FreeCinema

Follow us

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.


Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.

Το νορβηγικό ντοκιμαντέρ «The Painter and the Thief» αφηγείται την κατά στιγμές απίστευτη και πάντοτε ανθρώπινη ιστορία της ανερχόμενης Τσέχας (και μόνιμης κατοίκου Νορβηγίας, πλέον) ζωγράφου Μπαρμπόρα Κισίλκοβα, που μετά την κλοπή των δύο τεράστιων και πιο ακριβών έργων της από gallery του Όσλο, επιδιώκει (και πετυχαίνει!) να συνάψει μια αναπάντεχη φιλία με έναν εκ των ενόχων, τον Καρλ Μπέρτιλ-Νόρντλαντ, έναν εθισμένο στα ναρκωτικά μικροεγκληματία. Η αρχική επαφή έμοιαζε εύθραυστη και γεμάτη υποψίες κι από τις δύο πλευρές, ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, απέκτησε πολύ πιο περίπλοκα επίπεδα. Η κινηματογράφηση του Μπέντζαμιν Ρι ακολουθεί την κλασική μέθοδο «fly on the wall» («μύγα στον τοίχο», όρος που περιγράφει το είδος του ντοκιμαντέρ όπου η κάμερα και ο δημιουργός παραμένουν και καταγράφουν διακριτικά τα εξελισσόμενα γεγονότα χωρίς να παρεμβαίνουν), αν και σταδιακά η αφηγηματική δομή αποδεικνύει πως ο 31χρονος σκηνοθέτης είναι έναν πανέξυπνος δημιουργός, καθώς αποκρύπτει πτυχές της ιστορίας, για να τις αποκαλύψει σαν δραματικές εξελίξεις, εκπλήξεις και κορυφώσεις αργότερα, σε ένα αντίστοιχο του μυθοπλαστικού flashback. Εντυπωσιασμένη από το τελικό αποτέλεσμα, θέλησα ν’ ακούσω τη δική του προσέγγιση και έμπνευση για το φιλμ που έχει ήδη αγαπηθεί τόσο πολύ στους φεστιβαλικούς κύκλους (και όχι μόνο).

Πώς έμαθες και κατάφερες να έχεις εμπλοκή από τόσο νωρίς στην ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων;

Αρχικά, ερευνούσα ένοπλες ληστείες και η ιστορία της κλοπής ήταν σε όλα τα πρωτοσέλιδα της Νορβηγίας, οπότε και επικοινώνησα με την Μπαρμπόρα. Όπως φαντάζεσαι, θέλει χρόνο ν’ αποκτήσεις πρόσβαση, πόσω μάλλον όταν εκείνη την εποχή πρωτογνωρίστηκε με τον Καρλ Μπέρτιλ. Εγώ τους γνώρισα στην τέταρτη συνάντησή τους και για νωρίτερα είχαμε αρκετό αρχειακό υλικό, όπως τα εγκαίνια της έκθεσης (στην gallery απ’ όπου εκλάπησαν οι δύο πίνακες), πλάνα από κάμερες ασφαλείας, αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα μέσα από το δικαστήριο, όταν πρωτομίλησαν μεταξύ τους. Όταν ξεκίνησα, δεν είχα ιδέα πώς θα κατέληγε η ιστορία, οπότε σχεδίαζα να κάνω μια δεκάλεπτη ταινία μικρού μήκους για την τηλεόραση. Όταν, όμως, καταγράψαμε τη σκηνή όπου ο Καρλ Μπέρτιλ πρωτοβλέπει το πορτρέτο του, καταλάβαμε πως πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο.

Διάβασα κάπου πως η άνεση των δυο τους να μιλούν τόσο προσωπικά, σαν να μην υπάρχει κάμερα εκεί, οφείλεται στο γεγονός πως (τις περισσότερες φορές) ήσουν μόνο εσύ μαζί τους, κινηματογραφώντας, χωρίς άλλο μέλος συνεργείου. Ισχύει;

Ναι. Τα δύο τρίτα της ταινίας τα γύρισα μόνος μου και πιστεύω ειλικρινά πως το να έχω πρόσβαση σε τόσο καίριες στιγμές ήταν το σημαντικότερο πράγμα. Όταν η περίσταση στην οποία βρίσκονταν ήταν πιο σημαντική από την παρουσία μου εκεί, ξεχνούσαν την κάμερα. Έτσι καταγράφεις τις πιο αυθεντικές σκηνές.

Γύρω από το θέμα της αφηγηματικότητας και αυτό που αποκαλώ μια «ψευδή έννοια αντικειμενικότητας», όσον αφορά τις προσδοκίες από ένα ντοκιμαντέρ, υπήρχαν ορισμένοι που εξέφρασαν «υποψίες» σε σχέση με τον τρόπο που χειρίζεσαι την χρονική ροή των γεγονότων, καθώς και (ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο) την αυθεντικότητα ορισμένων σκηνών. Το έργο σου δεν είναι το σύνηθες διερευνητικό ντοκιμαντέρ με την κλασική αφηγηματική ροή, επιλέγοντας αντ’ αυτού μια πιο «κινηματογραφική» εξιστόρηση, κάνοντάς το τελικά να μοιάζει (σχεδόν) με ρομαντικό δράμα! Πώς και γιατί αποφάσισες ν’ αφηγηθείς την ιστορία τους κατ’ αυτόν τον τρόπο; Και, όταν αποφάσισες πως θα το επεκτείνεις σε μεγάλου μήκους φιλμ, ήξερες ήδη πώς θα το κάνεις;

