Αυλή των Βερσαλλιών. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν επαφή με τον έξω κόσμο, δεν είχαν επίγνωση του τι συμβαίνει, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις συνέπειες. Υπάρχει το πολιτικό στοιχείο, αλλά σεναριακά δεν μιλάμε για μία ιστορία πολιτικής. Η Αντουανέτα δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική, δεν της άρεσε. Μέσα από αυτό το point of view την προσεγγίζω κι εγώ. Δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον…

Μιλώντας για ενδιαφέρον, αν και αποφεύγεις οτιδήποτε έχει να κάνει με την πολιτική, επέλεξες να χρησιμοποιήσεις τραγούδια που προέρχονται από την post punk περίοδο της Μεγάλης Βρετανίας. Ακόμη και το λογότυπο στην αφίσα φέρνει στο μυαλό το κλασικό εξώφυλλο του δίσκου των Sex Pistols! Το βρίσκω κάπως ειρωνικό…

Ναι, το ήθελα αυτό το «μείγμα» από σύγχρονα κομμάτια στο φιλμ. Πολλά από αυτά ανήκουν στην περίοδο που λες, γιατί είναι η μουσική που άκουγα στα παιδικά μου χρόνια, η μουσική που μου άρεσε… Η «Μαρία Αντουανέτα» μιλά για teenagers, άρα χρειαζόταν αυτή την ενέργεια, γιατί αφηγούμαι την ιστορία μέσα από τη δική τους οπτική γωνία. Ήταν σαν να τους έδινα μια punk attitude! Μετά σκεφτόμουν να βάλω κομμάτια των Bow Wow Wow, την όλη περίοδο των new romantics…

Περιττό να σου πω ότι συγκινήθηκα όταν άκουσα το «Hong Kong Garden» στη σκηνή του bal masqué. Πολύ καλή επιλογή.

(Χαμογελά με συμπάθεια, έχει χαλαρώσει περισσότερο, πια.) Ω, ευχαριστώ!

Πως σκέφτηκες να βάλεις την Μαριάν Φέιθφουλ να παίξει το ρόλο της μητέρας της Αντουανέτας;

Δεν θυμάμαι πως προέκυψε ακριβώς. Την είχα γνωρίσει μέσω του αδελφού μου, παλιότερα… Νομίζω πως είχε να κάνει με τη φωνή της. Υπάρχουν αρκετές στιγμές που την ακούμε στο φιλμ να διαβάζει τα γράμματα που έστελνε στην κόρη της. Η φωνή της είναι υπέροχη. Και η παρουσία της…

Σε επηρέασαν άλλες ταινίες με παρόμοια θέματα ή ηρωίδες, όπως η «Elizabeth» για παράδειγμα; Κάθισες να δεις ιστορικά έργα εποχής;

Όχι. Φυσικά, έχω δει πολλά φιλμ του είδους, όχι όμως κατά τη διάρκεια προετοιμασίας της «Μαρίας Αντουανέτας». Αυτή ήθελα να είναι η δική μου ταινία, απόλυτα. (σκέφτεται) Νομίζω πως υπήρξε η στιγμή που έβαλα να δω ξανά κάποιες σκηνές από την «Τραγική Τσαρίνα» του Στέρνμπεργκ, με την Μαρλένε Ντίτριχ… Αν με ρωτάς για άλλες ταινίες που είχαν κάποια επίδραση μέσα μου, πάντως, θα σου έλεγα και το «Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια». Ακόμη ένα φιλμ με ηρωίδα μια γυναίκα με δυνατό χαρακτήρα που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μία Αυλή.

