FreeCinema

Follow us

Ζοζέ Παντίλια: Reconstructing «RoboCop».


Ο Ζοζέ Παντίλια μιλά στο FREE CINEMA από το Λος Άντζελες, σε μια αποκλειστική για την Ελλάδα συνέντευξη, με αφορμή το remake του «RoboCop». Ο λόγος του… αναπάντεχα πολιτικός και τεχνολογικά συνειδητοποιημένος!

Το FREE CINEMA βρέθηκε στο Λος Άντζελες και συνάντησε μερικούς από τους βασικούς συντελεστές τού remake τής ταινίας «RoboCop». Η πραγματική έκπληξη ήταν η συνέντευξη με τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη Ζοζέ Παντίλια, ντοκιμαντερίστα και φεστιβαλικά γνωστότερο από το φιλμ «Οι Επίλεκτοι», το οποίο είχε κερδίσει τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο, το 2008. Ο Παντίλια ήταν μια απροσδόκητη επιλογή για μια στουντιακή παραγωγή του Χόλιγουντ, όμως, έκανε σεβαστή δουλειά στην ταινία και ως συνομιλητής αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις με τις απόψεις του περί αυτοματοποίησης του ένστολου νόμου, έως και τις προτεραιότητες που πρέπει να έχει ένας σκηνοθέτης.

Ποιος θα κερδίσει το Μουντιάλ φέτος;

Η Βραζιλία. Αλλά μάλλον η Γερμανία έχει την καλύτερη ομάδα. Αλλά εμείς παίζουμε στην έδρα μας. Κι οι Ισπανοί είναι καλοί, κι η Αργεντινή. Άρα, ποιος ξέρει; Φτάνει να μην το πάρει η Αργεντινή κι εγώ θα είμαι ευχαριστημένος. Στο Ρίο, αν το πάρει η Αργεντινή, θα παιχτεί τραγωδία. Οι Βραζιλιάνοι θα πάθουν κατάθλιψη!

Ο Μέσι είναι τραυματίας, άκουσα…

Ναι; Τι κρίμα! (γέλια)

Jose Padilha RoboCop1

Πώς προσέγγισες αυτόν τον νέο RoboCop;

