FreeCinema

Follow us
16.0214:00

Μπερλινάλε 75: Πολυμορφικό ξεκίνημα.


Επιστροφή Μπονγκ Τζουν-Χο, ιρανικό harassment, Κεκάτος σε ντεμπούτο μεγάλου μήκους και οι… «ρουβίτσες» του Τζέικομπ Ελόρντι. Στο χιονισμένο και παγωμένο Βερολίνο των -4 βαθμών κελσίου όλα αυτά, όπου αισθάνεσαι… πολύ λιγότερο κρύο από αυτό της Αθήνας τώρα τελευταία (απόρροια και του κλασικού, ξηρού καιρού στη Β. Ευρώπη), η πόλη μπήκε δυναμικά σε κινηματογραφικούς ρυθμούς.

Το «ορεκτικό» του menu είχε ως κορωνίδα την πολύφερνη επιστροφή του Μπονγκ Τζουν-Χο, στο «Mickey 17», με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Πάτινσον κι ένα αρκούντως περιπετειώδες release schedule καθυστερήσεων – παραδοσιακά, όχι καλό σημάδι.

«Mickey 17»: Αλληγορία για καπιταλισμό, Τραμπ, κι ένας Μαρκ Ράφαλο σ’ έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του

Στο κοντινό μέλλον, στην προσπάθειά της να μετοικήσει σε άλλους πλανήτες, η ανθρωπότητα έχει προχωρήσει στη στελέχωση ενός διαστημικού στόλου, στον οποίο μπορείς να καταταγείς οικειοθελώς. Ο χειρότερος ρόλος που μπορείς να αναλάβεις; Αυτός του «Αναλώσιμου», ενός ανθρώπου για όλες τις δουλειές, του οποίου οι μνήμες μεταφορτώνονται σ’ έναν σκληρό δίσκο και το σώμα του «εκτυπώνεται» τρισδιάστατα κάθε φορά που πεθαίνει. Αυτός θα είναι ο Μίκι του Ρόμπερτ Πάτινσον, που στην απέλπιδα προσπάθεια να γλυτώσει από κάποιους μαφιόζους που τον κυνηγούν, θα δεχτεί τη θέση ελαφρά τη καρδία.

Λειτουργώντας πρωταρχικά ως κωμωδία (και πετυχαίνοντας το σκοπό της), η ταινία του Μπονγκ Τζουν-Χο μας θυμίζει ουκ ολίγα φιλμικά παραδείγματα του παρελθόντος, ακόμα κι από τον ίδιο τον δημιουργό της. Σίγουρα, οι τάξεις στο διαστημόπλοιο, τα rations και το ζευγάρι κυβερνητών του πλοίου μας φέρνουν στο μυαλό το εξαιρετικό «Snowpiercer» του 2013, το gimmick με τους συνεχόμενους θανάτους του πρωταγωνιστή το έχουμε δει και στο «Στα Όρια του Αύριο» (2014) με τον Τομ Κρουζ, ενώ τα εξωγήινα… παράσιτα της ταινίας και η αντιμετώπισή τους από την ανθρωπότητα θυμίζουν αρκετά το «Starship Troopers» (1997). Όταν, όμως, συνδυάζεις όλες αυτές τις εκλεκτικές συγγένειες με τη στιβαρή σκηνοθεσία του Κορεάτη και την ξεκάθαρη κατεύθυνση που έχει στο μυαλό του, μιλάμε για ένα ολοκληρωμένο φιλμ που αποτελεί εμφανή αλληγορία στον καπιταλισμό και την «τραμπική» Αμερική.

Αρωγοί του σε αυτό το εγχείρημα δεν είναι άλλοι από τους πρωταγωνιστές του, με τον Πάτινσον ν’ αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, αλλά τον Μαρκ Ράφαλο να κλέβει κάθε σκηνή σε μία από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες της καριέρας του, «τσαλακώνοντας» τον εαυτό του για να μπει στα παπούτσια του «Μάρσαλ», παρέα με το επί σκηνής ταίρι του, την πάντα μοναδική Τόνι Κολέτ.

«1001 Frames»: Harassment αλά ιρανικά… ή μήπως όχι;

Ετοιμάζοντας μία horror μεταφορά του περίφημου «1000 και 1 Νύχτες» και την ιστορία της Σεχραζάντ, ένας Ιρανός σκηνοθέτης αρχίζει να δέχεται δεκάδες νεαρές κοπέλες που επιθυμούν να κάνουν audition για τον ρόλο. Σταδιακά, όμως, οι ερωτήσεις και οι μέθοδοί του ακροβατούν όλο και περισσότερο κοντά στην κανονική παρενόχληση.

Θίγοντας ένα ξεκάθαρο και πολύ συχνό powerplay κατάχρησης εξουσίας, όπως αυτό του δίπολου σκηνοθέτη – επίδοξου πρωταγωνιστή, το «1001 Frames» της Μερνούς Αλία είναι ένα φιλμ δωματίου που διαδραματίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του σε μία αίθουσα προβών, με μοναδικό decor ένα γραφείο και μία καρέκλα. Στη συνέχεια, δεκάδες γυναίκες θ’ αρχίσουν να παρελαύνουν από την οθόνη, με κοινό χαρακτηριστικό τη νεαρή τους ηλικία και το όνειρό τους να πρωταγωνιστήσουν στην ταινία. Όνειρο που σιγά-σιγά μετατρέπεται σε εφιάλτη, όσο ο σκηνοθέτης γίνεται όλο και πιο παραβατικός (και παρεμβατικός) στις ερωτήσεις του.

