FreeCinema

Follow us

ΑΡΧΗΓΟΣ ΑΠΟ ΚΟΥΝΙΑ (2017)

(THE BOSS BABY)

  • ΕΙΔΟΣ: Animation
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τομ ΜακΓκραθ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Ο άρτι αφιχθείς αδελφούλης ενός ευτυχισμένου με mom και dad μπόμπιρα (που τρέχει ο λογισμός του) του κάνει μεγάλα σχέδια, το project που έχει αναλάβει όμως ίσως σώσει το είδος μας. Μαζί (κάνουν και χώρια δεν) μπορούν;

Μια φορά κι έναν καιρό (εντάξει, το 2010, τότε ήρθε στον κόσμο) ήταν ένα ολιγοσέλιδο εικονογραφημένο παραμύθι της Μάρλα Φρέιζι. Αυτό διεκτραγωδούσε χαριτωμένα την κουραστική δουλειά πλήρους απασχόλησης του να είσαι γονιός νιάνιαρου, σκλάβος του modus vivendi ενός αυταρχικά προϊσταμένου, ωσάν με εξαντλητικό business plan, στη ζωή σου ανθρωπακίου που ωστόσο λατρεύεις. Το βιβλιαράκι με τις νερομπογιές, όμως, εξαγοράστηκε από τον γίγαντα της DreamWorks και ανατέθηκε στον διευθύνοντα σύμβουλο του «Μεγαλοφυής». Αυτός έστρωσε στη CGI φάμπρικα πρώτα ένα επιτελείο από ψηφιομπογιατζήδες. Μετά, στη… γραφική εργασία, έναν μυθοπλάστη τού «Austin Powers» που μόνη προϋπηρεσία στο κινούμενο σχέδιο είχε ως σεναριακός μερεμετατζής στο «Ο Κος Πίμποντι & ο Σέρμαν». Τι είναι το προϊοντικό βλαστάρι τους το οποίο αγκάλιασε ήδη η αμερικανική ενηλικοανήλικη αγορά, κακομαθημένη πια στις πάσης φύσης οθόνες εκτός της παραδοσιακής μεγάλης;

Το «Κοίτα Ποιος Μιλάει» με το λογάδικο στοματάκι του στο πιο power suited. Το «Πελαργοί» με το logistics λοχείας στοργικό storkικό σπιτικό του χωρίς τα πετούμενα. Το «Μπαμπούλας Α.Ε.» με τον πίσω απ’ την πλάτη των ανίδεων κηδεμόνων τσακωμό του θαλπωρής σύμπαντός μας μ’ ένα υπεραισθητό έτερο να πρέπει να εκμαιεύσει, κόντρα στο σκιαχτικό κακό (εν προκειμένω τα… κουταβάκια, ως κλέφτες του 100% της ανθρώπινης στοργής και ως το σε βαθμό ψυχασθένειας ενός εταιρειάρχη απειλητικά αποτελεσματικότερο ever αθέσπιστο μέτρο ελέγχου των κυήσεων), ένα μπουσούλημα ώς την αγάπη. Και στο βάθος χρόνου του γενεαλογικού δέντρου όλων, επί ώρα οι Σιλβέστερ vs Τουίτι του Φριτς Φρέλενγκ, εδώ ομόαιμοι αγορίνες, ένας επτάχρονος κι ένας… σκάρτα χρονισμένος. Όλ’ αυτά μαζί πώς να μη μεγαλώσουν μεγαλώσουν γερά αλλά ανισόρροπα παιδιά; ΟK, ένα προς το παρόν – αλλά αν μετά το «Άχου το!» του κοινού υπάρξουν κι άλλοι απόγονοι, οι σπορείς του θα πρέπει να βάλουν μπροστά για κάτι καταρχήν περισσότερο καθαρό στα γενετικά του χαρακτηριστικά, που εν συνεχεία θα αναθρέψουν με πολύ πιο αγνά υλικά κι έτσι ώστε να μη χαλάει τον κόσμο με τόσα αλλοπρόσαλλα ουά.

