FreeCinema

Follow us

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ (2008)

(THE DARK KNIGHT)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κρίστοφερ Νόλαν
  • ΚΑΣΤ: Κρίστιαν Μπέιλ, Χιθ Λέτζερ, Άαρον Έκχαρτ, Μάικλ Κέιν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 152’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Batman εναντίον Joker, σημειώσατε… Χ. Και η Gotham να πληρώσει το λογαριασμό.

Διαγράφοντας από τη μνήμη μας το παλαιομοδίτικα κιτσάτο παρελθόν του «Batman» της δεκαετίας του ’60 και πιάνοντας τις νέες του κινηματογραφικές περιπέτειες, από το 1989 μέχρι σήμερα, μπορούμε να ψυχογραφήσουμε τις κινήσεις και τις βλέψεις ενός studio απέναντι σ’ ένα τόσο προσοδοφόρο και «εύκολο» (χάρη στις αναγνωρίσιμες καταβολές του comic) franchise. Στην ουσία, η φιλμογραφία του caped crusader είναι μια ιστορία απόλυτα αμαρτωλή: mega blockbuster και εκτίναξη του Τιμ Μπέρτον στα ύψη με το πρώτο φιλμ, διαπόμπευση του σκηνοθέτη ύστερα από το «νοσηρό» sequel («Ο Μπάτμαν Επιστρέφει», 1992) γιατί ενόχλησε τα συμβεβλημένα συμφέροντα του merchandising, στροφή προς ένα πολύχρωμα καταναλωτικό και ξεδιάντροπα gay σύμπαν υπό την καθοδήγηση του Τζόελ Σουμάχερ, έως το γύρισμα μιας νέας – επιτέλους, σκοτεινής ξανά – σελίδας με τον Κρίστοφερ Νόλαν, το 2005. Σαν πρώτη επαφή με τον ήρωα του Μπομπ Κέιν, το «Batman Begins» δεν ήταν μια καλή… αρχή. Προσωπική άποψη. Στάθηκε, όμως, σαν μια σανίδα σωτηρίας από το luna park που είχε προηγηθεί, γι’ αυτό και οι fans το αγκάλιασαν τόσο θερμά, τολμώντας να το αποκαλούν ως το καλύτερο της «σειράς»! Σημεία των καιρών, από μια γενιά θεατών που μπορεί και να είχαν βρέξει το κάθισμά τους ή να μη θυμούνται τίποτε από την εμπειρία του ’92.

Σεναριακά αποπροσανατολισμένο, κούφιο εσωτερικά και ξένο σαν είδος για τον Κρίστοφερ Νόλαν, το «Batman Begins» υπήρξε ένα καλό φροντιστήριο γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. Τα αδέλφια Νόλαν (μαζί με το σεναριογράφο Τζόναθαν), άλλωστε, μας έχουν αποδείξει πόσο αποδοτικά μπορούν να είναι όταν αγαπούν το «μάθημά» τους… Έτσι, ο «Σκοτεινός Ιππότης» τους μοιάζει περισσότερο με μια ταινία των Νόλαν παρά με μεταφορά ενός χαρακτήρα comic στην οθόνη. Για την ακρίβεια, μονάχα η μακιγιαρισμένη, παραμορφωμένη φιγούρα του Joker μας παραπέμπει στην χάρτινη, αρχική πηγή, αν και προβάλλει τόσο θαυμαστά ρεαλιστική στη μεγάλη οθόνη.

Η λέξη «ρεαλιστικό» είναι ένα από τα κλειδιά εδώ. Η Gotham του Νόλαν (και του διευθυντή φωτογραφίας Γουόλι Πφάιστερ) έχει δανειστεί locations του Σικάγο δίχως ουσιαστικές παρεμβάσεις της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αφαιρώντας από την πόλη μονάχα το… ανθρώπινο στοιχείο (η κύρια σεκάνς όπου πειθόμαστε για την ύπαρξη κατοίκων, είναι όταν εκείνοι την εκκενώνουν!). Η βία και η δράση δίνουν το παρόν πληθωρικά αλλά και με αληθοφάνεια, ενώ ο ίδιος ο Μπρους Γουέιν δε διστάζει να εμφανίσει ένα πλέον τρωτό, θνητό πρόσωπο που μπορεί μεν να πετάει χάρη στα διάφορα «φανταστικά» gadgets του, όμως, οι προσγειώσεις του καταλήγουν να είναι έως και επώδυνα «ανώμαλες» (κάτω από τη στολή του Batman, αρκετές φορές, μας παρουσιάζεται ένα σώμα γεμάτο ράμματα και μώλωπες!).

