FreeCinema

Follow us

ΤΖΟ ΡΑΪΤ. ΚΑΘΟΛΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΣ!


Χωρίς να έχει κερδίσει – αδίκως – ακόμη τον τίτλο του σκηνοθέτη «πρώτης γραμμής» από την κινηματογραφική βιομηχανία, την οποία φοβάται και θεωρεί επικίνδυνη για την ψυχική υγεία, κάθε ταινία του Τζο Ράιτ είναι ευρηματική, καλαίσθητη και διαθέτει αυτό που λείπει όλο και περισσότερο από το σύγχρονο σινεμά. Μια άποψη συγκεκριμένη και σαφώς διατυπωμένη.

Στην «Άννα Καρένινα», που προβάλλεται και στην Ελλάδα από την Πρωτοχρονιά, ο Ράιτ σκηνοθετεί και πάλι την αγαπημένη του ηθοποιό Κίρα Νάιτλι (έπειτα από τα «Περηφάνια και Προκατάληψη» και «Εξιλέωση») σε έναν από τους μεγάλους ρόλους, που έχουν ερμηνεύσει στο παρελθόν η Γκρέτα Γκάρμπο και η Βίβιαν Λι. Ο Ράιτ πήρε το ρίσκο να τοποθετήσει τη δράση στο χώρο του θεάτρου, τονίζοντας την υποκρισία των κοινωνικών συμβάσεων που ανατρέπει η συμπεριφορά της Καρένινα όταν ερωτεύεται τον νεαρό Βρόνσκι (Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον) και αδιαφορεί για τις συνέπειες στο γάμο της με τον Καρένιν (Τζουντ Λο).

Όπως εξήγησε ο Ράιτ στη συνάντησή μας στο Λονδίνο, λίγες ώρες πριν από την πρεμιέρα της ταινίας, η θεατρικότητα του φιλμ ήταν καθαρά δική του επιλογή και όχι του Τομ Στόπαρντ, ο οποίος έγραψε το σενάριο που εκ των υστέρων προσαρμόστηκε στη σκηνοθετική άποψη. Εξαιρετικά ενδιαφέρων, αλλά δίνοντας και την εικόνα του καλλιτέχνη που βρίσκεται «στον κόσμο του», ο Ράιτ μίλησε για το πώς τον άγγιξε το βιβλίο του Τολστόι και πώς κρατά τις αποστάσεις του από πράγματα που πιστεύει ότι μπορούν να τον βλάψουν.

Έχετε πει και ο ίδιος ότι η «Anna Karenina» έχει μεταφερθεί πολλές φορές στο πανί. Γιατί να ασχοληθείτε και εσείς με αυτήν τη μεγάλη ιστορία αγάπης;

Μεταξύ ποιων είναι η μεγάλη ιστορία αγάπης; Σοβαρά, πείτε μου, ποιοι τη ζουν; Για μένα δεν είναι μια μεγάλη ιστορία αγάπης ανάμεσα στην Άννα και το Βρόνσκι. Είναι μια τραγική ιστορία εμμονής, είναι μια ιστορία πόθου ανάμεσα στην Άννα και το Βρόνσκι. Η αληθινή ιστορία αγάπης νομίζω ότι είναι αυτή ανάμεσα στο Λέβιν, που είναι και ο αγαπημένος μου χαρακτήρας, και την Κίτι. Νομίζω ότι ποτέ στο παρελθόν, στις μέχρι τώρα μεταφορές, δεν αναπτύχθηκε επαρκώς αυτή η διπλή έλικα των ιστοριών, της ιστορίας που ζει η Άννα και εκείνης του Λέβιν. Ένιωσα, επιπλέον, ότι βρισκόμουν σε ένα στάδιο της ζωής μου που αυτό το βιβλίο είχε ιδιαίτερη σημασία. Ήμουν πια σαράντα χρονών, παντρεύτηκα, έκανα μωρό και αισθάνθηκα ότι ήταν τα πράγματα για τα οποία ο Τολστόι μιλούσε και θεωρούσε σημαντικά.

