FreeCinema

Follow us

Ο ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ (2018)

(TLMOCNIK)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Κομεντί Δρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάρτιν Σούλικ
  • ΚΑΣΤ: Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Γίρι Μέντζελ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Σλοβάκος κι Αυστριακός γηράσκουν αεί διδασκόμενοι, ανακαλύπτοντας (;) επουλωτικά (;) τα dessous κάτι φρικτού και (όχι μόνο) αυστηρώς προσωπικού. Μαζί μπορούν;

Η πύκνωση των διεθνών κινηματογραφικών συμπαραγωγών χάρη στα πολλά (αλλά όχι ποικίλα) προγράμματα χρηματοδοτικής ενίσχυσης, μικρής ή μεγάλης, που υφίστανται πλέον στην ήπειρό μας μέσω θεσμικών πολιτειακών οργάνων, φεστιβάλ, ιδρυμάτων κ.λπ. εκτός από τα καλά της έχει και ένα κακό: το είδος του road movie, εκείνο που για ευνόητους λόγους εξυπηρετεί στον μέγιστο βαθμό ένα σενάριο που πατάει με το ‘να πόδι σε μία χώρα και με το δεύτερο σε μία άλλη, έχει από την πολλή χρήση καταπονηθεί ως όχημα κι έχει με τη σειρά του καταπονήσει τον πιο ψαγμένο της σκοτεινής αίθουσας. Θα πρέπει να είναι μεγάλος μάστορας πια αυτός που θα πειράξει τη μηχανή τού genre με τέτοιον τρόπο ώστε να δώσει σ’ αυτά τα παλιά αμορτισέρ τη δύναμη να φύγουν μακριά. Ο Μάρτιν Σούλικ δεν είναι ένας τέτοιος, ακόμη κι αν έχει στη διάθεσή του δύο έμπειρους οδηγούς, ακόμη κι αν γεμίζει όσο πρέπει με το ακόμη εμπρηστικό καύσιμο του Ολοκαυτώματος, ακόμη κι αν κάνει την προσφορότερη εδώ και πολλά χρόνια διαδρομή του. Τι τον κράτησε πίσω σ’ αυτή την κούρσα με φορτίο το ταυτοτικό «πακέτο» και τα φαντάσματα της Ιστορίας στην αντι-άσφαλτο της συμφιλίωσης με τέρμα την εγκόλπωση της αλήθειας;

Αν το αποκαλέσω την «Ida» του (σιτεμένου και άνδρα) φτωχού με σασί «The Odd Couple» θα το αδικήσω λίγο, αλλά κάτι τέτοιο είναι τούτη η ουμανιστικά crowd-pleaser σπουδή πάνω στο ξαλάφρωμα μετά τη συνειδητοποίηση και το μοίρασμα του μνημονικού και υπαρξιακού βάρους της σκιώδους κληρονομιάς ή της απουσίας της, που σε όχι ανύποπτο χρόνο διατυπώνει η ίδια μέσω μιας ατάκας το ερώτημα που (την)… καίει περί την κοινή μοίρα θυτών και πασχόντων: «Είναι ευκολότερο να είσαι γιος δολοφόνου απ’ ό,τι θύματος;». Ο Άλι, βαριεστημένα συγκρατημένος τύπος και υπογραμμός, είναι το δεύτερο, 80+ εβραϊκής καταγωγής ει μη πίστης, που έχασε παιδάκι και τους δύο γονιούς του από ναζιστικό δάκτυλο. Ο Γκέοργκ, χιουμορίστας και γυναικάς, είναι το πρώτο, 70κάτι ο πατέρας τού οποίου ήταν ο SS διοικητής που τους ξέκανε μεταξύ πολλών άλλων αθώων. Ο Άλι πηγαίνει στη Βιέννη και του χτυπάει την πόρτα με την ανεκδήλωτη πρόθεση να σκοτώσει το τέρας. Ο Γκέοργκ του ανοίγει και μπλαζέ τον πληροφορεί ότι αυτό έχει πεθάνει. Θα αποχαιρετιστούν εν ειρήνη αλλά όχι για πολύ: ιντριγκαρισμένος, ο Τεύτονας αριβάρει στην Μπρατισλάβα λίγες μέρες αργότερα με τα γράμματα που έστελνε ο vater του από εκεί κατά τον πόλεμο και την επιθυμία να σκαλίσει περισσότερο την υπόθεση. Ο ντόπιος επίδοξος εκδικητής, συνταξιούχος διερμηνέας, θα δεχτεί να γίνει ο εποχούμενος ξεναγός του επί πληρωμή. Τι τους περιμένει στη γωνία;