Συμπεραίνω ότι η ερώτησή σου έχει να κάνει με τη θεματική, όχι με την παραφιλολογία τής ταινίας: πώς συναντήθηκα με τους παραγωγούς κτλ. Είμαι οπαδός της αυθεντικής ταινίας, λατρεύω το πρώτο «RoboCop». Δε μ’ αρέσουν τα επόμενα sequels, αλλά λατρεύω το πρώτο. Το βρίσκω σπουδαίο από αρκετές απόψεις. Έχει αυτόν τον εικονοκλαστικό τρόπο να παρουσιάζει τη βία και να κάνει και πλάκα μ’ αυτήν. Και μάλιστα σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν τόσο σύνηθες. Η σάτιρα είναι εξαιρετική, για παράδειγμα σ’ αυτές τις 80’s, υπερβολικές διαφημίσεις. Ή στην εισαγωγική σκηνή με το δικηγόρο – έχει πολύ πλάκα εκεί, γιατί ο κόσμος δε συμπαθεί τους δικηγόρους. Υπάρχει, όμως, κάτι άλλο που μου αρέσει περισσότερο, και είναι ένα φιλοσοφικό ζήτημα, που ο Βερχούβεν εντόπισε και προσέδωσε στον κεντρικό χαρακτήρα: Η σύνδεση της αυτοματοποίησης της βίας, είτε για πόλεμο είτε για την επιβολή τού νόμου, με το φασισμό. Όποτε βλέπω το αυθεντικό «RoboCop», το σκέφτομαι αυτό. Και είναι εύκολο να δεις το δεσμό αυτόν στην ιστορία. Στο Βιτενάμ π.χ.: Γιατί αποσύρθηκαν οι Αμερικανοί από εκεί; Επειδή πέθαιναν στρατιώτες και ασκήθηκε πίεση πίσω στην πατρίδα τους. Γιατί οι Βρετανοί κι οι Αμερικανοί έφυγαν από το Ιράκ; Για τον ίδιο λόγο. Αν πάρεις από εκεί τους στρατιώτες και βάλεις στη θέση τους αυτόνομα drones και robots, δεν πεθαίνει κανείς. Το ίδιο γίνεται και με την επιβολή του νόμου: Αν έχεις αστυνομικούς κι αστυνομικίνες, μπορεί και να αντιδράσουν σε μια εντολή. Στο Ρίο, πριν από μήνες, ένας αστυνομικός αρνήθηκε να επιτεθεί εναντίον διαδηλωτών και απολύθηκε. Αν στη θέση του βάλεις ένα robot, κανένα πρόβλημα. Ο Βερχούβεν είχε δει καθαρά ότι η αυτοματοποίηση της βίας είναι κάτι επικίνδυνο. Κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει επειδή ανοίγει το δρόμο στο φασισμό. Και δημιούργησε ένα χαρακτήρα που ενσωματώνει αυτό το πράγμα: επειδή από ανθρώπινο ον ξαφνικά γίνεται robot. Πριν, μπορούσε να ελέγχει το πεπρωμένο του, τώρα όχι. Και ως robot κάνει πράγματα που δε θα έκανε ποτέ ως άνθρωπος. Αυτό το κομμάτι της ταινίας είχα ως στόχο να διατηρήσω και να εξερευνήσω κι εγώ. Για διάφορους λόγους. Ο ένας είναι ότι κατευθυνόμαστε προς τα εκεί. Άνοιξε οποιαδήποτε εφημερίδα και θα διαβάσεις άρθρα για τα drones και για το πώς αλλάζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Και νομίζω ότι πολύ σύντομα οι χώρες θα χρειαστεί να συζητήσουν νομικά το τι μπορεί και το τι δεν μπορεί να γίνει από τα robots. Σήμερα τα drones πιλοτάρονται από ανθρώπους, δεν είναι αυτόνομα, αλλά κάποια στιγμή θα υπάρξουν και αυτά που θα πετούν μόνα τους. Πολύ σύντομα. Αν ένας πιλότος ρίξει μια βόμβα στο Πακιστάν με drone και σκοτώσει ένα παιδάκι, μπορεί να του αποδοθεί ευθύνη. Να δικαστεί ή να καταλήξει στο Γουίκιλικς. Αν το κάνει ένα robot, ποιος θα φταίει; Ο επιστρατευτής του, ο κατασκευαστής του, ο μηχανικός τού λογισμικού του; Μπορεί, εξάλλου, να εμπλέκονται διαφορετικές εταιρείες. Το ποιος είναι υπόλογος, είναι θολό. Και δε βγάζει νόημα το να τιμωρήσεις ένα robot για κάτι. Δε μιλάμε, λοιπόν, για ασήμαντα ζητήματα εδώ. Κάθε χώρα θα χρειαστεί να συζητήσει, στο κοντινό μέλλον, τι θα κάνει με τα robots. Η ταινία μας αρχίζει το 2028 κι η Αμερική έχει πάρει θέση: χρησιμοποεί drones στον πόλεμο αλλά δεν επιτρέπει τη χρήση τους για την επιβολή του νόμου στο έδαφός της. Εκεί βρισκόμαστε. Και μία εταιρεία, που βγάζει πολύ χρήμα κατασκευάζοντας και πουλώντας τέτοια robots σε διαφορετικές χώρες και τους στρατούς τους, δεν μπορεί να πουλήσει ούτε ένα στις ΗΠΑ γιατί απαγορεύεται. Οι Αμερικανοί δε θέλουν τα robots να πατάνε τη σκανδάλη, πρέπει να είσαι άνθρωπος με συνείδηση για να το κάνεις. Η εταιρεία χάνει χρήμα και ο διευθύνων της, ο Ρέιμοντ Σέλαρς (Μάικλ Κίτον), έχει μια ιδέα: υπάρχει κενό στην αμερικανική αγορά, χρειαζόμαστε ένα drone με συνείδηση, ας βάλουμε έναν άνθρωπο μέσα στη μηχανή. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα τού RoboCop.