Έξω από τη σχέση της Αντουανέτας με την Ιστορία, βλέπουμε να εστιάζεις και πάλι σε έναν εφηβικό χαρακτήρα, για τρίτη συνεχόμενη φορά. Τι είναι αυτό που σε στρέφει προς αυτή την κατεύθυνση; Βρίσκεις σημεία ταύτισης με την ηλικιακή τους κρίση;

Όταν έγραφα το «Χαμένοι στη Μετάφραση», μιλούσα για μια κοπέλα στα είκοσί της, με μια ψυχοσύνθεση που ήταν αρκετά κοντά στη δική μου. Τελείωνα το κολέγιο, προσπαθούσα να καταλάβω τι θα κάνω στη ζωή μου, προσπαθούσα να γράψω και να βγάλω τα πράγματα που είχα μέσα στο μυαλό μου, ακόμη και να καταλάβω τι είναι ο γάμος. Ξεκινώντας να δουλεύω πάνω στη «Μαρία Αντουανέτα», βρήκα ξανά στοιχεία συγγενή με την προβληματική των προηγούμενων ταινιών μου. Είχε ενδιαφέρον η ηλικία της, η εξέλιξή της σε γυναίκα, οι εμπειρίες της, που σε ορισμένα σημεία ταυτίζονταν με τον εαυτό μου. Ναι, όλα αυτά είναι πολύ κοντά σε μένα…

Υπάρχει κάποιο μήνυμα στην ταινία; Κάτι που να αφορά στο αντίστοιχο νεανικό κοινό του σήμερα που βλέπει σινεμά;

Δεν μ’ ενδιαφέρει να δίνω μηνύματα. Έκανα κάτι με τη δική μου ειλικρίνεια. Οι θεατές έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν ελεύθεροι αυτό που νοιώθουν μέσά από μια ταινία… Αυτό που με διασκεδάζει προσωπικά όταν βλέπω μια ταινία, είναι να παρατηρώ τις λεπτομέρειες που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα, που προκαλούν κάποιο συναίσθημα… Πράγματα που έχουν να κάνουν με την εικόνα.

Είναι ηθελημένη η συνεργασία με τον πατέρα σου; Σ’ αυτό το φιλμ εκτελεί χρέη executive producer.

Κοίταξε, για μένα είναι ένας καλός σύμβουλος. Δεν δουλεύουμε στενά μαζί. Περισσότερο τον χρειάζομαι στο στάδιο του pre-production, γιατί έχει τόσο μεγάλη πείρα στα πράγματα και μου λύνει τα χέρια σε διάφορες ανάγκες… Αργότερα, όταν έχω ένα rough cut της ταινίας, του το δείχνω και, φυσικά, θέλω να ξέρω ποια είναι η γνώμη του. Τον ακούω, αλλά οι επιλογές που παίρνω μετά, το ρίσκο του αν θ’ ακολουθήσω αυτά που μου είπε ή όχι, μένει στη δική μου κρίση, ολότελα… Το καλό με τον πατέρα μου είναι πως με ενθαρρύνει προς τις δικές μου κατευθύνσεις και με αποτρέπει από το συμβατικό.

Αν δεν είχε υπάρξει η επιτυχία του «Χαμένοι στη Μετάφραση», πιστεύεις πως θα σου επέτρεπαν να γυρίσεις τη «Μαρία Αντουανέτα»; Το κόστος αυτή τη φορά ήταν αρκετά μεγαλύτερο από τις προηγούμενες ταινίες σου…

Ναι, τα λεφτά ήταν περισσότερα, το οποίο σημαίνει περισσότερες ευθύνες και πιέσεις. Η ομάδα μου, όμως, λειτούργησε και πάλι σαν να δουλεύαμε σ’ ένα low budget έργο, προσπαθούσαμε να γυρίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερο, ώστε να εξοικονομούμε για τη μεταφορά σε διάφορα locations, για τα κοστούμια και τα λοιπά… Κανείς μας δεν είπε «ωραία, έχουμε τόσο χρήμα στη διάθεσή μας, ας χαλαρώσουμε κι ας αρχίσουμε να πίνουμε σαμπάνιες!». Προφανώς τα πράγματα θα ήταν πιο δύσκολα αν δεν είχε προηγηθεί το «Χαμένοι». Μάλλον αδύνατα, για να είμαι ειλικρινής. Φαντάσου πως το σενάριο το δούλευα μετά τις «Αυτόχειρες Παρθένους». Ήξερα πως αυτή η ταινία απαιτούσε χρόνο και σκληρή δουλειά. Και τότε δεν ήμουν έτοιμη για κάτι μεγαλύτερο… Γι’ αυτό υπήρξε το «διάλειμμα» με το «Χαμένοι στη Μετάφραση». Όταν πήγα στις Βερσαλλίες για να ζητήσω άδεια για τα γυρίσματα, μου είπαν πως αγάπησαν πολύ εκείνη την ταινία κι έτσι με άφησαν να χρησιμοποιήσω τα ανάκτορα!