Η απάντηση έχει δύο σκέλη. Εξωστρεφείς οτοστοπούδες, μασαζάκια, κλοπές, «Τα Παπάκια» σε πίστα bar, μονόκλινα κατ’ ανάγκη, κατανοητικές κόρες, Ουκρανοί επιβιώνοντες και η αδήριτη επανασύνδεση μετά το απαραίτητο καβγαδάκι είναι η σχεδόν ποτέ εκνευριστική αλλά γραφική πλευρά του «εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε» road trip, αυτή τη φορά σε εκδοχή Μεσευρώπης και τρίτης ηλικίας. Εκμυστηρεύσεις για τον σοβιετικό παράγοντα (έξοχα αλληγορικά από τα χείλη του Μέντζελ, ενός από τους κινηματογραφιτζήδες της Άνοιξης της Πράγας), βιντεομαρτυρίες για το θάψιμο ζωντανών παιδιών απ’ την Γκεστάπο σ’ ένα μουσείο, οι με μια schadenfreude στα όρια της λογοτεχνικότητας αντιστικτικές εντυπώσεις τού Herr killer μέσω των επιστολών του, η πανούκλα της Κατοχής και η νευρική ανορεξία ενός οικείου, η υπενθύμιση ότι διακόσιες χιλιάδες γηγενείς υπηρέτησαν τους εισβολείς στην πολιτοφυλακή είναι η όσο αρμόζει βαριά άλλη όψη του νομίσματος με την οποία, όμως, ο Σούλικ περαίνει μάλλον την κάθαρση του συνειδητοποιημένου θεατή παρά την κάθαρση για τα παθήματα των ηρώων του, σε αντίπαλες πλευρές αλλά αμφοτέρων απότοκων μιας εποχής – ανοιχτού τραύματος. Δεν είναι το πορτρετάρισμά τους που πάσχει: ορθά ο κλειστός Άλι δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τον οποιονδήποτε επειδή έχασε πολύ νωρίς στη ζωή το πλέον αυτονόητο, σωστά ο ανοιχτός Γκέοργκ μαζεύεται όσο περισσότερα μαθαίνει για το τι συνέβη τότε. Απλώς, εκτός του couleur locale, περιστατικών παρά habitat, επιπλέον μέρη του αμαξώματος αποδεικνύονται ανά σημεία ανίκανα να σηκώσουν άνετα τα μπαγκάζια τους.

Ο Άλι έχει οικονομικά προβλήματα, λόγος για τον οποίο εν μέρει δέχεται να συνοδεύσει τον Γκέοργκ, αλλά σε μια κρίσιμη περίπτωση εμφανίζεται όχι μόνο να διατηρεί κομπόδεμα αλλά και να ξοδεύει πέραν των δυνατοτήτων του. Το πιανάκι και το βιολοντσελάκι στο OST γεφυρώνουν αντιδημιουργικά λυρικά τα επεισόδια. Οι αντρίκειες (#diplhs) εξομολογήσεις επισυμβαίνουν στρατηγικά σε δόσεις και στάσεις της περιπέτειας (λέμε τώρα…). Η μεταξύ σοβαρού και αστείου αναφώνηση «δεν έχω μπαμπά» ενός τρίτου ορφανού που προκύπτει όψιμα στην πλοκή αδυνατεί να φωτίσει τη βασική εις-το-όνομα-του-πατρός αιχμή τού μ’ ένα κρυμμένο τραύμα κεντροντουέτου. Δίκοπο μαχαίρι, δε, στέκεται η απόπειρα από κοινού των καταστάσεων και του προφιλαρίσματος να παίξουν αμφίσημα με το δούναι και λαβείν του χρήματος που, εκτός της δια των γεννητόρων τους πληγής τού Δευτέρου Παγκοσμίου, είναι το μόνο πράγμα που αρχικά ενώνει τα δύο αρσενικά: η αμοιβή του Άλι ανακαλεί έξυπνα στο ρεβανσιστικό αντίστροφο εκείνη των τότε διακινητών των φυγάδων της διωκόμενης φάρας του, αλλά ταυτόχρονα δίνει ακόμη ένα πάτημα στο αρνητικό στερεότυπο που τη μαρκάρει ως την κατεξοχήν αργυρώνητη μεταξύ των εθνών.

