FreeCinema

Follow us

Μ. ΝΑΪΤ ΣΙΑΜΑΛΑΝ: Περπατώ εις το δάσος…


Όπως σε κάθε ταινία του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, από εποχής «Έκτης Αίσθησης», έτσι κι εδώ, ένα πέπλο μυστηρίου περιέβαλε το «Σκοτεινό Χωριό». Τα στοιχεία γύρω από την πλοκή ήταν περιορισμένα σε μία σύνοψη δύο προτάσεων και όλοι φανταζόντουσαν πως η αιτία θα κρύβεται και πάλι σε ένα ανατρεπτικό φινάλε. Είναι, άλλωστε, το σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη και σεναριογράφου με το μαγικό άγγιγμα της επιτυχίας, αλλά και την εμμονή να τρομάζει το κοινό. Λίγο πριν την πρώτη προβολή για τους δημοσιογράφους, στη Νέα Υόρκη, διαβάζω τις σημειώσεις της παραγωγής και τοποθετούμαι λίγο καλύτερα στο στόρι.

Πενσυλβάνια του 1897 και η κλειστή κοινωνία του χωριού Κόβινγκτον αισθάνεται την απειλή να πλησιάζει. Η νοητή «εκεχειρία» με τα πλάσματα (για τα οποία κανείς δεν τολμά να μιλήσει) του κοντινού δάσους μοιάζει να είναι παρελθόν και οι πρεσβύτεροι προστάζουν μέτρα ασφαλείας. Ο νεαρός Λούσιους Χαντ ζητά να παραβιάσει τα σύνορα και να εισέλθει στο δάσος, θέτοντας σε κίνδυνο όλους τους κατοίκους του χωριού. Από εκείνο το σημείο, μια σχεδόν βαρετή αλλά υποβλητική ατμόσφαιρα αρχίζει να σε πνίγει σταδιακά, καθώς οι αποκαλύψεις οδηγούν σε απίστευτες ανατροπές και κάμποσα τινάγματα από το κάθισμά σου, με κατάληξη αναπάντεχα αλληγορικής σημασίας που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, θέτοντας και κάποια ώριμα ερωτήματα για τον πολίτη των μεγαλουπόλεων στη Δύση σήμερα. Βγαίνοντας εκστασιασμένος από την προβολή, απορώ για το πως θα αποφύγω τις πιο καίριες αλλά αποκαλυπτικές ερωτήσεις γύρω από την πλοκή και τα μυστικά της ταινίας στη συνέντευξη με τον Σιάμαλαν την επόμενη μέρα. Και, πιστέψτε με, τα τέρατα που καραδοκούν στο δάσος δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που… δε μπορώ να σας πω! Έχω υπογράψει χαρτί και θα με «μαζέψει» η Disney αν βγάλω άχνα!

Τον είχα συναντήσει ξανά το 2000, για τον «Άφθαρτο». Μου προκαλούσε ένα κάποιο δέος το γεγονός ότι είναι μικρότερός μου σε ηλικία! Πανέξυπνος, ομιλητικότατος, μυστικοπαθής όταν πας να του αποκαλύψεις τις πηγές έμπνευσης και τις σινεφιλικές του αναφορές. Ακόμη και μετά το τέλος του χρόνου που είχα στη διάθεσή μου για τη συνέντευξη τότε, δε σταματούσε να μου μιλάει για ταινίες και να ρωτά τη γνώμη μου με ενδιαφέρον. Είναι ένα σύνηθες σύμπτωμα όταν ένας «κολλημένος» συναντά έναν όμοιό του… Ντυμένος στα μαύρα, όπως τον θυμόμουν, μπήκε στο δωμάτιο συνοδεία ατζέντη. Το «μαντρόσκυλο» θα επιχειρούσε να με διακόψει αν γινόμουν ιδιαίτερα απαιτητικός στις ερωτήσεις περί του φινάλε του «Σκοτεινού Χωριού», προφανώς. Αχρείαστος ήταν, αφού ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν γνωρίζει πολύ καλά τι θα πει αυτοέλεγχος. Μου χαμογελά.

