FreeCinema

Follow us

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ: Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ (2017)

(WAR FOR THE PLANET OF THE APES)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ματ Ριβς
  • ΚΑΣΤ: Άντι Σέρκις, Γούντι Χάρελσον, Κάριν Κόνοβαλ, Άμια Μίλερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 140'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Προδομένο από πίθηκο, το παραδείσιο κρυφό νέο άντρο τού (μεγαλωμένου από ανθρώπους, εργαστηριακά προηγμένου κι ομιλούντος τη γλώσσα τους) Σίζαρ και των «δικών» του δέχεται επίθεση. Η έκβαση θα είναι δυσβάσταχτη, αλλά είναι στο βάθος του ορίζοντα η μητέρα των μαχών που θα κρίνει το μέλλον. Ημών ή εκείνων;

Δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι; Παιδικός κολλητός του Τζέι Τζέι Έιμπραμς, ο Ματ Ριβς μπορεί να είναι όντως ο άνθρωπος που θα κατορθώσει να ξαναστήσει στα πόδια του τον καθημαγμένο Άνθρωπο-Νυχτερίδα στο προσώρας προετοιμαζόμενο «The Batman». Όλα να τα περιμένει κανείς από τον filmer τού αμερικανικού remake του «Άσε το Κακό να Μπει» (2010) και του «Cloverfield» (2008), αφού κατάφερε να παραμείνει ασυνήθιστα το άλφα αρσενικό και στο ακροτελεύτιο κλαδί του δέντρου τού αρχαιότερου sci-fi franchise του σινεμά, αλλά και να το καταστήσει ένα ακόμα λίγο πιο οχυρωμένο καταφύγιο για τη φάρα του (και όχι μόνο), παρά τους εκ των έσω διαρκούντες κλυδωνισμούς τού κορμού. Apes together strong εν γένει, σε θεωρία και πράξη, λοιπόν, κι ας μην επιτεύχθηκε «Η Μεγάλη Απόδραση» (1963) από το «Αποκάλυψη Τώρα» (1979) που επιχείρησε. Πώς, με την καλή και την κακή έννοια, επιβλήθηκε το δίκιο του ισχυρότερου; Πήδα παράγραφο.

Ο χαλκάς στη σιδεριά τού μύθου δε σπάει: βρισκόμαστε στον θύλακο ενός δυστοπικού δράματος, διακυβεύματος survivor κρίσης και φονικά τεταμένων σχέσεων μεταξύ των δύο πρωτευόντων ειδών, με πάντα επί ξύλου κρεμάμενες την εμπιστοσύνη στην ειρήνη ως αξία, την ενστικτώδη βία, του ταγού την ορθόφρονα αυθεντία, στον κοινό κόσμο μας την πάντοτε εν απειλή ισορροπία. Απλώς, ο Ριβς έχει πολύ σωστά αφήσει το τετριμμένο χορτόσχοινο του ιντριγκαδόρικου μοτίβου της διαφιλονικούμενης ιεραρχίας στο εσωτερικό των εκατέρωθεν κοινωνιών κι έχει αρπαχτεί, πιο γερά, απ’ εκείνο της… καρδιάς του σκότους τού πάσα ένα (και εξ ημών): αν ο υπεράνω χάρη στη γαλούχησή του πλάι στα δίποδα Σίζαρ με γνώμονα το «εμείς» χαρίζει τη ζωή στους νέους κι απολύτως κακόβουλους εισβολείς στην κοινότητά του στέλνοντάς τους αφοπλισμένους από κει που ‘ρθαν εν είδει προειδοποίησης, ο συγγενής του Εφιάλτης που τους οδήγησε ίσαμ’ εκεί κι ένας μέλλων τέτοιος ανάμεσά τους υπακούν στο δικό τους ορμέμφυτο επιβίωσης, τσιράκια ενός νέου συν/χη Κερτζ, που σε νυχτερινό ντου θα πάρει στην ψύχρα ζωές χιμπαντζήδων προτού διαφύγει commando style. Η ομήγυρη πρέπει να ξεσπιτωθεί προς δυσπρόσιτη στους κανάγιες έρημο, αλλά ο χαροκαμένος αρχηγός της θα ξεστρατίσει (από κάθε άποψη) για να θάψει μια για πάντα τον δράστη, πληρώνοντάς του το αίμα με αίμα. Ποιοι κι ώς πού θα (τον) ακολουθήσουν;