Γροθιά στο στομάχι και trigger warning για γυναίκες που έχουν βρεθεί σε αντίστοιχες περιπτώσεις, το «1001 Frames» λειτουργεί καλά στο μεγαλύτερο μέρος του, μέχρι να έρθει το τουλάχιστον αμφιλεγόμενο τέλος του, το οποίο σε πετάει εντελώς έξω από την ταινία.

«Οι Άγριες Μέρες μας»: Το ντεμπούτο του Βασίλη Κεκάτου δεν είναι η ελληνική φεστιβαλική ταινία που έχεις συνηθίσει

Η Χλόη, ένα νεαρό κορίτσι, βγάζει τα προς το ζην με διάφορες μικροκομπίνες, όπως το να κλέβει καλλυντικά από τα Hondos και να τα πουλά παράνομα σε περαστικούς. Μετά από έναν τσακωμό με την οικογένειά της, θα φύγει από το σπίτι και θα βρει καταφύγιο σε μια παρέα περιπλανώμενων νέων που διασχίζουν την Ελλάδα μ’ ένα βανάκι, βοηθώντας φτωχούς ανθρώπους με έναν κάπως αντισυμβατικό τρόπο.

Μετά το βραβευμένο στις Κάννες μικρού μήκους «Η Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς» και τη σειρά «Milky Way» στο MEGA, ήρθε η ώρα για το πολυαναμενόμενο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Βασιλή Κεκάτου, αυτή τη φορά στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Αν μπορούμε να βγάλουμε ένα ασφαλές συμπέρασμα μετά από αυτά τα τρία πονήματα, είναι πως ο Κεκάτος έχει αποφασίσει να πορευτεί με ιστορίες των ανθρώπων του περιθωρίου, περίπου ως ένας… Σον Μπέικερ της ελληνικής πραγματικότητας, με ένα μεγάλο αλλά, όμως: οι ιστορίες που βλέπουμε δεν έχουν τόσο ιδιαίτερη (ή συγγενική) σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, φέρνοντας περισσότερο σε «αμερικάνα» προσαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, φυσικά. Το πως αντιλαμβάνεται ο δημιουργός την πραγματικότητα και το πως την διαμορφώνει δε χρειάζεται ν’ ακολουθεί κανόνες αυστηρού ρεαλισμού. Αυτό που οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε είναι πως το «Οι Άγριες Μέρες μας» αποκηρύσσει την κλασική ελληνική φεστιβαλική εσωστρέφεια και μοιάζει σαν ένα φιλμ που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από ένα SXSW ή το Sundance. Η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Γιώργου Βαλσάμη λάμπει εδώ, σε μία αμιγώς καλιφορνέζικη παλέτα, συνεπικουρούμενη από το location scouting που περιλαμβάνει ουκ ολίγα βενζινάδικα (ερχόμαστε πάλι στο γεγονός της «αμερικάνα» εντύπωσης που αναφέραμε παραπάνω).

Σε τελική ανάλυση, ο Κεκάτος μετουσιώνει μερίδα των υποσχέσεων που είχαμε ήδη διαβλέψει για το μέλλον, κάτι που φαίνεται και από τη δουλειά που έχει γίνει με το καστ. Η Δάφνη Πατακιά είναι από τα πλέον κινηματογραφικά πρόσωπα που διαθέτουμε στην Ελλάδα σήμερα, ενώ από το ικανότατο team των παιδιών στο van ξεχωρίζουμε την (πάντοτε άξια προσοχής) Ναταλία Σουίφτ σε μία πολύ φυσική ερμηνεία.

«The Narrow Road to the Deep North»: Ζούμε στην εποχή του Τζέικομπ Ελόρντι

Στα νέα ήθη και έθιμα των διεθνών κινηματογραφικών Φεστιβάλ έχουμε και παρουσιάσεις επικείμενων τηλεοπτικών σειρών που θα μας απασχολήσουν στο προσεχές διάστημα, ειδικότερα mini series οι οποίες προσομοιάζουν σε κινηματογραφική αισθητική. Το «The Narrow Road to the Deep North» είναι η πρώτη προσπάθεια του Τζάστιν Κουρζέλ στο πάλκο της μικρής οθόνης και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, με θέμα τις μνήμες ενός βετεράνου στρατιώτη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και, συγκεκριμένα, σε ένα ιαπωνικό στρατόπεδο.

Με πρωταγωνιστή τον Τζέικομπ Ελόρντι, για τον οποίο ορδές από αλαλάζουσες θαυμάστριες μαζεύτηκαν έξω από το Zoo Palast για να «κλέψουν» ένα αυτόγραφο ή μία φωτογραφία μαζί του, η σειρά (που θα αποτελείται από πέντε επεισόδια) μοιάζει εναρμονισμένη με το «ρεύμα» του πρωταγωνιστή της, γι’ αυτό και στα πρώτα δύο επεισόδια που είδαμε το 90% ήταν οι… ερωτικές περιπέτειες του ήρωα και το υπόλοιπο 10% οι ιστορικές αναδρομές.

Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως η συνέχεια είναι εξαιρετικά υποσχόμενη, σε μία παραγωγή με πολύ μεγάλο budget, την πάντα ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά του Κουρζέλ, αλλά και τον Κίαραν Χάιντς να είναι εξαιρετικός για μία ακόμη φορά.


ΝΕΑ