Μη επινοητικός filmer, ο Σούλικ υπολείπεται, αν και όχι αισθητά, επίσης ως οπτικός αφηγητής, με μόνο κάποια αργά ζουμαρίσματα και μια ανυψωτική λήψη με drone να σηκώνουν κεφάλι απ’ την πεπατημένη τού πάντως καθαρού κι επαρκούς σουταρίσματος. Προς υπεράσπισή του, και σχεδόν τολμηρές για τα μέτρα του ιδέες τού βγαίνουν (προσέξτε την ιλαρή σβάστικα στο ποτό, ή το γκαγκ με τις μάσκες – αν δεν είναι clin d’oeil για το «Τόνι Έρντμαν» πρόκειται περί σατανικής διακειμενικής σύμπτωσης) και στα επίπεδα της ιστόρησης δεν κινείται άκαμπτα: κάπως έτσι το στοιχείο του ντοκιμαντέρ φτάνει στο απόγειό του όταν το voice-over για τη σαρδελοποίηση των κουφαριών από τους σφαγείς της Βέρμαχτ σε μια μαγνητοσκοπημένη ανάκληση καρφώνεται σαν μπροστά στα μάτια μας στο μυαλό του σκεπτικού όσο ποτέ Γκέοργκ. Σαρξ της σαρκός αυτού ακριβώς του ευρήματος, η θεαματική ανατροπή που κρύβεται στο φινάλε, όταν τα μονοπάτια των δύο άλλοτε ξένων έχουν ώς όφειλαν διαιρεθεί, για μένα είναι αυτή που επιτέλους επιτελεί στο ακέραιο την αποστολή της επιστεγαστικά, όπως (καμία έκπληξη εδώ) έχει… φυσικά κάνει εκ νέου και ο Σιμόνιτσεκ. Βρήκα τον Μέντζελ όχι ιδανικό, κάπως όπως και το φιλμ. Ας ξαναβγάλω έναν Χράμπαλ απ’ τη βιβλιοθήκη μου να στανιάρω. Αχόι, Μπόχουμιλ…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σίγουρα για τους εντρυφούντες στο chic (πρώην Ανατολικό Μπλοκ), τα issues (Τελική Λύση), το fan club του Σιμόνιτσεκ. Θα αρέσει ωστόσο στους πιο mainstream-άδες, κυρίως τους άνω των -ήντα. Το attention span των κάτω των 20 θα δοκιμαστεί. Οι γυναίκες θα αισθανθούν από λίγο έως αρκετά στην απέξω. Κι αν βλέπετε σκληρή κουλτούρα, θα δυσανασχετήσετε με αρκετά στημένα ή πιασάρικα, υπόψιν.

MORE REVIEWS

Ο ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Ο Moondog είναι ένα αλάνι του Μαϊάμι που έχει σαν μοναδική έγνοια τη μαστούρα και το πιοτί. Κάθε μέρα. Όλο το 24ωρο.

BRIGHTBURN: ΖΩΝΤΑΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Αγνώστου ταυτότητος αντικείμενο πέφτει από τον ουρανό σε στάβλο αγροικίας ζευγαριού που αγωνίζεται να φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Περιέχει μορφή ζωής που μοιάζει με κανονικό μωρό! Το εξωγήινο αγόρι θα μεγαλώσει μαζί τους χωρίς να γνωρίζει το παραμικρό για την προέλευσή του. Ώσπου να εμφανιστούν κάποια περίεργα σημάδια…

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ!

Η Ιβόν, χήρα ενός υψηλόβαθμου αστυνομικού που τιμάται για την ανδρεία του, ανακαλύπτει τυχαία πως ό,τι γνώριζε για τη ζωή του ήταν ένα ψέμα. Ανάμεσα στα πολλά που είχε κάνει ο άντρας της, θα μάθει ότι είχε ενοχοποιήσει κι έναν αθώο για να καλύψει δικά του εγκλήματα. Όταν εκείνος βγει από τη φυλακή, η Ιβόν θα προσπαθήσει να διορθώσει τα πράγματα.

ΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ

Μηχανοδηγός εμπορικής αμαξοστοιχίας βρίσκει σφηνωμένο στη μηχανή του ένα... σουτιέν. Πηγαίνοντας πόρτα πόρτα στη γειτονιά απ’ όπου καθημερινά περνά το δρομολόγιό του, αποφασίζει να βρει με κάθε τρόπο την ιδιοκτήτριά του!

ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΜΟΥ

Μια πρώην εστεμμένη και νυν ξεπεσμένη θα αναγκαστεί να επιστρέψει στη γενέτειρά της προς αναζήτηση εργασίας. Εκεί θα βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο κονσερβοποιίας, σύντομα όμως πρόκειται να βρεθεί βαθιά μπλεγμένη όταν κατά λάθος... σκοτώσει το αφεντικό της!