Διευρυμένες απ’ ό,τι στο «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή», οι διεπαφές των ξαδέλφων μας, ενσωματωμένες στο χλωριδικό habitat της παρθένας καναδικής Βρετανικής Κολομβίας που φιλοξενεί και το ζυγιασμένο καταρχήν πατιρντί συγκρούσεων, τείνουν ακόμα τη θελκτικότερη μπανάνα, λιμπιστική αφηγηματικά όταν συλλαμβάνει… φυσικά την άδολη πραγματικότητα των συναισθηματικής συλλογικής βιωτής θηλαστικών. Παραμένει επίτευγμα ότι δεν περνάει ούτε για ένα δευτερόλεπτο από το μυαλό σου πως τα μαλλιαρά πλάσματα που βλέπεις δεν είναι αληθινά (για όσους δεν το ξέρουν, είναι ηθοποιοί που παίζουν, και στο ύπαιθρο πλέον, φορώντας αισθητήρες κίνησης κι έχουν μεταμορφωθεί ψηφιακά), με τη WETA του Πίτερ Τζάκσον στο performance capture & τα VFX και το ensemble να κάνουν ακόμη μεγαλύτερα θαύματα. Αυτή τη φορά χτυπάει το στήθος του ακόμη δυνατότερα κι ο φακός τού Μάικλ Σέρεζιν, που πλανάρει μη προφανείς «πίνακες» στο κινηματογραφικότερο 2.35:1 με την εκθαμβωτική σε υφή και αιχμαλώτιση λεπτομερειών ψηφιακή Arri Alexa 65 mm (και με vintage φακούς 765), «τυπώνοντας» σε 6.5K κι επανορθώνοντας για το αντιδημιουργικό, μετά από κάποια πρώιμα δολώματα με βάθη πεδίου, 3D. Ομοίως, ο Μάικλ Τζιακίνο στο απολύτως οργανικό διακριτικό score τώρα μεταφέρει μέχρι και ήχους (προσέξτε τα tympani, σε μία μόνο δόση) από τη vintage πενταλογία που πρωτοέστρωσε τον δρόμο για την αναβίωσή της στη νέα χιλιετία – με ένα βραχύ πέρασμα από μια παραλία να σου φλασάρει το αξέχαστο κλου τού φινάλε της πρώτης ταινίας.

Σε ένα αύταρκες όσο ποτέ πριν σύμπαν, με τους ανθρώπους είδος προς εξαφάνιση εκτός αν το δεύτερο δέρμα τους είναι το χακί και όπου σε πινελιές τα ευφυώς… περαστικά σκηνικά (#diplhs) προσφέρουν κρησφύγετο αναφορών στο χωνευτήρι της σημαδευτικής αμερικανικής εμπειρίας στη διατομή Ιστορίας και φαντασιακού (το Φαρ Ουέστ κι οι Τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, οι «Ρίζες» των Μαύρων Πανθήρων και το σημάδεμα των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί), η πρώτη μαϊμουδιά αποδεικνύεται η κατακλυσμική εμμονή με το classic του Κόπολα (που θα χρίσει μακάκες και όσους θα τσιρίσουν καιροσκοπικά άναρθρα περί πιθανής αλληγορίας, σχολίου στις ΗΠΑ του εθνικού διχασμού με μπροστάρη τον Τραμπ, στα χρόνια του ISIS κ.λπ.). Φταίει το ότι οι αρχικές νύξεις σ’ αυτό γιγαντώνονται σε ξέχειλο φιλμικό δανεισμό (που σε μια σκηνή υπεδάφους κάνει graffiti… γράφοντας – για ποιους; οι ενήμεροι θεατές έχουν πιάσει τις παραπομπές, οι μη ενήμεροι δεν θα έχουν επιφοίτηση βλέποντας τον τίτλο – την προέλευση). Φταίει εξίσου και το ρίσκο της κόντρα διανομής τού μαντρωμένου δεκαετίες στην επικράτεια της θυμηδίας Χάρελσον, που αδυνατεί να ζωντανέψει αυθύπαρκτα ως σχεδόν σχιζοειδής κομιτατζής με γαλόνια αποστάτη και «shock the monkey» στόχο. Άσε όταν το σενάριο τον φορτώνει και μ’ ένα αποσαφηνιστικό των ντεσού τού στόρι (η κλινική εικόνα του ιού, που πλέον έχει «ξεφύγει» ως αντίστροφη εξελικτική διαδικασία, εις βάρος πρώτα ενός διακριτικού γνωρίσματος και μετά της λογικής των ανθρώπων – ωραία σύλληψη) ή των εν γένει issues του (το – όποιο – γινάτι) κατεβατό…

