FreeCinema

Follow us

ΧΕΛΣ ΚΙΤΣΕΝ: ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΣΣΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (2019)

(THE KITCHEN)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άντρια Μπέρλοφ
  • ΚΑΣΤ: Μελίσα ΜακΚάρθι, Τίφανι Χάντις, Ελίζαμπεθ Μος, Ντόνολ Γκλίσον, Μπιλ Καμπ, Κόμον, Τζέιμς Μπατζ Ντέιλ, Μάργκο Μάρτιντεϊλ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Όταν οι gangsters σύζυγοί τους συλλαμβάνονται από την αστυνομία, τρεις γυναίκες αποφασίζουν να πιάσουν τα όπλα και να ηγηθούν του οργανωμένου εγκλήματος ώστε να βγάζουν τα προς το ζην. Η Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ΄70 (και δη η γειτονιά του Χελς Κίτσεν), όμως, δεν είναι παίξε γέλασε.

Θυμίζουν έντονα τις περσινές «Χήρες» τούτες οι «Βασίλισσες του Εγκλήματος» και δυστυχώς όχι μόνο από σεναριακής απόψεως, αλλά και από πλευράς αστοχίας υλικού. Εάν η δραματική περιπέτεια του Στιβ ΜακΚουίν χαντακωνόταν (σε τεράστιο βαθμό) από την επίδειξη δημιουργικής μεγαλομανίας του σκηνοθέτη της, καθώς προσπαθούσε να χωρέσει (με το ζόρι) έγκλημα και πολιτική λες και γύριζε τον γυναικείο «Νονό» (1972) της μαύρης Αμερικής, τούτο το ντεμπούτο πίσω από την κάμερα μιας μέχρι πρότινος σεναριογράφου (με οσκαρική υποψηφιότητα, στη μικρή της έως σήμερα καριέρα, για το εξαιρετικό «Straight Outta Compton» του 2015), πάσχει από κάτι ολίγον διαφορετικό. Μεταφέροντας στην οθόνη ένα comic book series της DC, η Άντρια Μπέρλοφ (που ασφαλώς διατηρεί κι εδώ την ιδιότητα του γραφιά) θεωρεί πως έχει τις βάσεις ώστε να φτιάξει ένα θηλυκό γκανγκστερικό φιλμ σε στυλ Μάρτιν Σκορσέζε. Ως φυσικό επακόλουθο, το σκάφος της βυθίζεται μεσοπέλαγα και με ελάχιστους επιζώντες.

Το ξεκίνημα αφήνει κάποιες υποσχέσεις για ένα mainstream δράμα εγκλήματος, στα συμπαθή έστω επίπεδα ενός «Set It Off» (1996). Οι τρεις κεντρικές ηρωίδες συστήνονται μέσω ενός παράλληλου μοντάζ, αποκαλύπτοντας τις βασικές πτυχές της προσωπικότητάς τους. Η Κάθλιν (ΜακΚάρθι) είναι η τυπική σύζυγος και μητέρα επιφορτισμένη με τις δουλειές του σπιτιού, μην τολμώντας να ορθώσει ανάστημα στις βρωμοδουλειές του αντρός της. Η Ρούμπι (Χάντις) ανέχεται την αλαζονική συμπεριφορά του συζύγου της, νοιώθοντας συχνά σαν τη μύγα μες στο γάλα της irish mob, όντας μαύρη παντρεμένη με λευκό. Η Κλερ (Μος) υπομένει στωικά τα βίαια ξεσπάσματα του στεφανιού της, αφού δεν φαίνεται να έχει το κουράγιο να φύγει μακριά του. Οι τρεις τους, κάπως διστακτικά στην αρχή, αλλά φορτσάροντας δυνατά στη συνέχεια, θα συνασπιστούν ενάντια στην ανδρική κεφαλή της οικογενειακής μαφιόζικης ιρλανδικής οργάνωσης, καθώς αντιλαμβάνονται πως άπαξ του μπουζουριάσματος των δικών τους, αυτοί που πια κάνουν κουμάντο δεν τις δίνουν σημασία καμιά, πόσω μάλλον χρήματα για να την βγάλουν καθαρή στα τρία μοναχικά και δύσκολα χρόνια που έρχονται.

