FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (2017)

(WONDERSTRUCK)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τοντ Χέινς
  • ΚΑΣΤ: Όουκς Φέγκλεϊ, Μίλισεντ Σίμοντς, Τζουλιάν Μουρ, Τζέιντεν Μάικλ, Μισέλ Γουίλιαμς, Τομ Νούναν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

1927. Ένα νεαρό κωφό κορίτσι αποδρά από το προαστιακό σπίτι του προς το Μανχάταν, αναζητώντας την αγαπημένη του κινηματογραφική star. 1977. Ένα 12χρονο αγόρι χάνει τη μητέρα του και την ακοή του και αποδρά στο Μανχάταν, με σκοπό να βρει τον πατέρα του. Πώς ενώνονται αυτές οι δύο παρόμοιες ιστορίες;

Ο Τοντ Χέινς συνεργάστηκε με τον συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου, Μπράιαν Σέλζνικ, αναθέτοντάς του τη σεναριακή διασκευή, προσέλαβε μακροχρόνιους συνεργάτες του (όπως τον διευθυντή φωτογραφίας Έντουαρντ Λάκμαν, τον συνθέτη Κάρτερ Μπέργουελ και τη βασική του μούσα, Τζουλιάν Μουρ), παραδίδοντάς μας αρχικά ονειρεμένα posters και παραμυθένια trailers, τα οποία υπόσχονταν ένα υπέροχα νοσταλγικό κινηματογραφικό ταξίδι. Και μετά είδαμε την ταινία…

Θα έχετε σίγουρα υπόψη σας τις δελεαστικά μυρωδάτες και γλυκερά εύγευστες τσικλόφουσκες οι οποίες αρχικά γεμίζουν το στόμα με γεύση και άρωμα, όμως χάνουν και τα δύο μέσα σε λίγα λεπτά για να αφήσουν πίσω τους μια άγευστη, «λαστιχένια» μάζα. Δυστυχώς, αυτή είναι και η πιο ταιριαστή παρομοίωση για την εμπειρία παρακολούθησης αυτής της ταινίας. Ο Χέινς, στα πιο φιλόδοξά του, παραμένει απών από τη σημερινή εποχή και πραγματικότητα, συνεχίζοντας να αφηγείται φιλμικές ιστορίες άλλων εποχών, εδώ μάλιστα χειριζόμενος δύο retro περιόδους με διαφορά μισού αιώνα μεταξύ τους: τα ασπρόμαυρα, βουβά 20s και τα μετα-hippie 70s. Οι ιστορίες των δύο παιδιών είναι – μεμονωμένα – συμπαθείς και κατά καιρούς συγκινητικές: από τη μια η γλυκιά Ρόουζ, που κάνει ένα τολμηρό ταξίδι στο Μανχάταν, αφήνοντας πίσω της τον εύπορο πατέρα της και την αυστηρή του «προστασία» (ειδικά εφόσον η κοπέλα είναι κωφάλαλη), με την ελπίδα να βρει το ίνδαλμά της, μια star του βωβού κινηματογράφου με την οποία έχει έναν απροσδόκητο δεσμό. Κι από την άλλη, ακριβώς πενήντα χρόνια μετά, η ιστορία του 12χρονου Μπέντζι, που μόλις έχει χάσει τη μητέρα του από τροχαίο αλλά και την ακοή του από ατύχημα… με αστραπή (!), ο οποίος επίσης καταφεύγει στο Μανχάταν, προς αναζήτηση του πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ.

Η ταινία ξεκινά πολύ καλά, φαινομενικά προσφέροντάς μας ένα κινηματογραφικό παραμύθι α λα πρώιμο Σπίλμπεργκ (ή και το σκορσεζικό «Hugo»), με τις δύο ιστορίες ενηλικίωσης να εναλλάσσονται πετυχημένα και τις μεταξύ τους συγκρίσεις να μας κινούν την περιέργεια. Σε αυτό βοηθά τόσο η πραγματικά εξαίρετη δουλειά του Λάκμαν, που κινηματογραφεί το 1927 σε αρκετά πειστικό ασπρόμαυρο και το 1977 στο γνώριμο καφε-πορτοκαλί της εποχής, όσο και το σύνολο της σκηνογραφίας και των κοστουμιών τα οποία ανακαλούν σχεδόν στην εντέλεια τις εκάστοτε περιόδους. Σε αυτά τα σημεία ο Χέινς είναι πλέον εξπέρ, με τόσες (και άρτια γυρισμένες) ταινίες εποχής στο ενεργητικό του.