RoboCop-Joel-Kinnaman-Gary-Oldman1

Μίλησες για «υπόλογους». Αυτό ισχύει (και ενισχύει) το χαρακτήρα του Γκάρι Όλντμαν;

Ναι. Μπορούμε να μιλήσουμε και για το τι αντιπροσωπεύει ο κάθε χαρακτήρας στην ταινία. Του Γκάρι είναι ο πιο φιλοσοφικός γιατί, όταν φτιάχνουν τον RoboCop, πρέπει να μοιάζει ως δημιούργημα με συνείδηση. Αλλιώς παραβαίνουν το νόμο. Διατηρούν, επομένως, τις συναισθηματικές και γνωστικές περιοχές αλλά και τη μνήμη τού εγκεφάλου. Σε αντίθεση με την παλιά ταινία, λοιπόν, ο μπάτσος ξυπνάει μια μέρα και ανακαλύπτει ότι δεν έχει σώμα. Έχει γυναίκα και παιδί, δεν μπορεί να αγγίξει ή να κάνει έρωτα μ’ αυτήν, και κάθε βράδυ πρέπει να συνδέεται με μηχανήματα ώστε να καθαρίζεται το αίμα του από τα βακτήρια για το φόβο ιώσεων, επειδή δεν έχει ανοσοποιητικό, και να τον «ταΐζουν» μέταλλα. Είναι ένα φρικιαστικό πράγμα. Ο Άλεξ Μέρφι δε θέλει να είναι RoboCop. Κανείς δε θέλει να είναι μισός άνδρας και μισός robot. Ένα μεγάλο κομμάτι τού φιλμ αφορά το πώς αυτός ο άνδρας αποδέχεται ή όχι αυτή την πραγματικότητα και το αν συνειδητοποιεί σε τι έχει μετατραπεί. Ο δρ. Νόρτον (ο χαρακτήρας τού Γκάρι Όλντμαν) είναι που τον έχει κάνει ό,τι κι αν είναι. Αυτός ενσωματώνει τα φιλοσοφικά θέματα του φιλμ: τι σημαίνει το να είσαι άνθρωπος; Χρειάζεσαι σώμα ή απλώς έναν εγκέφαλο; Και ποια τμήματα του τελευταίου; Μπορούν να σου πάρουν τα συναισθήματα, και τότε είσαι ακόμα άνθρωπος; Στην ταινία μας, ο RoboCop γίνεται τέτοιος σιγά-σιγά. Πρώτα είναι εκεί ολόκληρος, τέλειος. Μετά δεν μπορεί να το αποδεχτεί και να ζήσει έτσι. Μετά αυτά που νιώθει μπερδεύονται με τον προγραμματισμό του και η εταιρεία τον απογυμνώνει απ’ αυτά – αυτό είναι το φοβερό. Το χαρακτήρα τού Γκάρι Όλντμαν τον βαφτίσαμε «Ντένετ» από έναν διάσημο Αμερικανό φιλόσοφο του εγκεφάλου, που πιστεύει ότι η συνείδηση είναι απλώς επεξεργασία πληροφοριών. Βασικά είμαστε κάτι σαν υπολογιστές γι’ αυτόν, κι ο Νόρτον πιστεύει το ίδιο πράγμα. Αυτό που κάνει στον Άλεξ Μέρφι είναι σαν αλλαγές στο λογισμικό ενός υπολογιστή. Κι άλλοι χαρακτήρες έχουν ονόματα φιλοσόφων: Ο γερουσιαστής Ντράιφους, δημιουργός τού νόμου που απαγορεύει τη χρήση robot στην Αμερική, έχει το όνομα ενός επιστήμονα που πιστεύει ότι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από υπολογιστές. Υπάρχουν πολλά «ειδωλολατρικά» πράγματα στην ταινία, και δε νομίζω ότι το studio το γνωρίζει. Υπάρχουν, όμως.

Εσύ τι πιστεύεις;

Νομίζω ότι δε γνωρίζουμε αρκετά. Αυτοί οι φιλόσοφοι διακινδυνεύουν τις γνώμες τους, πιστεύω ότι προτρέχουν. Θεωρώ ότι δεν έχουμε ακόμη βασικές γνώσεις επάνω σ’ αυτόν τον τομέα, ούτε καν σε επίπεδο φυσικών επιστημών.

