FreeCinema

Follow us

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ (2017)

(UN SAC DE BILLES)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κριστιάν Ντιγκέ
  • ΚΑΣΤ: Ντοριάν ΛεΚλεκ, Μπατίστ Φλεριάλ, Πατρίκ Μπρουέλ, Έλσα Ζιλμπερστάιν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Παρίσι, 1942: τα δύο νεαρότερα αγόρια μιας famille Εβραίων, που χωρισμένη στα τρία αποπειράται να διαφύγει της προσοχής των Ναζί, (παί)ζουν τη δική τους Οδύσσεια. Αν αρνηθούν πάση θυσία το ποιοι είναι για τον φόβο των Ιουδαίων, (ξανά όλοι) μαζί μπορούν;

Πώς μεταφέρεις στη μεγάλη οθόνη ένα κλασικό απομνημόνευμα με παιδικό θέμα κι οπτική αλλά βαρύνον (κοσμο)ϊστορικό φόντο, μέρος της εγκύκλιας λογοτεχνικής παιδείας των Γαλλακίων; Αν είσαι auteur, κάπως όπως έκανε ο Ζακ Ντουαγιόν το 1975: πιάνεις τα εξιστορούμενα του βιώματος ελεύθερα και τα φέρνεις στα κινηματογραφικά σου μέτρα. Αν είσαι επαγγελματίας… εκτελεστής των επίδοξων blockbuster του studio της Gaumont, το διαβάζεις κατά γράμμα και στο πιο πιασάρικο (των δακρυγόνων αδένων και του γελαστηρίου μυός) όπως κάνει ο Κριστιάν Ντιγκέ, 42 χρόνια μετά. Ο Καναδός, όπως και ο προκάτοχός του, δεν προδίδει τη σκανταλιάρικη αθωότητα στην καρδιά του σκότους τής σκοπιάς τού «Un Sac de Billes», του φραντσέζικου αντίστοιχου της «Αιολικής Γης» του Ηλία Βενέζη αλλά αντί της Μικρασίας με φόντο τον διωγμό των Εβραίων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Ωστόσο, παρότι μετά το προπέρσινο «Μπελ & Σεμπαστιάν 2: Η Περιπέτεια Συνεχίζεται» δείχνει να έχει ξεφύγει από τα genre Β ή τηλεοπτικά περίπολα που μάστιζαν την καριέρα του επί δεκαετίες, αυτή τη φορά πέφτει θύμα των αυτοματ(ισμ)ών τύπου mini σειρά που στήνουν στα έξι μέτρα το βιβλίο του Ζοζέφ Ζοφό.

Φανταστείτε την «Πολίτικη Κουζίνα» στο pogrom κατά του γένους του Δαβίδ απ’ τα SS και το καθεστώς Βισύ (ναι, το fondue φέρνει αναπόδραστα κάπως σε «Ουζερί Τσιτσάνης»), κι έχετε συλλάβει το νόημα του οικογενειακού αποχωρισμού survivor χρονικού Δευτέρου Παγκοσμίου à la campagne που απέτυχε να φυγαδευτεί αλώβητο όπως φερ’ ειπείν το παρεμφερές, καλύτερο και προς το παρόν εμπορικά αδιανέμητο στην Ελλάδα «Le Voyage de Fanny» της Λολά Ντουαγιόν (κόρης του σκηνοθέτη της πρώτης σινεαπόπειρας πάνω στο ανάγνωσμα – βρε πώς τα φέρνει η ζωή…). Προστατευτικοί παπάδες με αυτοπεποίθηση, λαθρέμποροι ανθρώπων εν ανάγκη μες στη νύχτα, πληγωμένα ποδάρια, γουρούνια προς σφαγή ονόματι Αδόλφος, μαυραγοριτισμός, ένα ίδρυμα – κρησφύγετο, η Αντίσταση κ.λπ. υποβιβάζονται σε σκετσάκια (κατα)τρέχοντας τα κεφάλαια του livre ενώ στην κυρίως υπόθεση ο μικρός Ζο και ο έφηβος Μορίς, δασκαλεμένοι από τον κουρέα πατέρα τους να κρύψουν με κάθε τίμημα το θρήσκευμά τους απ’ όσους συναντούν στο διάβα τους, προσπαθούν να μη χάσουν ο ένας τον άλλον μεταξύ Κλινιανκούρ, Νίκαιας και Πάνω Σαβοΐας ώστε η φαμίλια να επανασυνδεθεί, αν μπορεί, κάτω απ’ τη μύτη των απηνών διωκτών της φυλής τους Ναζί, που σταδιακά αποκτούν τον έλεγχο όλης της επικράτειας.

