FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ (2017)

  • ΕΙΔΟΣ: Ιστορικό Δράμα Περιόδου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Παντελής Βούλγαρης
  • ΚΑΣΤ: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κράιλινγκ, Τάσος Δήμας, Αινείας Τσαμάτης, Βασίλης Κουκαλάνι, Λουκάς Κυριαζής, Λευτέρης Λαμπράκης, Μανώλης Ψαρουδάκης, Βασίλης Σύρρος
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου για διακόσιους αντιστασιακούς και κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους Ναζί στην Καισαριανή κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Είναι παράξενοι καιροί. Σε ένα διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, θα βλέπαμε το «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη σαν ένα ιστορικό δράμα της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με κάπως πιο «αποστειρωμένη» ματιά. Θα το βλέπαμε σαν μια απλή ταινία. Σε τούτο το σήμερα, όμως, η κατάληξη του έργου βαραίνει την ψυχή του θεατή, από διαφορετικές σκοπιές και με ενδεχόμενους παραλληλισμούς με… την επικαιρότητα (μοιραία). Πολλαπλούς παραλληλισμούς. Που γίνονται πιο «προσωπικοί» για εμάς. Διότι το έγκλημα, το οποίο καταγράφει το φιλμ, ήταν πραγματικό και διαπράχθηκε σε ελληνική γη το ’44. Ουδείς αμφισβητεί τα γεγονότα αυτά. Και ουδείς μπορεί να βγάλει από το μυαλό του ότι πρόκειται για ανθρώπους που στερήθηκαν τη ζωή, και ως κρατούμενοι / φυλακισμένοι (επί σειρά ετών σε κάποιες περιπτώσεις) και ως θύματα εκτέλεσης κατόπιν. Άνθρωποι που μιλούσαν τη γλώσσα μας, που είχαν οικογένειες, συγγενείς, φίλους, γειτόνους. Συνανθρώπους. Μπορεί κάποιοι από όλους αυτούς να ήταν και δικοί μας πρόγονοι, κάτοικοι Αθηνών ή απλά… Έλληνες. Ήταν δικοί μας. Και αυτό αλλάζει την ψυχολογία του οποιουδήποτε κριτή τούτης της ταινίας, είτε στέκει απέναντί της ως θεατής είτε την αντιμετωπίζει με επιπλέον καλλιτεχνικές απαιτήσεις.

Το «Τελευταίο Σημείωμα» είναι ένα φιλμ που, κατά κάποιον τρόπο, δεν έχει ιστορία. Έχει, όμως, Ιστορία. Και αυτή είναι που του προσθέτει βαρύτητα. Και σε υποβάλλει στο να παρακολουθήσεις τη λιτή γραφή ενός από τους λιγοστούς ικανούς κινηματογραφιστές που έβγαλε αυτός ο τόπος. Από εκείνους που είχαν πλήρη συναίσθηση του τι αντιπροσωπεύει ένα φιλμικό κάδρο γεμάτο από ανθρώπινο ψυχισμό, με σεβασμό σε κάθε επί μέρους δουλειά συνεργάτη / συντελεστή και με καθοδήγηση σωστή έως το υποκριτικό μέρος. Ο Βούλγαρης και η Ιωάννα Καρυστιάνη απέφυγαν την ανάπτυξη μιας κάποιας πλαστής δραματουργίας στο σενάριο, προσθέτοντας κάτι παραπάνω στις ζωές των απλών πολιτών που πέρασαν τις τελευταίες τους μέρες σ’ εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, υπό συνθήκες Κατοχής. Το σενάριο δεν περιλαμβάνει πρωταγωνιστές / ήρωες, πονεμένες υποπλοκές ή ερωτικές ιστορίες που κατέληξαν να καταπνίγονται μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Είναι, βέβαια, μια ένσταση που θα μπορούσε να έχει κανείς, αλλά είναι μια επιλογή η οποία υπηρετείται με ειλικρίνεια από την αφήγηση, καταφέρνοντας να δώσει μεγαλύτερη υπόσταση σε μια μικρή χούφτα ανθρώπων, οι οποίοι θα αποκτήσουν σταδιακά σημασία χαρακτήρα. Εκεί ακριβώς διακρίνεται η λεπτότητα της σεναριακής γραμμής. Και οι ενστάσεις απομακρύνονται από τη σκέψη. Γιατί αρχίζει να πιάνει τόπο στα μέσα σου το έργο. Σταδιακά. Έστω κι ασυναίσθητα.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο Ναπολέων Σουκατζίδης, νεαρός αγωνιστής του λαϊκού κινήματος, κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936, ο οποίος εκτελεί χρέη διερμηνέα για τον Γερμανό Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Η δολοφονική ενέδρα αντιστασιακών κατά του Στρατιωτικού Διοικητή Λακωνίας, σε χαράδρα της περιοχής των Μολάων, προκαλεί ένα domino αντιδράσεων από τους Ναζί κατακτητές, οι οποίοι συνήθιζαν να εκτελούν πενήντα Έλληνες για κάθε δική τους ανθρώπινη απώλεια. Τέσσερις οι νεκροί, διακόσιοι προς εκτέλεση ως αντίποινα. Και ο κλήρος λαχαίνει στο Χαϊδάρι.

