Ο Φοίβος Δεληβοριάς για «Το Παιδί και το Δελφίνι».
Ο Φοίβος Δεληβοριάς ήρθε, είδε, αισθάνθηκε και έγραψε. Για «Το Παιδί και το Δελφίνι». Μία επανέκδοση σπάνια, που ήρθε να στιγματίσει το φετινό κινηματογραφικό καλοκαίρι με τρόπο μαγικό και… ελληνικό! Γιατί το έργο αυτό μόνο αγάπη μπορεί να μεταδώσει. Για το σινεμά. Κι έναν τόπο αγνώριστο και τόσο… δικό μας!
Τον είδα χθες στο σινεμά, μιλήσαμε για την ταινία κι αυτά τα «παλιακά» που τόσο αγαπώ ή για τον κόπο και την… περιπέτεια του να διανέμεις ένα φιλμ σε επανέκδοση για το καλοκαίρι, έξω από τους «κανόνες» της ελληνικής κινηματογραφικής αγοράς. Σήμερα διάβασα αυτό στο facebook του. Και θεώρησα πως αξίζει να μείνει και να μη χαθεί στο εφήμερο των social. Ο Φοίβος Δεληβοριάς για «Το Παιδί και το Δελφίνι», λοιπόν:
Τι ‘ναι αυτό που το λένε μαγεία; Δεν είναι πάντα κάτι που κρύβεται στα αριστουργήματα. Υπάρχουν έργα απλά και ήσσονα που είναι λες φτιαγμένα για να σου θυμίζουν ότι η εμπειρία στην κινηματογραφική αίθουσα είναι από τις τελευταίες εμφανίσεις του Ιερού στη ζωή της πόλης.
Βλέποντας χτες «Το Παιδί και το Δελφίνι» στο Ciné Paris στην Πλάκα, στην εκπληκτική κόπια που εξοικονόμησε και υποτίτλισε ο Ηλίας Φραγκούλης και διένειμε η REPERTORY, με την Ακρόπολη μέσα στην ταινία και γύρω μας, με το περίεργο αεράκι της Πνύκας να μας θυμίζει πως δεν είμαστε μόνο τέρατα, θυμήθηκα γιατί αγαπώ και γιατί ελπίζω στο σινεμά.
Η ψυχαναγκαστική σχέση που έχουμε αποκτήσει με τα αριστουργήματα – χωρίς να τα μειώνει, βέβαια, καθόλου σε αξία – η ασφυκτική βαθμολογική ακρίβεια του imdb και του letterboxed, η μανία με τις λίστες των 100 ή των 1.000 ταινιών, μας έχουν κάνει να ξεχάσουμε την ανεξήγητη χαρά, τη δίψα για την ομορφιά των σωμάτων, το χρώμα που ήταν άλλο απ’ τη ζωή, την αύρα λαϊκού μυθιστορήματος που έκανε και τον πιο άσχετο να λαχταράει το άπιαστο, που είχαν κάποια εποχή πολλές ταινίες του ημερολογίου, της στουντιακής πληθώρας.
Εννοείται πως πρέπει να ξαναδούμε όλο τον Χίτσκοκ, εννοείται πως μία από τις πιο ολοκληρωμένες επαναστάσεις που έγιναν ποτέ είναι αυτή του πρώιμου Γκοντάρ, υπάρχει όμως και κάτι που διαφεύγει της εγκυκλοπαίδειας, του nerd και του ψυχαναγκαστικού που έχουμε γίνει όλοι μας. Υπάρχει το καθημερινό σινεμά μιας εποχής, όπως και τα 45άρια της λαϊκής δισκογραφίας, για να μας θυμίζουν πως το ποπ παρελθόν μέσα στις – ευτυχώς – νεκρές δομές του έκρυβε και για τον τελευταίο λαϊκό άνθρωπο ελευθερία, μαγεία και ομορφιά.
Δεν βρίσκω καθόλου συμπτωματικό το ότι κάθε μέρα οι προβολές του «Παιδιού» γίνονται με ασφυκτικά sold-out και πέφτει χειροκρότημα στο τέλος. Έχει να κάνει με μια δίψα που ο Φραγκούλης την αισθάνθηκε – και που δεν είναι καθόλου άσχετη με την απελπισία και το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει κι εμείς κι όλος ο χάρτης. Πρέπει οπωσδήποτε να το δούμε αλλιώς. Πώς; Δεν ξέρω. Ξέρω πως άμα δείτε την ταινία το καλοκαίρι αυτό, σε όποιο σινεμά ο έξυπνος αιθουσάρχης του θα την εξασφαλίσει, θα καταλάβετε τι μου συνέβη και μιλάω τόση ώρα. Θα καταλάβετε γιατί μαγεύτηκα – και πόσο σπάνια πια σας συμβαίνει.