Αυτήν τη χρονιά βγαίνουν στις αίθουσες αρκετές ταινίες που βλέπουν με διαφορετική ματιά κλασικά έργα, όπως το «The Great Gatsby» και το «Les Misérables». Πιστεύετε ότι είναι συμπτωματικό το γεγονός;

Πραγματικά, δεν μπορώ να πω. Νομίζω ότι το να διακρίνει κανείς τάσεις, είναι περισσότερο δουλειά των κριτικών. Εγώ υπάρχω μέσα σε έναν παράξενο, μικρό κόσμο, που θα τον χαρακτήριζα κάτι σαν κατάστημα παιχνιδιών. Διαβάζω βιβλία, ακούω μουσική και προσπαθώ να μη δίνω σημασία σε τέτοια πράγματα. Όταν πήγα στην Αμερική για να κάνω το «Σολίστα», το studio είχε κλείσει για μένα έναν οδηγό που κάθε πρωί μου έλεγε τι έγραφε η πρώτη σελίδα του Variety. Υπήρξε, λοιπόν, κάποια στιγμή που ένιωσα ότι με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Και μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν πολύ υγιές για μένα, για την ύπαρξή μου ως καλλιτέχνη και ως ανθρώπου. Έτσι, προσπαθώ να μην εμπλέκομαι τόσο με τέτοια πράγματα. Καταλαβαίνω απολύτως την ερώτησή σας, αλλά δεν μπορώ να την απαντήσω. Είναι μακριά από μένα. Προτιμώ να ασχολούμαι με άλλα πράγματα. Πηγαίνω πολύ συχνά στο θέατρο και είναι κάτι που απολαμβάνω. Παρακολουθώ πολύ στενά και τη δουλειά της γυναίκας μου που είναι μουσικός και την ακολουθώ, έτσι είμαι με έναν τρόπο και στο χώρο της κλασικής μουσικής. Ο χώρος της κινηματογραφικής βιομηχανίας και όσων την περιβάλλουν, νομίζω ότι είναι αρκετά επικίνδυνος.

Τι θεωρείτε επικίνδυνο;

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, είμαι πολύ ανασφαλής και αν αφεθώ να νοιαστώ πολύ για τη «θέση» μου μέσα στην κινηματογραφική βιομηχανία ή για το τι λένε ή πιστεύουν οι άλλοι για μένα, μπορεί πολύ εύκολα να κυλήσω στην εμμονή. Κι αυτή η εμμονή μπορεί να εξελιχθεί αυτοκαταστροφικά.

joe.wright s4

Σε ό,τι αφορά τη μουσική της ταινίας, τι ζητήσατε από τον Ντάριο Μαριανέλι;

Με τον Ντάριο αρχίσαμε να δουλεύουμε πολύ πριν από την επίσημη έναρξη της παραγωγής και πολλά από τα κομμάτια, όπως η μουσική του χορού, γράφτηκαν πολύ νωρίς. Ακούσαμε μαζί πολλές συνθέσεις, αναζητώντας τον μουσικό τόνο του κλίματος της Ρωσίας, αποφεύγοντας, όμως, τους τυπικά κλασικούς. Δεν ήταν αυτό που ταίριαζε στην ταινία μας. Έχοντας από νωρίς τις προσωρινές ηχογραφήσεις της μουσικής, με βοήθησε και στα θέματα που ακούγονται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Συνηθίζω να παίζω μουσική για το καστ. Έτσι, υπήρχε ένα ηχητικό σύστημα που βρισκόταν επάνω στις σκαλωσιές των φωτιστικών και διάλεγα κομμάτια από το iPod που συνδεόταν ασύρματα. Με βοηθούσε να φαίνομαι και απασχολημένος διαρκώς.

Εκτός από σκηνοθέτης είστε και DJ, λοιπόν!