Μιλώντας πιο πολιτικά και όσον αφορά τη δική σου χώρα, πιστεύεις ότι θα υπάρξουν γειτονιές όπου η αστυνομία θα πηγαίνει πια μόνο με μηχανές και όχι με ανθρώπους;

Ναι. Αλλά από τη στιγμή που μια χώρα αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η απόδοση ευθυνών, το νομικό της σύστημα ήδη δε λειτουργεί. Σε 30 χρόνια, πάντως, αυτό θα είναι ένα ζήτημα στο επίκεντρο. Το πώς κάθε χώρα θα αντιδράσει σ’ αυτό, δεν το ξέρω. Πιστεύω ότι η Βόρεια Κορέα θα προσαρμοστεί στα robots πολύ γρήγορα και ότι οι περισσότερες δημοκρατικές χώρες θα αντισταθούν στο να τα υιοθετήσουν τόσο άμεσα. Κάποιες θα απαγορεύσουν τα drones για την επιβολή του νόμου. Θα υπάρξει μια ισορροπία σχετικών πολιτικών στον κόσμο. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα θα τα χρησιμοποιεί, θα λέει πολλά γι’ αυτήν. Αυτό είναι εγγυημένο.

Jose Padilha RoboCop3

Βρίσκεις ομοιότητες ανάμεσα στο «RoboCop» και στην προηγούμενη ταινία σου, «Οι Επίλεκτοι»;

Όχι, είναι διαφορετικές. «Οι Επίλεκτοι» είναι μια ανάλυση μιας πιο αυστηρής, περιοριστικής περιόδου και ενός τόπου, που είναι το Ρίο ντε Ζανέιρο της Βραζιλίας. Του πώς η αστυνομία δρα εκεί και του ποια είναι η λογική ενός οργανισμού, της στρατιωτικής αστυνομίας τού Ρίο, και των σχέσεών της με τους εμπόρους ναρκωτικών και την κοινωνία. Το «RoboCop» είναι για κάτι ευρύτερο, παγκόσμιο στην πραγματικότητα. Το τι θα κάνουμε με τα drones θα απασχολήσει κάθε χώρα. Δεν είναι όλες οι περιοχές του εγκεφάλου τού RoboCop άθικτες. Κάποιες έχουν αντικατασταθεί ώστε να μπορεί να ελέγχει το πανίσχυρο σώμα του. Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι είμαστε μόνο το μυαλό μας – αλλά πώς; Ας πούμε ότι «πειράζω» μηχανικά την περιοχή του εγκεφάλου μου που ελέγχει το δεξί χέρι μου. Λειτουργώ και πάλι τέλεια, ενώ αισθάνομαι και όπως πριν. Μετά κάνω το ίδιο και για το αριστερό μου χέρι, και για το πρόσωπό μου… Αν συνεχίσεις έτσι, θα φτάσεις σ’ ένα σημείο που θα πεις «α, και δεν αντικαθιστώ ολόκληρο τον εγκέφαλό μου;»! Τι θα γίνει τότε; Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον RoboCop: κρατούν ανέπαφες τις γνωστικές, συναισθηματικές και αναμνησιακές περιοχές τού εγκεφάλου του, αλλά αντικαθιστούν όλες τις υπόλοιπες.

Τι γίνεται με την ψυχή του;

Καλή ερώτηση. Υπάρχει μια και μόνη σκηνή στην οποία ακούγεται η λέξη αυτή. Γιατί, κλασικά, ο αντίλογος στον διάλογο της φιλοσοφίας τού νου για το ποιοι είμαστε είναι πως υπάρχει κάτι παραπάνω από τους νόμους τής φυσικής. Αυτό το έχουμε ονομάσει «ψυχή». Ο χαρακτήρας τού Νόρτον δεν πιστεύει σ’ αυτήν, αλλά μόνο στη φυσική και στην επεξεργασία των πληροφοριών απ’ τον εγκέφαλο. Αλλά όταν ο RoboCop βγαίνει εκτός ελέγχου και αδυνατούν να τον κάνουν καλά, λέει: «Ίσως και να υπάρχει ψυχή». Στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε. Η επιστήμη δεν έχει αποφασίσει. Άλλο καπέλο αυτό…