Πιάνουν (μαζί με τα όπλα) τα παραμελημένα από τους πιστολάδες φίλους και συγγενείς τους πόστα που χρίζουν προστασίας, αρχίζουν να μαζεύουν σιγά-σιγά τα δολάρια της πιάτσας, εδραιώνουν τη φήμη τους στα στενά όρια του ιρλανδοκρατούμενου Χελς Κίτσεν, το χρήμα όμως φέρνει συχνά απληστία και όταν είναι ύποπτης προέλευσης, ακόμα περισσότερους μπελάδες. Οι τελευταίοι θα έρθουν τόσο από τον Ιταλιάνο νονό στα πόδια του οποίου μπλέκουν οι τρεις μαντάμ, όσο και από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους που δεν μπορούν να δεχτούν πως έχασαν πριν καν να το καταλάβουν τα ηνία στον υπόκοσμο της περιοχής τους. Βάλτε μέσα σε όλα αυτά και το FBI που παρακολουθεί διακριτικά την εγκληματική δράση των ηρωίδων και το cocktail «μοιάζει» να είναι δυνατό.

Οι ελπίδες γρήγορα αποδεικνύονται φρούδες, μιας και το σενάριο της Μπέρλοφ (από εκεί ξεκινάει όλο το κακό) είναι… παιδικής σύλληψης, αφήνοντας σταθερά τους χαρακτήρες και τις προθέσεις τους να είναι διάτρητες από παντού. Ο Ντόνολ Γκλίσον εμφανίζεται στα ξαφνικά, αναλαμβάνοντας καθήκοντα φύλακα – αγγέλου των τριών κυριών, περιφερόμενος στο υπόλοιπο της ταινίας άνευ ρόλου και αντικειμένου. Η φάση με τους Εβραίους και το συνδικάτο των οικοδόμων προσπαθεί να μπει στα χωράφια της εθνικοπολιτικής ίντριγκας πριν ατάκτως ολοκληρωθεί, η δε μεγάλη κόντρα με τους Ιταλούς συναδέλφους μόνο στα χαρτιά μένει ως τέτοια. Περισσότερο ενδιαφέρον και ουσία έχει το ενδοϊρλανδικό ξεκαθάρισμα και πάνω απ’ όλα οι σχέσεις των γυναικών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τους συζύγους τους, οι οποίοι αντιδρούν στις πρωτοβουλίες που αυτές έχουν αναλάβει, ελάχιστο όμως χρόνο βρίσκουν όλα αυτά ώστε να αναπτυχθούν επαρκώς. Αντ’ αυτών, παρακολουθούμε την άκρως προβλέψιμη (σαν παραμύθι) άνοδο τριών γυναικών (που δεν τις πιάνει το μάτι σου) στην πρωτοκαθεδρία του εγκλήματος, μέσω της τυπικής (και τόσο εύκολης…) μεταστροφής των χαρακτήρων τους σε αδίστακτες φόνισσες που δρουν με πανέξυπνες τακτικές.