Εκτός της επεισοδιακότητας, που αποδεικνύεται η Κομαντατούρ της διασκευής με το μοντάζ να φωνάζει βιαίως «raus!» ακόμη πιο ορατά σε πλάνα δυνάμει δυνατών σεκάνς (όπως το νυχτερινό πέρασμα στην ελεύθερη ζώνη με τον κοντραμπατζή), το συνεχές μπλόκο των contre-plongée και της εκ των έμπροσθεν Steadicam, που έχουν σχεδόν συνεχώς από κοντά το πηγαινέλα, επιτείνουν το quelque chose de télévision βασανιστηριάκι. Δωσίλογες της πλοκής εξάλλου, ως συνήθως σε ταινίες με τέτοια υπόθεση, αποδεικνύονται οι στιγμές στημένου σασπένς επαπειλούμενης τσακωτής: σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις οι κατά τ’ άλλα σχολαστικότατοι στις γύρες τους εναντίον του κοσμάκη Γερμαναράδες χάνουν αναληθοφανώς επιπόλαια την ευκαιρία να μπαγλαρώσουν τους ήρωές μας. Το kaput της αφήγησης, όμως, έρχεται όταν α) η 1,70+ σε ύψος κοράκλα του αντισημίτη βιβλιοπώλη – αφεντικού του 1,45 βενιαμίν μας, που νιώθει γι’ αυτήν το πρώτο του ερωτοσκίρτημα, χώνεται στην αγκαλιά του (προηγείται θανατικό και couleur locale) και β) όποτε εμφανίζονται επιλεκτικά φευγαλέα οι δύο μεγάλοι γιοι των Ζοφό, clean cut (μήπως επειδή είναι κι αυτοί μπαρμπέρηδες;) και σχεδόν μες στην καλή χαρά, αμέριμνοι για τον χαλασμό που συμβαίνει, αν όχι στη χώρα, στους οικείους τους, βρε αδελφέ.

Πέραν της, σκωπτικά ή βλοσυρά, απροσχημάτιστα με μελανά χρώματα σκιαγράφησης του καθεστώτος Βισύ του στρατάρχη Πεταίν και των collabos πολιτών, γνώρισμα του βιβλίου που το σενάριο μπουμπουνάει έτι αν κι υπογείως εν είδει διδάγματος για τους νέους στα χρόνια της υποψήφιας Προέδρου Λεπέν ως φασιστικής νέας Μαρίν της Δημοκρατίας, τα όπλα της ταινίας, περισσότερο από την αφέλεια του άμαθου νιάνιαρου που περνώντας δια πυρός και σιδήρου ξετρυπώνει και για τον θεατή τις μεγάλες αλήθειες της ζωής στον Deuxième Grande Guerre (βλ. αντισημιτισμός), δεν παθαίνουν αφλογιστία αλλά είναι ήσσονα. Η χρονομηχανή των σκηνικών και σε Βέλγιο & Τσεχοσλοβακία, με κλου την (με σύμμαχο το CGI) ανοικοδόμηση της vintage παραλιακής Nice. Ο αγγελικός Ντοριάν Λε Κλες, και φυσιογνωμικά ακόμα σαν «αίμα» της (συγγενικής θεματικής) «Κλέφτρας των Βιβλίων» Σοφί Νελίς. Η έξω απ’ το ghetto των yiddish ιδιωμάτων λυρική παρτιτούρα του Αρμάν Αμάρ. Και μία από τις πιο ψυχωμένες, σπαραξικάρδιες σκηνές της σεζόν που αυτή ξεσηκώνει μουσικά, στην απελευθερωτική κορύφωση του δράματος, όταν το «γαμώτο» τής προσωπικής Shoah του πιτσιρίκου συναντάει θαρραλέα, φωναχτά το αντιγύρισμα του αγαθού στο κακό της σβάστικας και των συνεργατών της ενόψει της ανοικοδόμησης ενός λιγότερο αιματηρού αύριο. Τέλος καλό, όλα… κακά εντελώς όχι, αλλά κομψοεπώς και παιδιάστικα κλεισμένα, συχνά όπως-όπως, στον συρμό που φυλακίζει το είδος τους. Ακόμα ένα απαθανατισμένο της κατοχικής ουμανιστικής γραμματείας εν πολλοίς εξαερωμένο. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι – επίσης τι δεν πρέπει να γίνεται, επειδή μπουζουριάζεσαι, όταν περνάς το συρματόπλεγμα απ’ το χαρτί προς το πανί. (Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν και) εις μνήμην…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Γλαφυρό κι επιμορφωτικό δίωρο ghetto για όλη την οικογένεια σίγουρα είναι, αλλά το διατεταγμένο Άουσβιτς καλλιγραφίας (Τελική Λύση των περισσότερων φιλμ της συγκεκριμένης φάρας) και το προκύπτον ψιλο-Νταχάου αφήγησης (ένα serial θα διέσωζε τη λογοτεχνική Τορά του) θα ταλανίσουν τους πιο κουλτουριάρηδες. (Αγκυλωτός) σταυρός του μαρτυρίου για τους Χρυσαυγίτες και τους ρατσιστές συνωμοσιολόγους.

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.