Προς τι το flirt με την πραγματικότητα; Ίσως επειδή ο «Σκοτεινός Ιππότης» θέλει να ταιριάξει περισσότερο με τον αληθινό κόσμο σαν αλληγορικός μύθος μιας σύγχρονης κοινωνίας σε σήψη, παρά με την ανεγκέφαλη κατηγοριοποίηση ακόμη μιας ταινίας – comic που θα μασήσεις μαζί με το popcorn σου χωρίς δεύτερη σκέψη. Τούτος ο Batman είναι ένας μακρινός συγγενής του «V for Vendetta», ένας ύμνος στον πεσιμισμό του σήμερα, με ουσιαστικό ήρωα όχι τον προστάτη του ανθρώπινου είδους, αλλά τη δαιμονική μορφή του Joker, ο οποίος έχει τα φόντα να μετατραπεί σε απόλυτο σύμβολο μιας αυριανής «no future» γενιάς (πόσο ειρωνικό ακούγεται αυτό!), βοηθούμενος, μάλιστα, από την άτυχη μοίρα του Χιθ Λέτζερ (στα χνάρια του Τζέιμς Ντιν… χωρίς αιτία). Όπως και ο κεντρικός ήρωας του «V», ο Joker του Νόλαν είναι ένας μασκοφόρος εκδικητής της ανθρωπότητας που συστήνει την αναρχία και το χάος σαν μοναδική επιλογή επανάστασης απέναντι στο καπιταλιστικό πρότυπο ζωής. Ακόμη χειρότερα για εμάς, ο Joker δεν έχει ως παράλληλο σκοπό την αφύπνιση του είδους μας, αλλά ένα εξαθλιωμένο μοντέλο καταστροφής, όπου εξουσία σημαίνει, απλά, το να μένεις ζωντανός αφανίζοντας τα πάντα τριγύρω σου. Ο όλος σαρκασμός του φιλμ συνοψίζεται μέσα σε μια και μόνο φράση – motto: «You either die a hero or you live long enough to see yourself become a villain»! Κι επειδή κανείς μας δε θέλει να πεθάνει σε τούτη τη ζωή, ότι επακολουθεί δεν είναι παρά η «κάτω βόλτα»…

Για πρώτη φορά σε μια ταινία της «σειράς», πόσω μάλλον ακόμη πιο ειλικρινά σε σύγκριση με τις μπερτονικές καρικατούρες του αριστουργηματικού «Ο Μπάτμαν Επιστρέφει», όλοι οι χαρακτήρες κρατάνε ανοιχτά τα χαρτιά της τόσο διχασμένης ύπαρξής τους, όλοι τους κουβαλούν και τις δύο όψεις του νομίσματος, μέσα τους παλεύουν με συνειδήσεις που η πραγματικότητα έχει αλλοιώσει ή συνθλίψει, και κανείς τους δεν είναι «άγιος» (άρα και ικανός να μας σώσει). Κι αν αυτό που μας κρατά στη ζωή είναι μια δόση τρέλας παραπάνω, τότε πολλοί από τους θεατές θα ανακαλύψουν στο «χαλασμένο» πρόσωπο του Joker το πρότυπο ταύτισης που προωθεί περισσότερο ο «Σκοτεινός Ιππότης». Θα τολμούσα, δε, να πω ότι από μόνη της η ερμηνεία του Λέτζερ στο φιλμ αποτελεί ένα κοινωνικό μανιφέστο βίας, που όμοιό του είχαμε να δούμε από την εποχή του κιουμπρικού «Clockwork Orange» (1971)! Αποθεωτικά pop, απεγνωσμένα τρομαγμένο (όπως τα πάντα γύρω μας σήμερα), ανίκητο στο μυαλό (γιατί το έχει χάσει, ήδη…) και τόσο απροσδόκητα καταραμένο από τη ζωή την ίδια, το role model του Joker είναι πανέτοιμο για κατανάλωση από τα κύματα του hype μιμητισμού.