Ήθελα να δοκιμάσω κάτι καινούργιο με αυτή την ταινία. Αυτό που έκανα, λοιπόν, ήταν να έχω πολλές συνεντεύξεις με την Μπαρμπόρα και τον Καρλ Μπέρτιλ, ώστε να κατανοήσω την εσωτερική τους κατάσταση. Ο προφορικός λόγος, όμως, δεν είναι κινηματογραφική γλώσσα. Οπότε αυτό που προσπάθησα ήταν να μετατρέψω αυτές τις συνεντεύξεις σε φιλμική γλώσσα, και ο τρόπος που το έκανα ήταν… χρησιμοποιώντας τον εαυτό μου. Αυτό το έργο είναι πολύ προσωπικό για μένα. Αν και δεν έχω πάει ποτέ φυλακή, για παράδειγμα, άφησα τον Καρλ Μπέρτιλ να μιλήσει για την επαναληπτικότητα, τη μοναξιά, την ελευθερία της αποφυλάκισης, και όλα αυτά όφειλα να τα «μεταφράσω» στο κινηματογραφικό λεξιλόγιο. Μερικές φορές μπορούσαμε να το προετοιμάσουμε αυτό, για παράδειγμα χρησιμοποιώντας ευρυγώνια πλάνα που βοηθούν στην κατανόηση της μοναξιάς, άλλες απλά πηγαίνοντας με το ρεύμα, χωρίς να γνωρίζουμε τι θα συμβεί μετά. Και ειδικά με αυτή την ιστορία, τις περισσότερες φορές δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για το τι θα συμβεί! Πάντως, προσπάθησα να βρω μια φόρμα να μεταδώσω το συναίσθημα και ταυτόχρονα να την κάνω και μία αυτο-αντανακλαστική ταινία, καθώς δεν είχα ξαναδεί ντοκιμαντέρ με αλληλεπικαλυπτόμενες σκηνές, θέλοντας να εκφράσω τις απόψεις και της Μπαρμπόρα και του Καρλ Μπέρτιλ. Αυτό ασφαλώς και θα κάνει ορισμένους καχύποπτους, αλλά ο στόχος μου ήταν να δοκιμάσω κάτι νέο στη δομή και τη φόρμα, που να κάνει τον θεατή να σκεφτεί ενεργά και τη διαδικασία κινηματογράφησης. Και ειδικά με την χρήση του μοντάζ, τουλάχιστον στην προκειμένη περίπτωση, μπορέσαμε να μετατρέψουμε μια σκηνή μοναξιάς σε σκηνή συντροφικότητας. Όλο αυτό ήταν ευχαρίστηση για εμάς να το πραγματοποιήσουμε, με υποκειμενικότητα αλλά και αρκετή εσωστρέφεια, μέσα από τις απόψεις των δυο τους. Αυτή την εσωστρέφεια του ντοκιμαντέρ την έχω ξαναδεί σε ταινίες όπως το «The Act of Killing» (2012), που αποτελεί και μία από τις πιο αγαπημένες μου, ή το «Grey Gardens» (1975). Κι εγώ, επίσης, ήθελα να επιχειρήσω μια νέα μέθοδο.

Η αλήθεια είναι πως ειδικά το «Grey Gardens» μου ήρθε συγκριτικά στο μυαλό, όσον αφορά στο σε ποιο «είδος» ντοκιμαντέρ ανήκει (και) το δικό σου… Τι θα ήθελες να πάρει μαζί του το κοινό από το έργο σου και την κεντρική του ιστορία, πέραν (ασφαλώς) των συναισθημάτων ενσυναίσθησης, φιλίας και συγχώρεσης;

(Γελάει) Θα ήθελα να σκεφτούν την ιστορία και να τους εγείρει αρκετές ερωτήσεις ώστε να τους ιντριγκάρει. Οι βασικές ερωτήσεις που θέτουμε στην ταινία είναι: «τι κάνουμε ως άτομα, ώστε να φανούμε και να εκτιμηθούμε, και τι χρειάζεται ώστε να δούμε και να εκτιμήσουμε κι εμείς τους άλλους;». Πιστεύω πως όλες οι σκηνές που γυρίσαμε αντικατοπτρίζουν αυτές τις ερωτήσεις. Και λέω «ερωτήσεις», γιατί πιστεύω πως είναι πιο ενδιαφέρον να διερευνάς ερωτήσεις παρά δηλώσεις σε μια ταινία. Φυσικά, υπάρχουν και άλλες ερωτήσεις μέσα, όπως το δίλημμα ενός καλλιτέχνη, κάτι που σαφώς αντιμετωπίζει η Μπαρμπόρα και που αναγνωρίζω και στον εαυτό μου, αλλά και το ερώτημα περί της περίπλοκης φύσης της εν λόγω φιλίας, όπως εκφράζεται στην τελευταία σκηνή. Δεν θέλω ν’ απαντήσω σε όλες αυτές τις ερωτήσεις, είναι υπέροχο ν’ ακούω άλλους να τις «μεταφράζουν» – και υπάρχουν ήδη τόσες διαφορετικές ερμηνείες εκεί έξω! (Γελάει)


MORE INTERVIEWS

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.