Jose Padilha RoboCop4

Έχεις μια πολύ καλή διανομή…

Ναι. Γιατί στην τελική, είτε κάνεις μια μικρή ανεξάρτητη ταινία στο Ρίο, είτε μια γιγαντιαία ταινία στο Χόλιγουντ, τα πάντα είναι το σενάριο και το καστ σου. Και το τι κάνεις στο πλατό με την κάμερα, ίσως. Αλλά εγώ, ως σκηνοθέτης, θεωρώ τα δύο σημαντικότερα πράγματα το σενάριο και το καστ. Πρώτα έψαξα για το ποιος θα παίξει τον RoboCop, για έναν ηθοποιό που να μπορεί να αντεπεξέλθει σωματικά αλλά και να βγάζει όλα αυτά τα συναισθήματα: του να ανακαλύπτεις ότι είσαι robot, του να θέλεις να πεθάνεις κτλ. Κάναμε ακροάσεις σε πολύν κόσμο και ο Τζόελ (σ.σ. Κίναμαν) έπιανε το ρόλο ξανά και ξανά όλο και καλύτερα. Ίσως επειδή είναι Σουηδός, κι αυτοί έχουν όλες αυτές τις υπαρξιακές ανησυχίες (γέλια) και στις ταινίες τους. Δεν ξέρω τι είναι. Αλλά είναι σπουδαίος και στη δράση. Δε χρειάζεται κασκαντέρ. Κάνει τα stunts, μπορεί και κινείται, σκοτώνει, όλα αυτά. Πάντως, δεν ψάξαμε για έναν διάσημο ηθοποιό για το ρόλο, επειδή θέλαμε αυτή η ταινία να είναι ένα σύμπαν αυθύπαρκτο. Αν πάρεις για το «RoboCop» ένα star, ας τον πούμε Χ, γίνεται ο RoboCop τού Χ. Πάει και τελείωσε. Αυτή είναι η φύση τού κινηματογραφικού star. Κάποιες ταινίες χρειάζονται stars, αυτή όχι. Ήταν καλύτερα χωρίς. Εννοείται ότι το «RoboCop 2» θα έχει έναν star! (γέλια) Αφού είχαμε τον Τζόελ, επόμενο βήμα ήταν να φτιάξουμε την οικογένεια. Γιατί η αντίδραση της οικογένειας είναι σημαντική: «Αυτό είναι ένα γαμημένο robot!». Πάλι οντισιόν, και η Άμπι (σ.σ. Κόρνις) επίσης έπαιζε καταπληκτικά, αντιδρώντας πολύ συναισθηματικά, ζωντάνευε τις σκηνές της. Αφού είχαμε και τους δύο, ψάξαμε για ένα παιδί που να τους ταιριάζει και είχαμε τη μεγάλη τύχη να βρούμε τον Τζον Πολ (σ.σ. Ράταν), έναν σπουδαίο Καναδό ηθοποιό. Συνήθως τα παιδιά υπερπαίζουν. Ο Τζον Πολ σχεδόν δεν παίζει, είναι ο πιο συγκροτημένος ηθοποιός στην πιάτσα. Τέλειος. Μετά ο Γκάρι Όλντμαν, που ουσιαστικά είναι μια διάνοια. Ο φανταστικότερος ηθοποιός με τον οποίο μπορεί να συνεργαστεί κανείς. Τέρμα. Εξαίρετος. Αντιλαμβάνεται το πλατό, το σενάριο και είναι τεχνικά άψογος, αλλάζει στη στιγμή. Του λες «μπορείς να το κάνεις λίγο πιο λυπητερά;» και… μπαμ! Το ‘χει με τη μία. Δεν το ’χω ξαναδεί αυτό. Ο Σάμιουελ Τζάκσον είναι η μεγίστη δύναμις. Μπαίνει στο πλατό και όλες οι κάμερες γυρνάνε πάνω του, όποιος άλλος και να ’ναι εκεί.

Το μαλλί του είναι το κάτι άλλο…

Ο Σάμιουελ διάβασε το σενάριο και δέχτηκε να παίξει. Ξέρετε στο αυθεντικό «RoboCop» όλα αυτά τα τρελά διαφημιστικά, που είναι μια κριτική. Εμείς βρήκαμε το αντίστοιχο: έναν φαινομενικά παλαβό δεξιών πεποιθήσεων καμπόσο των media. Κάποιον σαν αυτούς που έχουμε στη Βραζιλία, πρέπει να έχετε κι εσείς στη χώρα σας. (γέλια) Αυτός είναι υπέρ των robots και είπα στο Σάμιουελ «Κάνε ό,τι θέλεις», και βασικά τον έφτιαξε όλο μόνος του. Βρήκε το ντύσιμο, τα πάντα. Κι είναι τόσο καλός! Ήρθε, είχε τόσο διάλογο και ελάχιστο χρόνο, και το ’κανε. Με κατέπληξε το πόσο καλός είναι. Κι ο Τζάκι Ερλ Χέιλι, ο Μάικλ Κίτον… Απλώς σπουδαίοι ηθοποιοί.

