FreeCinema

Follow us
18.0315:00

Τιμώντας την Τίλντα Σουίντον: Μία συζήτηση με τον Γουές Άντερσον.


Λίγο πριν κλείσουν τα πάντα (και) στην Βρετανία λόγω κορονοϊού, η Τίλντα Σουίντον πρόλαβε να γίνει Επίτιμο μέλος του Βρετανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου (BFI) και να παρακολουθήσει (σχεδόν) ολόκληρη την τιμητική της σεζόν, παρέα με μια ομάδα εκλεκτών φίλων και συνεργατών. Βρεθήκαμε στην συζήτηση που έκανε με τον μακροχρόνιο συνεργάτη της, Γουές Άντερσον, για τις πιο αγαπημένες τους κινηματογραφικές επιρροές.

Η σεζόν του BFI αφιερωμένη στην Τίλντα Σουίντον μπορεί να διακόπηκε απότομα δύο μέρες πριν την ολοκλήρωσή της (ξεκίνησε την 1η Μαρτίου και θα τελείωνε απόψε, μόλις δύο μέρες μετά το προχθεσινό κλείσιμο του BFI και των περισσότερων άλλων καλλιτεχνικών οργανισμών του Λονδίνου εν μέσω της πανδημίας), ωστόσο πρόλαβε να πραγματοποιήσει τις περισσότερες εκδηλώσεις προς τιμήν της, με αποκορύφωμα την τελετή κατά την οποία κηρύχθηκε τιμητικό μέλος (Fellow) του Βρετανικού Ινστιτούτου. Η Βρετανίδα ηθοποιός, που φέτος θα εορτάσει και τα 60α της γενέθλια, ανέφερε στην ομιλία της: «Το BFI είναι ο θεσμός για τον οποίο αισθάνομαι πολύ περήφανη να είμαι μέρος του εδώ και πολλά χρόνια, και τον οποίο υπηρετώ μέχρι και σήμερα. Οι πρώτες και οι πιο πρόσφατες ταινίες μου είναι έργα του BFI. Ήμουν ένα BFI μωρό, και τώρα μια BFI γιαγιά, και για πάντα.»

Πολλοί οι καλεσμένοι της σεζόν, για συζητήσεις με την ίδια την Τίλντα και για προβολές ταινιών στις οποίες συνεργάστηκαν, όπως ο φετινός κινηματογραφικός θριαμβευτής Μπονγκ Τζουν-Χο (με τον οποίο η Σουίντον έχει συνεργαστεί επανειλημμένα), η Σάλι Πότερ (σκηνοθέτις του «Ορλάντο»), αλλά και ο Γουές Άντερσον, επίσης πολυετής συνεργάτης της. Ο Άντερσον ήταν αυτός που της παρέδωσε το επίτιμο βραβείο, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Η Τίλντα έχει περάσει πια στο πεδίο όπου είναι παγκοσμίως σεβαστή, θρυλική, εμβληματική και εθνικός θησαυρός. Η Τίλντα αγαπά το σινεμά, αγαπά τον κόσμο του σινεμά και την κοινότητα του σινεμά και το βρετανικό σινεμά, γι’ αυτό είμαι πολύ ευτυχής που επιλέχθηκα να της παραδώσω αυτό το βραβείο.»

Μια μέρα μετά, βρεθήκαμε στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του BFI Southbank, όπου η Τίλντα και ο Γουές επέλεξαν film clips και μίλησαν για τις πιο αγαπημένες τους ταινίες, αλλά και για την πολυετή συνεργασία τους.

ΓΑ: Η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε ήταν στο «Ο Έρωτας του Φεγγαριού» (φωτό)…

ΤΣ: Σου έγραψα γράμμα, έχοντας δει το «Ταξίδι στο Darjeeling» στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, κι έχοντας φίλους που συνεργάστηκαν σε αυτό.

ΓΑ: Ναι, και μετά ψάχναμε κάτι να βρούμε ώστε να συνεργαστούμε.