Η Μελίσα ΜακΚάρθι στέκει ως πιο πειστική από τις πρωταγωνίστριες, συνεχίζοντας τους δραματικούς της ρόλους (με τον προηγούμενο της για το «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» προτάθηκε για Όσκαρ, κάτι που αποκλείεται να επαναληφθεί εδώ), αλλά εάν υπάρχει κάτι που πραγματικά ξεχωρίζει είναι η σωστή αναπαράσταση της εποχής (κοστούμια, χτενίσματα, χρωματική παλέτα, νεοϋορκέζικο κλίμα, όχι όμως και οι… ανύπαρκτες ιρλανδέζικες προφορές), μαζί με την ατελείωτη παρέλαση disco και rock επιτυχιών της δεκαετίας του ’70, που αφενός «γεμίζουν» τις πολλές σεναριακές τρύπες, αφετέρου φέρνουν τον έντονο σκορσεζικό αέρα που αναφέραμε στην πρώτη παράγραφο. Όσο, όμως, και να προσπαθούν να «ισιώσουν» το πράγμα τα τραγούδια, όταν έρχεται το κοντά στο φινάλε «απρόβλεπτο» twist, όλο το οικοδόμημα καταρρέει μιας και για να εξηγηθούν όλα όσα έχουν πια αλλάξει οπτική ματιά χρειάζεται… άλλη μία ολόκληρη ταινία! Υποθέτω πως η Μπέρλοφ νόμιζε ότι έχει φυλάξει κάτι α λα Κάιζερ Σόζε για το τέλος, εμένα όμως εκείνη την άγευστη «Ληστεία του Αιώνα» (2018) μου έφερε περισσότερο στο μυαλό.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Χαμένη ευκαιρία για ένα ψυχαγωγικό φιλμ πλατιάς κατανάλωσης με πιστολίδια, μαφιόζους, οικογενειακά δράματα και ανατροπές. Παντελής έλλειψη χιούμορ, ουρανοκατέβατες λύσεις και χάρτινοι χαρακτήρες, πλάι σε ένα αναγνωρίσιμο (αν και όχι πρώτης γραμμής) καστ. Το τηλεοπτικής λογικής και κατανάλωσης κοινό δεν θα δει κάτι το τόσο ασυνήθιστο και έξω από τα νερά του. Οι υπόλοιποι, δύσκολα θα καταλάβουν από που κι ως που τούτες οι τρεις θεωρούνται «Βασίλισσες».

MORE REVIEWS

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΗΛΙΟ

Μία συμμορία ληστεύει το τρένο που μεταφέρει τον Ιάπωνα πρέσβη. Ανάμεσα στη λεία βρίσκεται και ένα σπάνιο ξίφος, δώρο της Ιαπωνίας προς τον Πρόεδρο Γκραντ. Ο αρχηγός της συμμορίας, προδομένος από τον συνεργάτη του, θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τον σωματοφύλακα του πρέσβη ώστε να βρεθεί το ξίφος.

ΤΣΑΪ ΜΕ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ

Τέσσερις φίλες, τρεις 84χρονες και μια 89χρονη, συναντιούνται στο σπίτι της μίας εξ αυτών στην βρετανική εξοχή και συζητούν, αναπολούν, γελούν και συγκινούνται. Απλά, δεν πρόκειται για τέσσερις κοινές ηλικιωμένες φίλες, αλλά για τα «χρυσά κορίτσια» της βρετανικής (και παγκόσμιας) υποκριτικής!

Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ

Άρτι παραιτηθείς από την General Motors, ο Τζον ΝτεΛόριαν ανοίγει τα φτερά της δικής του εταιρείας σχεδιάζοντας το αυτοκίνητο των ονείρων του. Το project είναι ακριβό, τα χρήματα δεν φτάνουν, όμως για καλή του τύχη ο νέος του γείτονας είναι πιλότος με άκρες στην Κολομβία. Ή μήπως η τύχη του δεν είναι και τόσο καλή; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΝΕΟΙ

Στη μεταδιδακτορική Χιλή, παρέα οικογενειών ζει στην απομονωμένη φύση των πρόποδων των Άνδεων. Γονείς και παιδιά ετοιμάζονται για την μεγάλη πρωτοχρονιάτικη γιορτή, αν και για τα δεύτερα, μεγαλύτερη σημασία έχει το τέλος της εποχής της αθωότητάς τους.

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ

Γηραιός απατεωνίσκος μεταμφιέζεται σε ηλικιωμένη γυναίκα και για σκοπούς που έχουν να κάνουν με ένα πολύτιμο αντικείμενο το οποίο μοναχική εκδότρια βιβλίων έχει στην κατοχή της, πιάνει το γειτονικό της διαμέρισμα. Εκείνη στην αρχή θα συμπαθήσει την εκκεντρική γιαγιούλα, σύντομα όμως θα προκύψουν (τι άλλο…) παρεξηγήσεις.