Χάνοντας την πηγαία, αμπαστάρδευτη ρώμη της στις βγαλμένες σαν απ’ το «Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» καμτσικιές αναμέτρησης των δύο chief προσώπων στο (προετοιμάζον τα μπουμπουνητά των πυρομαχικών και της Πλάσης στη φτου ξελευτερία κορύφωση) ύστερο στρατιωτικό ghetto της, αυτή η Τσίτα έχει προλάβει ευτυχώς να εκφραστεί. Να πηδήσει εξαρχής τα κάγκελα της πρωτόγονης οικολογικής «θέσης» τού προ εξαετίας reboot. Να βάλει τον Σαίξπηρ στο… μυαλό τού θολωμένου ήρωα με το φάντασμα του αδελφοσκοτωμένου Κόμπα, φωνή της συνείδησής του, να αναθρέφει σωστά στον κόρφο του το ενδοσυγκρουσιακό προ τριετίας δευτερότοκο. Να βάλει πιο αισθητά, με χτυποκάρδι ανάμεσά μας ακόμη περισσότερα κατώτερα όντα (στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας ο συντροφικός ουρακοτάγκος) και κορυφαία λημέρια αδρεναλίνης (εκκινώντας από μια ταρζανιά σε καταρράκτη σαν τα κρύα τα νερά). Να κανιβαλίσει σχεδόν μόνο όταν κι όπου την παίρνει τον μεταλλακτικό ανιμαλισμό στο κλουβί τού chic της.

Κάποιες απευθύνσεις του τριχωτού αρχιτετραπόδου στους ομοίους του εξακολουθούν να είναι στη γλώσσα μας άνευ λόγου. Το ότι το αγγελούδι που σέρνει προστατευτικά το παρεάκι δεν κλαίει ατάκα κι επιτόπου στο συμβάν που την αφήνει στο έλεος των υπογοριλών αλλά σπαράζει για πάρτη τους όταν το διατάξει η πλοκή δεν μπορεί στα σοβαρά να αποδοθεί από την επιστήμη της Παιδοψυχολογίας σε τότε σοκ και μετά σύσφιγξη. Και ο βαρεμένος ερημίτης chimp που προσαρτούν, απομεινάρι του άγρια πειθαναγκασμένου entertainment μιας άλλης εποχής, κάνει τον Στιβ Ζαν να ακούγεται σαν κωμικός Ίλαϊ Γουάλας και συχνά εκ του περισσού. Μια… φοβερή θεομηνία θα καθαρίσει για όλα και όλους, δείχνοντας (και) την «Έξοδο» (1960) προς μια άλλη Γη της Επαγγελίας. Για ποιον, όμως: τον μικρό Κονγκ Κονγκ και τα αντι-κτήνη του ή τους παλαβούς γίββωνες του μιλιταρισμού; Ψείρισέ το ενώ, ανώτερης του μετρίου νοημοσύνης Σίζαρ στο τσίρκο τού Χόλιγουντ, που έγλειψε τις μικροπληγές του και αντέχοντας ανεξάλειπτα ή περαιτέρω χτυπήματα πετυχαίνει να βγει δυνατότερος και σοφότερος, ο Ριβς διασώζει από τον εκφυλισμό το DNA των νέων γόνων και του σπέρματος τού βιβλίου του Πιερ Μπουλ που γέννησε το άπαν, στο τριτεύον τού prequel του. Let my people go. Τζέιν Γκούντολ, δώσε…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το πιο ευγονισμένο δείγμα της 00’s γενεαλογίας του πιλαλάει πάνω σου είτε στους μουλτιπλεξάδες (το κοινό του Αττικού Πάρκου λυσσάει) είτε στους διαβασμένους (θεωρία του Δαρβίνου κι έτσι) ανήκεις. Αν το ψειρίσετε, κι οι μεν (τα ζώα μου αργά πρώιμα) κι οι δε (διακειμενικά κάγκελα παντού, ο όψιμος militaire εγκλεισμός) θα βρείτε ψιλοαίσχη στο pet shop του βιοτόπου του δικτύου Natura του. Στο βάθος κήπος εκπληκτικής τεχνολογίας που δεν έχετε ματαδεί, βέβαια.

MORE REVIEWS

Ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ

Σωματοφύλακας με «λερωμένο» βιογραφικό υποχρεώνεται να συνοδεύσει επαγγελματία hitman (ο οποίος τυγχάνει και θανάσιμος εχθρός του) από το Λονδίνο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, έτσι ώστε ο δεύτερος να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας κατά Λευκορώσου δικτάτορα, υπεύθυνου για μαζικές δολοφονίες πολιτών.

ΠΛΑΝΗΤΑΡΙΟ

Λίγο πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δυο Αμερικανίδες αδελφές που βγάζουν τα προς το ζην επικοινωνώντας με... πνεύματα σε πολυτελείς αποκρυφιστικές συναθροίσεις, θα προσληφθούν από έναν παραγωγό του κινηματογράφου προκειμένου να πρωταγωνιστήσουν σε μια ταινία για το μεταφυσικό, με απώτερο σκοπό την καταγραφή ενός πραγματικού φαντάσματος μπροστά σε κάμερα.

BABY DRIVER

Ο Baby, getaway driver συμμορίας που επιθυμεί να αποσυρθεί από την παρανομία, γνωρίζει το κορίτσι των ονείρων του και η ζωή αποκτά μαζί της άλλο νόημα… φυγής. Η ελευθερία πάντοτε κοστίζει, όμως. Ή και πονάει μαζί.

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;