Η Σουίντον ξεκίνησε με αποσπάσματα από δύο ταινίες των Πάουελ & Πρεσμπέργκερ, το «Ζήτημα Ζωής και Θανάτου» (1946) και το «Ο Δρόμος της Καρδιάς της» («I Know Where I’m Going!», 1945).

ΤΣ: Αυτή η εντελώς χειροποίητη φαντασία στο «Ζήτημα Ζωής και Θανάτου» που, ουσιαστικά, έχει να κάνει και με εγχείρηση εγκεφάλου, καθώς δεν ξέρουμε αν (ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Ντέιβιντ Νίβεν) έχει παραισθήσεις την ώρα της χειρουργικής επέμβασης. Ο γιος μου, όταν πρωτοείδε την ταινία ήταν γύρω στα δέκα και μου είπε: «Μου αρέσει το είδος του σινεμά που με κάνει να νομίζω πως μπορώ να το φτιάξω και μόνος μου, όπως τη σκηνή που ο Νίβεν μπαίνει υπό αναισθησία για την εγχείρηση, κι αυτό το τεράστιο βλέφαρο φτιαγμένο από papier-mâché καλύπτει τον φακό της κάμερας και μοιάζει σαν κάτι που θα έφτιαχνα στο σχολείο!». Και συμφωνώ κι εγώ.

ΓΑ: Αυτό που μου αρέσει περισσότερο στις ταινίες των Πάουελ & Πρεσμπέργκερ είναι πως αποτελούν, οι περισσότερές τους, από τις πιο νατουραλιστικές, σχεδόν ύφους ντοκιμαντέρ ταινίες, αλλά στην άκρη του κόσμου. Μετουσιώνονται στην πιο ακραία εκδοχή ανθρώπων που δημιουργούν τα πάντα (Σ.Σ. Η Σουίντον συμφωνεί.), με τα πιο όμορφα, περίπλοκα σκηνικά, σαν τον «Μαύρο Νάρκισσο» με τα matte paintings. Ήταν και μία εποχή προ αρκετών τεχνολογικών εξελίξεων, που έπρεπε να βρεις τρόπο να τα δείξεις όλα αυτά στην κάμερα, και πάντα αγαπούσα αυτό το «πώς» τα έκαναν αυτά τότε, όπως και στις ταινίες του Ζαν Κοκτό, αλλά κυρίως με τους Πάουελ & Πρεσμπέργκερ, όπου ουσιαστικά βλέπεις ένα μαγικό τρικ μπροστά στην κάμερα από το συνεργείο, τους κασκαντέρ, όλοι δουλεύοντας μαζί. Όπως στα «Κόκκινα Παπούτσια» και την σκηνή που τα παπούτσια δένονται μόνα τους, αν την βάλεις σε αργή κίνηση και την μελετήσεις, βλέπεις ξεκάθαρα πώς το έκαναν, αλλά για μένα αυτού του είδους η «μαγεία», η χειροποίητη, με συγκινεί.

ΤΣ: Και αυτή η αναπόφευκτη «συνομωσία» με τον θεατή που τα βλέπει όλα αυτά, αλλά είναι με το μέρος της ταινίας, σαν να της λέει: «Εντάξει, βλέπω τι και πώς το κάνεις, αλλά είναι ΟΚ, καταλαβαίνω». Αυτή η σχέση και το συναίσθημα με το κοινό, η «συνεργασία» μέσα στην ψευδαίσθηση και την φαντασίωση που αποτελεί μια ταινία.

Η Σουίντον, σκωτσέζικης καταγωγής, βάζει ως πιθανότερη αγαπημένη της ταινία όλων των εποχών την λιγότερο γνωστή του σκηνοθετικού διδύμου, το «Ο Δρόμος της Καρδιάς της», η οποία γυρίστηκε στη Σκωτία ενόσω οι δημιουργοί περίμεναν χρηματοδότηση για το «Ζήτημα Ζωής και Θανάτου».