Σε όλες τις ταινίες σου παίζεις με παράξενες ιστορίες και καταστάσεις. Αυτό το στοιχείο υπάρχει και στη ζωή σου;

Νομίζω ότι η ζωή μου είναι αρκετά φυσιολογική. (γέλια) Είναι μάλλον ένας τρόπος να αντιδρώ, σε αντίθεση με το πόσο φυσιολογικά είναι τα πάντα γύρω μου, το να κάνω τέτοιες ταινίες. Με εξαίρεση τη δουλειά μου ως κινηματογραφιστή, θα έλεγα ότι είμαι βαρετός!

Στο «Σκοτεινό Χωριό» μεταδίδεις στο θεατή το φόβο για το σκοτάδι, για το τι μπορεί να κρύβει ένα δάσος… Είναι και δικές σου φοβίες αυτές;

Όχι, αλλά τρελαίνομαι με την ιδέα ότι μπορώ να σε κάνω να τρομάξεις γι’ αυτά. Αν ερχόσουν στο σπίτι μου, πιθανότατα θα έψαχνα να βρω μια ευκαιρία για να σε τρομάξω! Κι αν ήμασταν σ’ ένα δάσος, θα σου έλεγα πως κάπου εδώ έχει γίνει ένας φόνος. Για να δω την αντίδρασή σου. Το βρίσκω σατανικά διασκεδαστικό. Το κάνω ακόμη και με την οικογένειά μου! Όχι με τα παιδιά μου, φυσικά. Αν και μου ζητούν να τους διηγούμαι τρομακτικές ιστορίες…

Ποια είναι η ταινία που σε κάνει να τρομάζεις και δεν έχεις ξεπεράσει μέχρι σήμερα;

Η μία και μοναδική, ο βασιλιάς: ο «Εξορκιστής». Είναι ο υψηλότερος στόχος για μένα, το να ξεπεράσω αυτό το συνδυασμό κινηματογραφικής τέχνης και αληθινής εμπειρίας μαζί. Όλα δένουν τόσο τέλεια σε ρεαλιστικό επίπεδο, σε βαθμό να εκμηδενίζουν τα συνειδησιακά όρια που σε καθησυχάζουν, λέγοντάς σου ότι αυτό που βλέπεις είναι μονάχα μια ταινία.

Αν σου έλεγα πως το «Σκοτεινό Χωριό» μου έφερε στο μυαλό έναν συνδυασμό της «Πηγής των Παρθένων» του Μπέργκμαν με το «Blair Witch Project» ως αναφορά, πως θα το σχολίαζες;

Μπορεί να σου απαντούσα ότι στο μυαλό μου είχα την εντύπωση πως έκανα το «Η Έντιμος Κυρία και ο Χαρτοπαίκτης» συναντά τον «Εξορκιστή»! (γέλια)

Μόλις είπες ότι είμαι ένας «τρελός» κριτικός.

Όχι, σοβαρά. Δε μ’ αρέσει να τοποθετούμε πλάι-πλάι πράγματα τόσο διαφορετικά χωρίς να υπάρχει λόγος. Επίσης, δε μ’ αρέσει να αποκαλύπτω τις ιδέες ή τις επιρροές μου. Σπανιότατα μιλάω γι’ αυτές, με τη γυναίκα μου. Κανονικά θα έπρεπε να το αποφεύγω, γιατί η απάντηση που παίρνω είναι ένα φαρδύ πλατύ «Τι;». Ξέρεις, της λέω ότι σκέφτηκα να κάνω την ταινία που θα συνδυάζει το «Κινγκ Κονγκ» με τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» και… (γέλια)

Κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Υπάρχουν δύο πράγματα που απουσιάζουν από τη μικρή κοινότητα του Κόβινγκτον στην ταινία: το χρήμα και η θρησκεία. Μήπως θεωρείς ότι αυτά τα δύο είναι οι μεγαλύτεροι φορείς κακού για μία σύγχρονη κοινωνία όπως η δική μας; Πράγματα τα οποία θα έπρεπε να μας τρομάζουν;

(Αλλάζει αμέσως ύφος, απορροφώντας την ερώτηση) Ναι. Λοιπόν, μπαίνουμε σε φιλοσοφικά χωράφια τώρα… Ας πιάσουμε πρώτα το θέμα της θρησκείας. Δεν είμαι οπαδός. Νοιώθω ότι ζούμε σε μια εποχή ιδιαίτερα σημαντική για την ανθρωπότητα, η οποία ή θα τελειώσει με τον πιο φρικτό τρόπο ή θα θελήσει να κάνει το ξεκίνημα μιας νέας χρυσής περιόδου, δηλώνοντας το τέλος της θρησκευτικής πίστης. Η θρησκείες λειτουργούσαν σε κοινωνίες που μας πάνε πίσω τόσους αιώνες. Μιλάμε για εποχές όπου εμείς οι δύο δεν ήταν εφικτό να συναντηθούμε και ο καθένας μας θα μπορούσε να πιστεύει σε όποια θρησκεία ήθελε, θεωρώντας ότι έχει βρει την αλήθεια σε ποσοστό 100%. Ακόμη κι αν μπορούσα να μάθω με κάποιον τρόπο ότι εσύ υπάρχεις και πιστεύεις σε κάτι διαφορετικό, το πολύ να ήλπιζα στην περίπτωση της διδασκαλίας, έτσι ώστε να σε κάνω ν’ αλλάξεις πίστη. Σήμερα, όμως, εγώ μπορώ να πάρω το αεροπλάνο και σε έξι ώρες να είμαι στο σπίτι σου. Σήμερα υπάρχει το διαδίκτυο. Σήμερα είναι όλο και λιγότερο πρακτική η πεποίθηση ότι αυτό στο οποίο πιστεύω ως θρησκεία είναι αποδεδειγμένα το σωστό και ότι ένα παιδάκι στην Αφρική είναι αυτό με τον «πειραγμένο» εγκέφαλο… Που θέλω να καταλήξω; Είναι η τελευταία μας ευκαιρία να εγκαταλείψουμε τις θρησκευτικές επάρσεις, γιατί αυτές προκαλούν την περισσότερες εκρήξεις βίας στον πλανήτη. Είναι παράλογα δογματικό να πιστεύω σε κάτι τόσο διαφορετικό με σένα που στέκεσαι δίπλα μου και να μη μπορώ έστω και σταδιακά να αναμείξω στοιχεία της πίστης μου με τη δική σου… Ας μη σκεφτόμαστε τον άνθρωπο που μπορεί να μπει αυτή τη στιγμή στο κτήριο για να το ανατινάξει. Ας σκεφτούμε τα παιδιά των παιδιών του κι ας ελπίσουμε πως εκείνα θα μπορέσουν να έχουν τα ίδια μυαλά με τα δικά μας παιδιά στο μέλλον. Αν δε μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να συμφωνήσουμε όλοι και να πιστέψουμε σε μία κοινή θρησκεία, τότε λυπάμαι αλλά δεν έχουμε βρει το αληθινό. Και όσο περισσότερο ενημερώνεσαι για τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου, όσο περισσότερο μορφωμένος είσαι, τόσο πιο δυνατή γίνεται η φωνή που σου λέει «όχι αληθινό». Δε μπορώ να καταλάβω πως ο άνθρωπος έχει κοινές ανάγκες για τα πάντα, αλλά δε μπορεί να τα βρει στο ζήτημα της θρησκείας! Έλεος!