Jose Padilha RoboCop2

Για ένα σκηνοθέτη που προέρχεται από το ντοκιμαντέρ, υπάρχει ηθικό δίλημμα στο να έρχεται στο Χόλιγουντ και να κάνει το «RoboCop»;

Μια ταινία είναι μια ταινία. Η δραματουργική της κατασκευή που πρέπει να παρουσιαστεί οπτικά στο κοινό. Τα ντοκιμαντέρ είναι διαφορετικά επειδή υπάρχει ο εξής περιορισμός: η ιστορία που θα παρουσιάσεις πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτό που συνέβη. Υπάρχει ένα επιστημολογικό χαλινάρι που δεν υπάρχει στη μυθοπλασία. Φυσικά, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις κι εκεί, αν θέλεις. Αυτό έκανα στο «Οι Επίλεκτοι», για να μείνει απόλυτα αληθινό σε σχέση με τα γεγονότα. Τα ντοκιμαντέρ έχουν μικρότερους προϋπολογισμούς, άρα συνήθως ο σκηνοθέτης μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Δεν έχει από πάνω του τόσους νευρικούς επενδυτές να βάζουν υπογραφές και να αναρωτιούνται: «Τι στο καλό θα γίνουν τα λεφτά μου;»! Απ’ τη στιγμή που μετακομίζεις στο Χόλιγουντ ή σε οποιαδήποτε μεγάλη ταινία, τελοσπάντων, υπάρχει δομή. Οι υπεύθυνοι του studio, οι managers, οι ατζέντηδες, οι υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων, το ένα, το άλλο. Και σου λένε όλοι, «Εδώ είμαστε κι εμείς». Αυτό έχει επίδραση στο πώς θα κάνεις την ταινία. Δεν μπορείς να φτιάξεις μια ταινία με την παραμικρή «πολιτική» επιρροή. Μια ταινία ριζοσπαστική και φιλελεύθερη. Γιατί το studio θα σου πει ότι αποξενώνεις το κοινό στο οποίο προσβλέπει. Μερικοί σκηνοθέτες λένε, «Σιγά, αυτό δεν παίζει ρόλο…», αλλά παίζει τον μεγαλύτερο. Και οφείλει να τον παίζει. Αυτό που πρέπει να κάνεις εσύ ως κινηματογραφιστής είναι να πλοηγήσεις τη διαδικασία και να κρατήσεις το σκορ. Πού έχεις την κάμερα, τους ηθοποιούς, το σενάριο, και να κρατήσεις ακέραιο αυτό που θέλεις η ιστορία σου να πει. Να το προστατεύσεις. Αν επιτρέψεις στις ανησυχίες όλων των άλλων να μπουν στο πλατό, θα κάνεις μια κακή ταινία. Το να προστατεύεις τον πυρήνα τού πλατό για μένα σημαίνει το να προστατεύεις και τη συνοχή της ταινίας. Έχουμε δει πολλές χολιγουντιανές ταινίες. Καμιά φορά βλέπεις ένα χαρακτήρα να λέει μια «άκυρη» ατάκα, που δεν του πάει. Γιατί; Επειδή κάποιος είπε: «Μπορείς να βάλεις κι αυτή την ατάκα στην ταινία;»! Αν οι άνθρωποι του studio είναι έξυπνοι, και πολλές φορές είναι, θα βρουν έναν τρόπο να βγάλουν συνοχή. Και μπορεί να είναι και καλύτερο το αποτέλεσμα, το Χόλιγουντ έχει κάνει και πολλές σπουδαίες ταινίες, δεν είναι μόνο το ανεξάρτητο σινεμά καλό. Αλλά το θέμα είναι να προστατεύεις την «καρδιά» τής ταινίας. Και να δέχεσαι τους περιορισμούς που θα έχεις. Γιατί θα έχεις.

Η ταινία «RoboCop» συνεχίζει την προβολή της στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, σε διανομή της εταιρείας Feelgood.


MORE INTERVIEWS

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.