ΤΣ: Η καλύτερη σκωτσέζικη ταινία που γυρίστηκε ποτέ από έναν Ούγγρο κι έναν Άγγλο (γέλια), και μάλλον η πιο αγαπημένη μου ταινία, γενικώς.

Το σενάριο γράφτηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, και ο αγχωτικός και τελειομανής Άντερσον είχε τις αντιρρήσεις του επ’ αυτού, μάλλον μεταξύ σοβαρού και αστείου.

ΓΑ: Το ότι ο Πάουελ το έγραψε σε τέσσερις μέρες δεν το βρίσκω ούτε ενθαρρυντικό ούτε πηγή έμπνευσης! Απλά, θέλω να πιστεύω πως κυοφορούσε την ιδέα για δεκαετίες! (γέλια) Αυτό που θα ήθελα να αναφέρω, πάντως, είναι ο τρόπος με τον οποίο ανακάλυψα αυτές τις ταινίες στην Αμερική, κι αυτός ήταν ο Μάρτιν Σκορσέζε. Η Criterion έβγαζε τότε τα LaserDisc με το «εύρημά» της, το να σχολιάζει κάποιος την ώρα που παρακολουθείς μια ταινία (Σ.Σ. Αναφέρεται στο audio commentary.), και ο Σκορσέζε έκανε αυτούς τους υπέροχους σχολιασμούς στα δικά του φιλμ, κι ανέφερε από πού εμπνεύστηκε για κάθε σκηνή. Και είχε γίνει φίλος με τον Μάικλ Πάουελ, τον οποίον και παντρεύτηκε η μοντέρ του, η Θέλμα Σκουνμάκερ, και μαζί είχαν φροντίσει το restoration του «Peeping Tom».

ΤΣ: Ήταν να συνεργαστώ με τον Πάουελ, για ένα music video των New Order, κι ήταν να περπατάω σε μια παραλία, και στο αρχικό σενάριο ο Μάικλ είχε σημειώσει: «Αν η Τίλντα έχει σκύλο, τότε μπορεί να τον φέρει!». (γέλια) Αλλά πέθανε λίγο καιρό αργότερα.

Όταν ήρθε η σειρά του Άντερσον να επιλέξει clip, μας έδειξε ένα και μοναδικό, αλλά… επτάλεπτο. Μία μαγευτική σεκάνς από το παραγνωρισμένο «Aranyer Din Ratri» (1970) του Σατιατζίτ Ρέι (φωτό). Ο Άντερσον έχει εκφράσει επανειλημμένα την αγάπη του για το σινεμά του Ρέι και το «Ταξίδι στο Darjeeling» είναι (προφανώς) αφιερωμένο στον Ινδό δημιουργό.

ΓΑ: Τo «Aranyer Din Ratri» το πρωτοείδα γύρω στα τριάντα μου, από μία όχι και τόσο καλή κόπια, σε ένα ινδικό μαγαζί στο Νιου Τζέρσι. Ο Ρέι είναι ένα από τους σκηνοθέτες που αγαπώ και αυτή η ταινία είναι τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπές του, γιατί έχει κάτι το Δυτικό, θα μπορούσε να είναι κινηματογραφική μεταφορά αμερικανικού μυθιστορήματος.

Η συζήτηση έφτασε στην δημιουργική τους συνεργασία και στον σχολαστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται και δημιουργεί ο Άντερσον. Αυτή η αφορμή απέφερε απολαυστικά σχόλια μεταξύ τους, της εύγλωττης, λαλίστατης Σουίντον και του μονίμως νευρικού, συμπαθέστατα αμήχανου Άντερσον.