Τολμηρό, δυσοίωνο, ναρκισσιστικά σκληρό, στυγερά απάνθρωπο στην ψυχή (παρά τις συμβάσεις του τελευταίου ημίωρου), το φιλμ του Κρίστοφερ Νόλαν αποτελεί μάθημα κινηματογραφικής αφήγησης για το σύγχρονο σινεμά, αποτολμώντας ταυτόχρονα να προσφέρει (μέσω του σεναρίου) πολλαπλά επίπεδα ανάλυσης και εμβάθυνσης (κατόρθωμα το οποίο επαναλαμβάνουν αυτάρεσκα τα δύο αδέλφια, ύστερα από το εγκεφαλικό κομψοτέχνημα του «The Prestige») για τους πιο απαιτητικούς θεατές, οι οποίοι μπορούν να το αγαπήσουν με… φόβο καρδιάς, στη ζωή ή ακόμη και στους πιο σκοτεινούς τους εφιάλτες.

Για να επιστρέψω στα σοφά λόγια του Joker, «ότι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο αλλόκοτο». Είναι αλήθεια. Κι αυτή είναι μια φράση τόσο δυνατή, που έχουν δικαίωμα να την γεννούν και να την χρησιμοποιούν μονάχα εκείνοι οι οποίοι έχουν αγαπήσει πραγματικά ή έχουν γνωρίσει τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, τα σύνορα ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το άνωθεν κείμενο είναι η κριτική που έγραψα το 2008, όταν το φιλμ διανεμήθηκε για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους. Αν θέλεις το blockbuster σου να έχει γεύση adult και δόσεις νοσηρότητας που ξεφεύγουν από το εύπεπτα συνηθισμένο. Μπορείς λιγάκι να γκρινιάξεις μονάχα αν σου λείπει ο Penguin και η Catwoman (της Φάιφερ, μην παρεξηγηθούμε κιόλας!).


MORE REVIEWS

ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Άνδρας που ζει μοναχικά σε ορεινή περιοχή, ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του σε άγνωστη κοπέλα που, εν εξάλλω καταστάσει, του ζητά βοήθεια μέσα στη νύχτα, επικαλούμενη επίθεση πλάσματος (;) αγνώστου ταυτότητας και στοιχείων προς την ερευνητική ομάδα βιολόγων στην οποία ανήκει και είχε κατασκηνώσει στο παρακείμενο δάσος.

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΓΚΙ

H ζωή έχει γίνει λίγο πολύ απαιτητική για τη Σούπερ Μάγκι. Καθώς η εγκληματικότητα στην πόλη είναι σε ύφεση, περνά τον χρόνο της βοηθώντας στην απόφραξη αποχετεύσεων και στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων, αντί να σώζει τον κόσμο. Σίγουρα δεν είχε επιλέξει κάτι τέτοιο! Όταν μια μοχθηρή ιδιοφυΐα της τεχνολογίας απειλεί να παγιδεύσει ολόκληρη την πόλη σε μια «τέλεια» προσομοίωση metaverse, η Μάγκι και ο Σουίτι πρέπει να συνεργαστούν για να σώσουν την κατάσταση για άλλη μια φορά. Μήπως είναι και η τελευταία περιπέτεια του δυναμικού ντουέτου;

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΗΡΩΑΣ

Γερμανική πολυεθνική που επιθυμεί ν’ ανοίξει supermarket σε χωριό της Σλοβενίας στέλνει επιτόπου εκπρόσωπό της για αυτοψία. Εκείνη, όμως, πέφτει πάνω σε κάτι φευγάτους τύπους που για hobby τους έχουν… την αναπαράσταση μαχών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ούτε ζωγραφιστούς δεν θέλουν να βλέπουν τους Γερμανούς!

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

Ο Αρτ και ο Πάτρικ καψουρεύονται την Τάσι. Και οι τρεις τους παίζουν tennis επαγγελματικά. Και θέλουν να κερδίζουν. Αλλά στο… κρεβάτι τρίτος δε χωρεί.

ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΝΕΥΜΑ

Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών της διακοπών, η μικρή Σαλομέ βιώνει τον θάνατο της αγαπημένης της γιαγιάς. Εν μέσω οικογενειακών φιλονικιών περί των διαδικαστικών της κηδείας, το πνεύμα της μακαρίτισσας «στοιχειώνει» την αθώα πιτσιρίκα.