Όταν έπαιρνες το Όσκαρ σεναρίου ονομάτισες κάποιους δημιουργούς που σε έχουν σημαδέψει. Ένας από αυτούς, ο Γουόνγκ Καρ Γουάι, είναι (συμπτωματικά) ο Πρόεδρος της Επιτροπής φέτος στο Φεστιβάλ, ο άνθρωπος που θα κρίνει αν θα πάρεις βραβείο! Τι είναι αυτό που αγαπάς πιο πολύ στις δικές του ταινίες; Το στυλ;

Η «Ερωτική Επιθυμία» με μάγεψε πραγματικά. Όπως και σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του, ξεχωρίζω τη διεύθυνση φωτογραφίας, τον οπτικό του κόσμο, το πως χρησιμοποιεί τη μουσική. Όπως σου είπα πριν, το σινεμά που με γοητεύει έχει να κάνει περισσότερο με την εικόνα. Στην «Επιθυμία», εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που αφηγείται την ιστορία του χωρίς να βασίζεται καθόλου στα λόγια! Όλη αυτή η ατμόσφαιρα είχε μια ομορφιά μοναδική. Σαν εμπειρία…

Για το τέλος, σε παρακαλώ, λύσε μου αυτή την απορία. Είδα σε μία σκηνή ένα ζευγάρι πάνινα All Star ανάμεσα στα παπούτσια της Αντουανέτας ή έχω μεγάλη φαντασία;

Όχι, δεν έβλεπες όνειρο. Υπήρχαν, όντως! (γέλια)


MORE INTERVIEWS

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.

Γιάννης Οικονομίδης: Κουβέντα για μια «Μπαλάντα».

Κάθε φορά που μιλάω μαζί του, αισθάνομαι πως και οι δύο μαθαίνουμε κάτι, ο ένας για τον άλλον. Και ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος, που ανοίγεται. Ή δέχεται. Μοιάζουμε σε αυτό. Και το διασκεδάζω απίστευτα! Είχαμε να κουβεντιάσουμε έτσι, on camera, από το 2014. Ο σαματάς κρατάει ακόμη στο YouTube, από τότε! You have been warned…

Μάρκος Σεφερλής: Εφ’ όλης της ύλης.

Μάρκος Σεφερλής. Ηλίας Φραγκούλης. Μία συνάντηση που κανείς δεν (θα) περίμενε. Και μία κουβέντα για όλα εκείνα τα πράγματα που μπορεί να μην γνώριζες για τον #1 κωμικό ηθοποιό στην Ελλάδα σήμερα. Από τα παιδικά χρόνια μέχρι την κινηματογραφική αφορμή του «Χαλβάη 5-0». Θα μισήσεις, θα το ξανασκεφτείς, θ’ αλλάξεις γνώμη ή θα συνεχίσεις να λατρεύεις. Οι πιθανότητες είναι ίδιες. Ζούμε σε έναν ελεύθερο κόσμο.

ΣΚΟΡΣΕΖΕ. ΝΤΕ ΝΙΡΟ. ΠΑΤΣΙΝΟ. ΓΙΑ ΤΟΝ «ΙΡΛΑΝΔΟ».

Το 63ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Λονδίνου έριξε αυλαία με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο: την διεθνή πρεμιέρα του «The Irishman», της επικής γκανγκστερικής ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε. Είχα την τύχη, την τιμή και τη χαρά να συναντήσω, εκ μέρους του FREE CINEMA, τους τρεις κολοσσούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, οι οποίοι απάντησαν, μεταξύ άλλων, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ερωτήσεις μου για το μέλλον του σινεμά.