ΓΑ: Όταν ξεκινάω μια ταινία μου, την αρχίζω φρέσκια, δεν την σκέφτομαι σε συνάρτηση με τίποτε άλλο. Και μερικές φορές, όταν δίνω (στους ηθοποιούς) μια σκηνή με κάπως υπερβολικό διάλογο, πιάνω τον εαυτό μου να λέει – και συνήθως συναντάω πολύ άσχημες αντιδράσεις γιατί είναι απαίσιο πράγμα να πεις σε κάποιον – «καλό, απλά κάνε το σαν να είσαι σε ένα ντοκιμαντέρ», που ουσιαστικά είναι ένας άλλος τρόπος να τους λες «γίνε καλύτερος!». (γέλια)

ΤΣ: Μα, είσαι κάποιος που γράφει με πολύ ακριβή τρόπο και πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πώς πρέπει να είναι, και δεν έχει σημασία αν δεν είναι όπως μιλούν οι άνθρωποι στην αληθινή ζωή. Και ασφαλώς οι ηθοποιοί φέρνουν δικά τους πράγματα, αλλά συνήθως είναι καλύτερο να το κάνουμε ακριβώς όπως το έχεις γράψει, κι αλίμονο μας αν χαλάσουμε μια ατάκα ή μια λέξη! (γέλια) Ας πούμε πως (στις ταινίες του) υπάρχουν το πολύ τρεις εκδοχές στο πώς μπορείς να κάνεις κάτι, αλλά συνήθως είναι μόνο μία!

ΓΑ: Να πω εδώ, όμως, κι ας συμφωνώ πάνω-κάτω με όσα είπες, πως στην καινούργια μας ταινία (το «The French Dispatch»), ο τρόπος που παίζεις δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε περίμενα (γέλια), και σε κάθε σκηνή επιφυλάσσεις κάποια έκπληξη. Και είσαι πολύ αστεία έτσι κι αλλιώς, αλλά εκεί αισθάνθηκα πως διοχετεύεις και κάποιον άλλον στην ερμηνεία σου, σε ένα αληθινά αυθεντικό δημιούργημα. Στην πρώτη ταινία που έκανα (το «Bottle Rocket» του 1996), είχα την υποστήριξη ανθρώπων και έμαθα πολλά από εκείνους που μου έδωσαν την ευκαιρία να την κάνω. Και, μαζί με τον Όουεν Γουίλσον ο οποίος πρωταγωνιστεί αλλά και συγγράψαμε το σενάριο, όχι απλώς την σχεδιάζαμε, αλλά την προβάραμε κιόλας επί τέσσερα χρόνια, κι αυτό ήταν καλό γιατί έτσι την μοντάραμε κιόλας, αλλιώς τώρα θα ήταν ένα πεντάωρο κωμικό έπος. (γέλια) Κάνοντας την πρώτη ταινία ήταν ένα τρομερά σημαντικό γεγονός, αλλά ήταν από την δεύτερη και μετά που αποφάσισα ότι θέλω να κάνω τα φιλμ μου ακριβώς όπως τα σχεδίασα, κι έπειτα ανά τα χρόνια, μάλλον έγινα πιο ακραίος σε αυτό!

Η Σουίντον παραβρέθηκε στις περισσότερες προβολές και εκδηλώσεις της σεζόν της, μεταξύ αυτών και στη συζήτηση (φωτό) για το ντοκιμαντέρ «The Seasons in Quincy: Four Portraits of John Berger», στο οποίο εμφανίζεται αλλά και συν-σκηνοθέτησε, μιλώντας γενναιόδωρα περισσότερο για τον σπουδαίο Τζον Μπέρτζερ αλλά και τον Ντέρεκ Τζάρμαν, με τον οποίον είχε επίσης χρόνια κινηματογραφικής συνεργασίας και βαθιάς προσωπικής φιλίας. Και, ασφαλώς, συναντώντας την βιαστικά μετά τη συζήτηση (είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί της και με την υπόλοιπη ομάδα του ντοκιμαντέρ την εποχή της πρεμιέρας του), έλαβε τα συγχαρητήριά μου για την τιμητική της από το BFI με ένα λαμπερό, πλατύ, αλλά και ειλικρινά ταπεινό χαμόγελο, ακολουθούμενο από ένα παιχνιδιάρικο… «Oh, stop it!».