FreeCinema

Follow us

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ (2016)

(TOUR DE FRANCE)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Κομεντί Δρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρασίντ Τζαϊντανί
  • ΚΑΣΤ: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Σαντέκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

Εξηνταφεύγα ερασιτέχνης ζωγράφος της province και μουσουλμάνος viral rapper απ’ την Πόλη του Φωτός αναγκάζονται να τακιμιάσουν γυρίζοντας παρά θιν’ αλός τη χώρα. Θα… γράψουν. Μαζί (ώς πού) μπορούν (να φτάσουν);

Μπορείς να βάλεις διαδοχικά στο ίδιο οπτικό mixtape το «8 Mile» και το «Ο Κος Τέρνερ» ταυτόχρονα σαμπλάροντας το «Gran Torino»; Oui, αλλά δύσκολα το flow σου μπορεί να κοντράρει εκείνο του «Ο Δρόμος για το Λα Παζ». Αν μη τι άλλο η τζιχάντ της εγχώριας διανομής δεν έφαγε όπως Bataclan και το δεύτερο, αυτή τη φορά πιο σίγουρο στο φρασάρισμά του αλλά δυστυχώς ανεπιθύμητα served από old school απηχήσεις στα themes του, long play τού Ρασίντ Τζαϊντανί.

Είναι μια… κατανοητή διαδρομή, αντίθετα προς το απρόβλεπτο της καριέρας του. Χτίστης και μάστορας, σεκιουριτάς κατά τα γυρίσματα του «Το Μίσος», πρωταθλητής πυγμάχος, ηθοποιός ρολάκων, αναγνωρισμένος συγγραφέας, ντοκιμαντερίστας και τελικά αποδέκτης του Βραβείου FIPRESCI στο Δεκαπενθήμερο των Καννών με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του «Rengaine» (ένα νευρικό στη φόρμα και πολυσύνθετο στα ψυχοσκιτσαρίσματά του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», με τον γαμοχαμό των ερωτευμενακίων τη υπαιτιότητι των σογιών τους να εξελίσσεται πια μεταξύ των Μαγκρεμπίνων και των Αφρικανών δεύτερης γενιάς στη Γαλλία) το 2012, ο Αλγερινοσουδανός beur συνεχίζει να «κόβει» στην κινηματογραφική μυθοπλασία (από) το πολυταξιδεμένο crossover της αντιδιαμετρικών αφετηριών και δύσβατης αλλά απαραίτητης για έναν πληγωμένο όσο ποτέ, απ’ τον εθνικισμό και την τρομοκρατία, τόπο συμπόρευσης δογμάτων, χρωμάτων, ηλικιών: Ισλάμ και χριστιανισμού, μαύρου και (πιο) λευκού, νεολαίας και προπατόρων.

Βέβαια, «όλα αυτά είναι για να σου πω πως σ’ αγαπώ», που λέει κι ένα στιχάκι – κλειδί κάπου στην αρχή. Ώσπου να ειπωθεί εμπράκτως κι απ’ τους δύο, ο σιτεμένος κοιλαράς πρώην οικοδόμος απ’ την επαρχία, με το χόμπι της peinture και το τάμα στη μακαρίτισσα γυναίκα του ότι θα ακολουθήσει τα βήματα του προ δύο αιώνων φημισμένου τοπιογράφου Βερνέ (μια γύρα ανά τα μεγάλα λιμάνια της Γαλλίας κι η απεικόνισή τους με τον χρωστήρα), θα φορτωθεί ως chauffeur αντί του πολυάσχολου μουσικού παραγωγού γιου του, αλλαξοπιστήσαντος υπέρ του Ισλάμ και χρόνια αποκομμένου απ’ τον γέρο, το 20κάτι αραβικής καταγωγής παριζιάνικο talent της ρίμας που, άβγαλτο στη ζωή, πρέπει να λουφάξει μετά από παρεξήγηση και μπαλωθιές με αντιζήλους και να αριβάρει σώο κι ασφαλές στη Μασσαλία για live.