Το αφηγηματικό… χάος εμφανίζεται όταν οι συγκρίσεις μεταξύ των δύο ιστοριών μετατρέπονται σε κοινά σημεία, σε γνώριμες ενδείξεις, στη συνειδητοποίηση πως πρόκειται για κάτι παραπάνω από παράλληλες ιστορίες. Το μεσαίο μέρος του φιλμ αποτελεί την άγευστη, βαρετή μάζα τσίκλας που προαναφέραμε, με τους Χέινς και Σέλζνικ να νομίζουν ότι προσφέρουν κινηματογραφική μαγεία μέσα από τα μάτια των δύο παιδιών, ενώ στην πραγματικότητα έχουν καταφέρει να κάνουν τον θεατή να έχει χάσει κάθε ρυθμό κι ενδιαφέρον με την πεζή, μονοδιάστατη αφήγηση και την ισχνή σεναριακή εξέλιξη στις ζωές των νεαρών ηρώων, οι οποίοι βασικά περπατούν και τρέχουν, πρώτα στους δρόμους της μεγαλούπολης και μετά στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας (για καμία ώρα!), εκεί που τους οδηγούν τα – ίδια – λιγοστά στοιχεία που έχουν στα χέρια τους για την ανεύρεση των ανθρώπων τους.

Όλες οι ουσιαστικές «δραματικές» αποκαλύψεις συμβαίνουν μόλις στο τελευταίο (κάτι σαν εικοσάλεπτο) κεφάλαιο της ιστορίας, και το πιθανότερο είναι το κοινό να τις έχει υποψιαστεί από πολύ νωρίτερα. Το ίδιο κοινό που ελπίζει πως αυτές οι τεράστιες «συμπτώσεις», τα κοινά στοιχεία και ο τρόπος σύνδεσης των δύο ιστοριών μπορεί να οδηγούν σε μια πιο έξυπνη, πιο πειστική επεξήγηση (η οποία, δυστυχώς, ποτέ δεν υλοποιείται). Αντ’ αυτής, η «συνάντηση» πραγματοποιείται με ένα απίστευτα γλυκερό, συναισθηματικά εκβιαστικό φινάλε που μάλλον υποτιμά τη νοημοσύνη του έμπειρου θεατή, ειδικά αφού οι περισσότερες αποκαλύψεις γίνονται μέσω απίστευτων ευκολιών και «φτηνών» τεχνασμάτων (όπως επιστολές, σημειώματα και αποκόμματα εφημερίδων). Η συμπαθής, καλοσυνάτη παρουσία της νεαρής (και αληθινά κωφάλαλης) Μίλισεντ Σίμοντς στον ρόλο τής Ρόουζ είναι από τα μεγάλα ατού της ταινίας, όμως ούτε εκείνη, ούτε και η πάντα ευπρόσδεκτη και αξιοπρεπής παρουσία της Μουρ δεν σώζουν αυτό το αποτυχημένα υπερφιλόδοξο και ανεπίτρεπτα ρηχό εγχείρημα ενός συνολικά άνισου σκηνοθέτη, ο οποίος μας έχει προσφέρει στο παρελθόν και ταινίες έντονου συναισθηματικού βάθους ή αληθινής κινηματογραφικής μαγείας. Μεγάλο κρίμα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Έχει τη νοσταλγική διάθεση και την τεχνική αρτιότητα που υπόσχεται, καθώς και διάσπαρτους φόρους τιμής στο σινεμά και την ευρύτερη pop κουλτούρα των εποχών στις οποίες διαδραματίζεται. Αν ψάχνετε για κάτι παραπάνω, θα απογοητευτείτε / βαρεθείτε σύντομα με την αφήγηση που αρχίζει να χωλαίνει από πολύ νωρίς, ενώ τα απίστευτα σεναριακά twists του φινάλε πιθανώς και να σας εξοργίσουν! Ή, απλά, απορρίψτε το παραπάνω κείμενο ως κυνικό και πείστε τον εαυτό σας πως βλέπετε αληθινή κινηματογραφική μαγεία. Πιο πιθανό είναι να σας χτυπήσει κεραυνός, πάντως.

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.