Ναι, το βρίσκω έναν ωραίο τρόπο να επικοινωνώ με όλο το συνεργείο. Είναι ευκολότερο να είσαι σε επαφή με τους στενούς σου συνεργάτες. Με τη συνοδεία μουσικής, όμως, ακόμη και το υπόλοιπο συνεργείο, οι ηλεκτρολόγοι ή οι τεχνικοί των σκηνικών, αισθάνονται ότι συμμετέχουν σε μια κοινή ατμόσφαιρα. Διαλέγοντας μουσικές, δίνω το κλίμα που επικρατεί τη συγκεκριμένη ημέρα του γυρίσματος. Πολλές φορές παίζω κάτι πιο upbeat και όλοι ξέρουν ότι είναι μια χαρούμενη μέρα και συχνά χορεύουν. Άλλη μέρα, πάλι, αν παίξω… Radiohead, αμέσως όλοι καταλαβαίνουν ότι θα έχουμε άλλη ατμόσφαιρα.

Μιλήσατε πριν για τον επικίνδυνο χώρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Δε φοβηθήκατε ποια θα ήταν η αντίδραση όταν παρουσιάσατε την άποψή σας για την ιστορία του Τολστόι;

Ναι, πάρα πολύ. Το προγραμμάτισα, όμως, πολύ καλά. Ήξερα από ένα στέλεχος της Universal ότι θα είχαν μια συνάντηση για τον προϋπολογισμό της «Χιονάτης και του Κυνηγού», που ήταν 175 εκατομμύρια δολάρια. Έτσι, κατάφερα να πάω ακριβώς πριν και άρχισα να λέω πολύ γρήγορα όσα εντυπωσιακά είχε η ταινία. Τρένα, άλογα να τρέχουν στον ιππόδρομο, χορούς και όλα αυτά, μόλις με 30 εκατομμύρια! Και είπαν το ναι. Τα 30 εκατομμύρια είναι ψιλά σε σχέση με άλλες ταινίες. Ευκαιρία!

joe.wright s3

Δε χρησιμοποιήσατε Ρώσους ηθοποιούς ή ρωσική προφορά, αλλά πολλοί από τους κομπάρσους είναι Ρώσοι. Γιατί κάνατε αυτή την επιλογή;

Αισθάνθηκα ότι στο γύρισμα πρέπει να βρίσκονται Ρώσοι. Όχι μόνο επειδή οι Ρώσοι φαίνονται Ρώσοι – και είναι μια πολύ συγκεκριμένη κοψιά – αλλά για να υπάρχει η αίσθηση της αυθεντικότητας και για να μου πουν αν κάτι από όσα έκανα ήταν εντελώς λάθος. Χρειαζόμασταν 400 με 500, έτσι βάλαμε μια αγγελία στα ρωσικά έντυπα του Λονδίνου που έλεγε ότι χρειαζόμαστε κομπάρσους για την «Άννα Καρένινα» και ότι όσοι ενδιαφέρονται θα έπρεπε να έρθουν ένα Σάββατο πρωί σε μια εκκλησία. Έφτασα γύρω στις δέκα το πρωί, πιστεύοντας ότι θα ήμουν τυχερός αν εμφανίζονταν 400 και είδα ότι η ουρά γύριζε τρεις φορές το τετράγωνο. Ήρθαν περισσότεροι από 1.500 και ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Είχα πει από πριν ότι θα μιλούσα προσωπικά με όλους και, πραγματικά, το έκανα, χωρίζοντάς τους σε μικρές ομάδες. Εκείνη τη μέρα έμεινα για 16-17 ώρες. Έμαθα πολλά για τη Ρωσία και τους Ρώσους και τελικά χρησιμοποίησα περίπου 600 άτομα.

Ο Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον παραπονέθηκε ότι στην ταινία είναι υπερβολικά όμορφος.

Αυτό είναι ένα μόνιμο πρόβλημα με τους απίστευτα ωραίους και νέους άντρες. Θέλουν να απαρνηθούν την ομορφιά τους. Από την άλλη πλευρά, οι μεγαλύτεροι και άσχημοι, ανησυχούν ότι φαίνονται υπερβολικά άσχημοι. Τι να κάνουμε, κανείς δεν είναι ευχαριστημένος ποτέ…

Φοβάστε ότι το κοινό μπορεί να μη συντονιστεί με την άποψή σας για την ιστορία;

Ειλικρινά δεν ξέρω, εγώ απλώς γυρίζω ταινίες. Ελπίζω να την καταλάβουν και να τους αρέσει.


MORE INTERVIEWS

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.