Ο παλιός δεν «έχει» το ιδίωμα (πενταγραμμικό, γλωσσικό, culturel, φυλετικό) του νέου και γκρινιάζει; Ο μικρός δεν έχει τις… παραστάσεις τού πουρού και είναι πνεύμα αντιλογίας; Εκκινώντας απροσδόκητα απ’ το «Je Suis Malade» του Σερζ Λαμά (το αναβιωμένο tube της σεζόν, «παίζει» ακόμη πιο εμβληματικά και στο «Ciao Amore… Dalida») που «μιλάει» και στους δύο, θα κάνουν στην πορεία κι εν μέσω διαφωνιών στα όρια της έκρηξης αμοιβαία βήματα προσέγγισης, συναισθανόμενοι πιο γρήγορα απ’ ό,τι πίστευαν ότι αυτά (δεν είναι μόνο η τέχνη…) που τους ενώνουν είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτά που τους χωρίζουν -και όχι μόνο επειδή τους φέρνουν στο αμήν οι περιστάσεις. Ένας εκβιασμός που καπελώνει τη βεντέτα των μουζικάντηδων, ένα αμάξι που δεν είναι για πολλά πολλά, μια χαριτωμένη οικοακτιβίστρια, το εκ των ων ουκ άνευ ACAB της βίας που θα κάτσει κάποια στιγμή στη φάση (Μηδενιστή, δώσε…) στέκονται μεταξύ άλλων το λοιπόν οι όχι φάλτσες βινιέτες – σταθμοί του road trip ενός παρά ταύτα χαρτογραφημένου στόρι αλληλοεγκόλπωσης και μαθητείας που θα οδηγήσει σ’ ένα κωμικά δυνητικά εξευτελιστικό (όχι μόνο για το θύμα του αλλά και για την πένα τού auteur στο μονοκάναλο των καταστάσεων) εγκληματικό ξεκαθάρισμα με τον λευκό γουαναμπή Μπίγκι Σμολς, και στον σεβασμό του μικρού για τον μεγάλο, ο οποίος με τη σειρά του θα βρει για λίγο στον τραγουδισταρά τον γιο που δεν είχε. Πατρίς – Θρησκεία (όλες καλοδεχούμενες πλέον) – Οικογένεια. Refrain, encore une fois…

Πέρα απ’ το playback στην υπόθεση και στο πνεύμα του ταξιδιού, τη ροή τού set list πλήττουν ευδιάκριτα τα συγκολλητικά ιντερλούδια της future soul του Κλεμάν «Animalsons» Ντιμουλάν, που στην πρώτη του εμφάνιση ως scorer (υπερ)φορτώνει (σ)το μοντάζ ήχου υποχρεωμένος να ενοποιήσει τα οπτικά cut-ups της εν πολλοίς φορητής κάμερας του Τζαϊντανί, ο τζόβενος ήρωας τού οποίου τραβάει συνεχώς τα αξιοθέατα του παραθαλάσσιου ή αστικού περιγύρου και των περιπετειών τού ντουέτου και με το κινητό του τηλέφωνο. Ευτυχώς, το σενάριο έχει και ιδέες και λέγειν: αστεία για τα σύνορα και τις νέες σταυροφορίες της Ευρώπης (στα ανάδελφα μέρη των Βάσκων, μάλιστα), «Το Άλμπατρος» του Μποντλέρ σε μια μπουζού, το σωστά κραυγαλέο mic σ’ εκείνο το «Η Γαλλία δε σε θέλει. Είσαι σαν τους Άραβες. Γι’ αυτό τους μισείς!» του πιο ξένου σε τούτο το odd couple, την πληροφορία ότι ο κανακάρης του χούφταλου είναι αναβαπτισμένος κατά το όνομα του πρώτου μουεζίνη του Ισλάμ με τη χρυσή φωνή, το έξοχα διπλής ανάγνωσης «Τa parole est lumière» στο άγαλμα της Παναγίας όπου προσεύχεται ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ.

Ο… Οβελίξ της παρέας, σε μια ακόμα από τις σαν-να-είναι-πηγαίες ερμηνείες του (τις οποίες εδώ και καιρό συνδράμουν συναρπαστικά η δυσκολία στην αναπνοή και στην κίνηση), σε παίρνει μαζί του προκαλώντας αναμετρώμενος με τη ρετσινιά του status του ως εξτρεμιστικών απόψεων εκούσια εκπατρισμένου συμβόλου της tricolore καλλιτεχνίας. Ο πραγματικός slammeur Σαντέκ, σε πρώτο show στην οθόνη, δεν γιουχάρεται αλλά υπολείπεται του εκτοπίσματος και χωρίς το frais («fresh» που θα ‘λεγαν και οι της East ή West Coast του ιδιώματος) του υλικού καταλήγει να σαπορτάρει στο stage των εντυπώσεων. Που χάνουν περαιτέρω στο battle όταν το je ne sais quoi ειρωνείας κατά του συρμού της «σκηνής» στο φινάλε (ενώ έχει αντιφατικά επικυρωτικά γι’ αυτήν προηγηθεί το cameo ενός Αμερικανού star της έμμετρης urban μαυρίλας και των πλατό, θα δείτε ποιου…) διαδέχεται το ψιλογελοίο ραπάρισμα και του Ζεράρ στο άσμα των τίτλων τέλους. Τάκι Τσαν, δικό σου. Εεε, pas vraiment…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Στην καλύτερη essential, στη χειρότερη supportable για το εφηβικό+ crowd και τους γαλλόφωνους οποιαδήποτε ηλικίας. Οι amis του hip-hop αξίζει να ενδιαφερθούν, αλλά οι σωβινιστές υποψιάζομαι ότι θα το βρουν κάπως χύμα και στημένο. Trap (φευ, όχι το μουσικό ιδίωμα) για τους πιο σοφιστικέ, που θα αισθανθούν ένα déjà-vu.

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.