Με κάνεις να αισθάνομαι ότι η συγγραφή του σεναρίου του «Σκοτεινού Χωριού» εμπεριέχει και κάποια αντίδρασή σου στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου…

Δεν ξέρω τι να πω… Μπορεί να λειτούργησε κάτι συναισθηματικά γύρω από αυτό, σίγουρα. Η επιθυμία που είχα προσανατολίζονταν προς κάτι αθώο, μακριά από θρησκευτικές παραδόσεις που μας βάφουν στο αίμα.

Για λίγη ώρα κουβεντιάζουμε για την αλληγορική, κρυφή σημασία του έργου και μου ζητά να είμαι διακριτικός ως προς το τι θα δημοσιευθεί. Μου μιλά με αφοσίωση για τις διαφωνίες του σε σχέση με τον τρόπο που έχει επιλέξει να ζει η κοινότητα των χαρακτήρων στην ταινία, οροθετεί τα σύνορα ανάμεσα στο σωστό, το άδικο και το παράλογο, συμφωνούμε απόλυτα στις απόψεις και σας αφήνω να απολαύσετε μόνοι σας την ανατροπή του φινάλε. Κι ύστερα να σκεφτείτε. Σοβαρά. Κάποια στιγμή συναντάμε την αρχική μου ερώτηση και του θυμίζω πως δε μιλήσαμε για το χρήμα…

Το μίσος των ηρώων απέναντι στο χρήμα και τα υλικά αγαθά, προφανώς, βασίζεται στο γεγονός ότι όλοι έχουν χάσει έναν δικό τους άνθρωπο εξαιτίας αυτής της φονικής απληστίας

Πάμε πάλι στα φιλοσοφικά… Αν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου είναι η οικογένειά μου κι εσύ έρχεσαι και κάνεις κακό σ’ αυτήν, τότε μπορώ να σου εγγυηθώ ότι κι εγώ θα σου κάνω κακό ως απάντηση. Αν, όμως, βάζεις πάνω απ’ όλα το Θεό σου κι εγώ σου τον «πηδήξω» με τον όποιο τρόπο, τότε εσύ μπορεί και να με σκοτώσεις. Εάν, από μία άλλη σκοπιά, εσύ είσαι φτωχός και έχεις πιστέψει στο χρήμα και το πρωτεύον είναι πόσα περισσότερα αγαθά θα αποκτήσεις υπεράνω και της οικογένειάς σου ακόμη, τότε, ναι, μπορείς να σκοτώσεις για το χρήμα. Τώρα βλέπεις γιατί απουσιάζουν αυτά τα δύο από την ταινία. Οι άνθρωποι αυτοί νοιάζονται και προστατεύουν τις οικογένειές τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ζωικό βασίλειο. Είναι ένας ενστικτώδης, βασικός μηχανισμός προστασίας που υπάρχει στη φύση μας.

Η χρήση των χρωμάτων, του φιλικού κίτρινου και του εχθρικού κόκκινου, συνδέονται αποκλειστικά με την ψυχολογία στο φιλμ;

Ναι, απόλυτα. Όλοι μας αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο σε κάποια χρώματα. Αν το δωμάτιο ήταν κόκκινο, αυτή η συζήτηση θα ήταν πιο επιθετική. Το κίτρινο είναι ένα χρώμα που μας χαλαρώνει… Είναι απλή η συμβολικότητα των χρωμάτων στην ταινία. Δεν ξέρω γιατί έχουν αυτή την επίδραση πάνω μας, αλλά υπάρχουν τόσα παραδείγματα αν το σκεφτείς. Το κόκκινο από το αίμα, τις απαγορευτικές πινακίδες…

Οι κόκκινες καρδούλες για τους ερωτευμένους;

Ε, τι να πω… Ίσως και η αγάπη να είναι κάτι επικίνδυνο! (γέλια)

Η «Έκτη Αίσθηση» ήταν μια πραγματικά τεράστια εισπρακτική επιτυχία που εν μέρει οφείλεται στην ανατροπή του φινάλε. Κάτι που προσπάθησες να επαναλάβεις σε κάθε επόμενη ταινία σου. Είναι μια προσωπική πρόκληση, το να ξεπεράσεις εκείνη την ταινία, ή αισθάνεσαι υποχρεωμένος να το κάνεις για λόγους εμπορικούς;