Αυτό είναι όλο κι όλο το «Τελευταίο Σημείωμα». Και όλοι μας ξέρουμε το φινάλε του. Μέχρι να φτάσουμε ώς εκεί, όλη αυτή η ζωή και η καθημερινότητα στο στρατόπεδο, αν και ενίοτε εξευτελιστική ή βασανιστική, σε κάνει σχεδόν να ξεχνάς την κατάληξη. Περιμένεις ότι κάποιοι θα επιζήσουν. Αισθάνεσαι αυτή την ανάγκη, να νοιαστείς. Όχι ζορισμένα. Αβίαστα. Κι έρχεται η νύχτα της ανακοίνωσης και καταλαβαίνεις ότι κανένας από αυτούς τους ανθρώπους που άρχισες να συνηθίζεις σαν χαρακτήρες δεν θα βρει τη λευτεριά της υπόλοιπης ζωής που του μένει, μα τη λευτεριά της λύτρωσης μονάχα. Και τα κελιά γλεντούν μια ολονυχτία για τους μελλοθάνατους, που λες και θα γίνουν αθάνατοι. Και φορτίζεται τόσο έντονα η ταινία, που σου έρχεται κόμπος στο λαιμό.

Και βλέπεις τη σύγκρουση και τις διαφορές δύο λαών, καθώς οι άνδρες στήνονται ανά είκοσι μπροστά στο απόσπασμα. Δεν είναι σχηματοποιημένα αυτά που δείχνει το «Τελευταίο Σημείωμα». Η μια πλευρά, του κατακτητή, εξοντώνει στυγερά, ποζάρει για τον φακό μιας κάμερας, αποτελειώνει εκείνους που ξεψυχούν, εγκληματεί γιατί σε αυτό πιστεύει. Η άλλη η πλευρά, απλά, σου υπενθυμίζει ότι έτσι θανατώθηκε κι έτσι γράφει την Ιστορία της. Πατριωτισμός; Ανδρεία; Βουβή απόγνωση μπροστά σε μια μοίρα που δεν αλλάζει; Κοιτάς και σαστίζεις. Κι αν θες να κάνεις κι έναν πιο πολιτικό παραλληλισμό με το σήμερα, ναι, γιατί να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις; Όλα σε τούτον τον πολιτισμό ένα déjà vu είναι. Τα ίδια πράγματα ζούμε, ξανά και ξανά, χωρίς να μαθαίνει κανείς, χωρίς να διαφοροποιεί το παρελθόν προς το καλύτερο. Και εδώ δεν χωρούν ιδεολογίες. Στο χώμα, όλοι ίδιοι κείτονται. Αυτό που πρέπει να θυμούνται οι υπόλοιποι και οι (όποιες) γενιές που θα ακολουθήσουν είναι ότι εκείνα τα χρόνια (που δεν είναι δα και προϊστορικά…) υπήρξε μια φυλή που στ’ αλήθεια αποπειράθηκε να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία στον κόσμο, πατώντας πάνω σε εκατομμύρια πτώματα. Για το φιλμ του Βούλγαρη, διακόσια από αυτά τα θύματα ήταν Έλληνες. Θυμάσαι, λοιπόν, πού ανήκεις; Ποιος είναι ο δικός σου λαός; Ο τόπος σου; Αυτές τις ωφέλιμες απαντήσεις δίνει τούτο το έργο.

Μερικοί από εμάς γεννιούνται άνθρωποι, μένουν άνθρωποι και «φεύγουν» σαν άνθρωποι. Κι αν δεν είναι η πατρίδα το «όχημα», ας είναι μια ιδέα, κάποιος κανόνας ηθικής, η συνείδηση η καθαρή. Όταν βγεις από το σινεμά, ζύγισέ τα όλα αυτά, κάνε την αυτοκριτική σου, ανασκάλισε την Ιστορία, και των μεν και των δε. Και κάνε πως συνεχίζεις να ζεις. Ή κάνε κάτι για να ζήσουν ακόμη περισσότεροι άνθρωποι γύρω σου, κοντά σου, δίπλα σου. Κατοχή έχουμε.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Θα σηκώνεται ο κόσμος όρθιος στα σινεμά και θα χειροκροτεί. Υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή; Crowd-pleaser με ψυχή, από τον τελευταίο των μεγάλων σκηνοθετών μιας γενιάς που άλλαξε σελίδα στο ελληνικό σινεμά, το «Τελευταίο Σημείωμα» ξυπνά μνήμες από το «Happy Day» και τα «Πέτρινα Χρόνια», θα συγκινήσει τις μάζες ως καθαρό, λαϊκό θέαμα, θα συγκλονίσει κάποιους ως υπενθύμιση ενός αποτρόπαιου παρελθόντος, θα προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Σε κάθε περίπτωση, είναι Ιστορία που δεν ξεγράφεται. Θαυμάσια δουλειά συνόλου και επίπεδο παραγωγής που δεν σε κάνει να ντρέπεσαι για αυτό που παρακολουθείς. Θα υπάρξει και μια μερίδα θεατών που θα αισθανθεί «ξένη», που προτιμά να βλέπει Ναζί ήρωες σε παραγωγές της αλλοδαπής και μόνο, λες και επρόκειτο περί μυθοπλαστικού «ευρήματος». Πώς αλλιώς να το πω; Δεν θα αρέσει σε μερικούς… Ευρωπαίους.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.