Δε σκέφτομαι έτσι. Καθόλου. Είναι θλιβεροί αυτοί που πιστεύουν ότι λειτουργώ με αυτό το μοτίβο! Καταλαβαίνω από που προέρχεται και δεν πρόκειται να τους κερδίσω αυτούς τους ανθρώπους… Θυμάμαι το ίδιο το studio να μου λέει «Μικρέ, διασκέδασέ το, δεν πρόκειται να σου συμβεί ποτέ ξανά!», κι εγώ να τους απαντώ: «Που το ξέρετε; Αφού εγώ ευθύνομαι γι’ αυτό! Εγώ έκανα την ταινία…». Φαντάσου! Από την άλλη, υπάρχουν και οι κριτικοί, οι οποίοι με κατηγορούν γι’ αυτή την επανάληψη των «μηχανισμών εξαπάτησης» του κοινού. Εντάξει, παραγνώρισε το γεγονός ότι οι ταινίες μου έχουν τόσο σπουδαίους συντελεστές και ότι τα πάντα αγγίζουν επίπεδο κορυφής, μόνο και μόνο γιατί θεωρείς ότι τα «τρικ» μου είναι γελοία. Εγώ θα συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου. Και η δουλειά μου δεν είναι να παράγω ακόμη ένα προϊόν. Δεν κυνηγάω το φάντασμα της «Έκτης Αίσθησης»! Ξέρεις, είναι αστείο. Θεωρώ το «Σκοτεινό Χωριό» την καλύτερη ταινία μου, αλλά αγαπώ περισσότερο τον «Άφθαρτο». Είναι αυτή που έκανε τα λιγότερα εισιτήρια και η φήμη της διογκώνεται από φανατικούς θαυμαστές περισσότερο από κάθε άλλη…

Προσμένεις την αναγνώριση από τους Ευρωπαίους κριτικούς στο μέλλον; Όπως έγινε με τον Χίτσκοκ, για παράδειγμα;

(Καλοστέκεται στην ιδέα. Ξέρω ότι ο Χίτσκοκ είναι ένας από τους μεγάλους του ήρωες.) Δεν ξέρω αν μπορώ να περιμένω κάτι τέτοιο. Ίσως όχι με την έννοια του auteur, του δημιουργού, αλλά θα το ήθελα σαν συγγραφέας.

Το εννοώ με τη λογική ότι ένας τόσο εμπορικός σκηνοθέτης σαν τον Χίτσκοκ χρειάστηκε να πάρει το βάπτισμα του δημιουργού από την Ευρώπη. Η περίπτωσή σου είναι παρόμοια. Οι κριτικοί σε μισούν εδώ, αλλά…

Το ξέρω, dude! Αλλά το πρόβλημα είναι πως δε θυμούνται ότι με μισούν μετά! (γέλια) Μιλάνε για τα προηγούμενα φιλμ που γύρισα λες και είναι κλασικά κι αγαπημένα. Κι εγώ απορώ, γιατί θυμάμαι τι γράφτηκε στην έξοδο της κάθε ταινίας μου… Λοιπόν, θα ήθελα να με βλέπουν σαν συγγραφέα. Σαν τον Γκρίσαμ, τον Κινγκ, τον Κράιτον. Έτσι θέλω να βλέπω τις ταινίες μου, όπως τα βιβλία τους. Δε σε ενδιαφέρει ποιο είναι το θέμα, αλλά σ’ αρέσει ο συγγραφέας, τον εμπιστεύεσαι. Οπότε, θέλεις να διαβάσεις το κάθε επόμενο βιβλίο του όπως και να ‘χει. Αυτό με ενδιαφέρει. Μία παρόμοια σχέση με το κοινό.


MORE INTERVIEWS

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.