Το πρώτο βαβά είναι στη χερούκλα των κασκαντών (την οποία έχει βγάλει από τον κόλπο τής αναδρομικής αφήγησης off η καλπάζουσα φαντασία του πρωτότοκου ήρωα) που θέλουν την πρώιμα τριμελή φαμίλια να μετατρέπει κάθε συνηθισμένη δραστηριότητά της σε extravaganza προς διασκέδαση του κανακάρη, καθώς τα genre sketch στα οποία ασκείται υπερκινητικά το ποντίκι των animators, από το πειρατικό μέχρι το sci-fi, μοιάζουν εξιμπισιονιστικά αδικαίωτα στον εν ριπή οφθαλμού βίο τους. Έπεται το τύπου bespoke γκροτέσκο επίκεντρο του ουρανοκατέβατου (κυριολεκτικά, τη μια στιγμή είναι… γεννημένος CEO, η εκλεκτή απόκλιση στο ουτοπικό κέντρο διαλογής βρεφών το οποίο η ταινία ψυχανεμίζεται ως ανεμογκάστρι που δεν φτάνει στο μικρό δαχτυλάκι του «Τα Μυαλά που Κουβαλάς», και την άλλη φερτός με καμάρι στην οικία την οποία μέλλεται να διαψεντέψει ως κάτι μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Άντρα με τα Μαύρα, σε mini size) νέου χαϊδεμένου, που όχι μόνο υπεξαιρεί το ενδιαφέρον τού πέρα βρέχει για την ανοίκεια διαφορετικότητα του μπέμπη αντρόγυνου εις βάρος του μεγάλου γιου αλλά και κρυφά τον αλαλιάζει: τόσο η ιδέα όσο και η… εκτέλεσή της γίνονται αμέσως η προς άγραν της προσοχής τού (πόσων χρόνων, όμως;) θεατή sui generis κουδουνίστρα στα χέρια της μυθοπλασίας που, εκτός του ότι κάνει κούνια μπέλα ένα gimmick στη δίκην παρκακίου κοσμάρα του, αρχίζει και να πηγαινοφέρνει μπίλιες στον παλιοάβακα των καταστάσεων και των ιντρίγκων.

Η «ο νέος είν’ ωραίος μα ο παλιός είναι αλλιώς» κόντρα ανάμεσα στον IQ & πρακτικών manager μουλωχτό σαλιάρη και τον ριγμένο πιτσιρικά στην εστία και ακολούθως η συνθηκολόγηση και η συμμαχία τους προς όφελος της υψηλής αποστολής τού μαλαγάνα βενιαμίν, να ματαιώσει τις καταχθόνιες βλέψεις ενός Dr. Evil με πιόνια σκυλολόι σε έκθεση κατοικιδίων στο Λας Βέγκας (χώσε και κάτι Έλβις και κάποια ακόμα κουτσούβελα), γίνονται έτσι ένα σε μορφή ταινίας παιχνίδι με τα λούτρινα και τη δαγκάνα με θύμα μόνο τον πολύ απονήρευτο πελάτη, τον οποίο ωστόσο η πρωτοβάθμιά του εκπαίδευση στα της… ζωής θα τιμωρήσει με αρκετές στιγμές αδαημοσύνης στα πιο γκάου αστεϊστικά της στράτας στρατούλας. Για τον πιο συγκαμένο της Έβδομης Τέχνης συνοδό του, εφόσον μπορέσει να αγνοήσει και την εδώ παραμέληση της μαμάς και του μπαμπά ως περσόνων (προσέξτε τη σκηνή όπου κλείνονται θα δείτε πού στην κορύφωση της περιπέτειας, δε νοιάζεσαι ποσώς), η καλαθούνα των διακειμενικών αναφορών χωράει οπτικά ή σε ατάκες από ένα ρολόι – κούκο Γκάνταλφ μέχρι το «Οικόπεδα με Θέα» μέσω του Ιντιάνα Τζόουνς. Μάταια: το «Blackbird» των Beatles αντηχεί ως leitmotiv υιοθεσία, ακόμη περισσότερο στα ελληνικά, και πουδράρισμα του χιούμορ επιτυγχάνεται πραγματικά μόνο αραιά, κυρίως όταν και η πάνα – βρακάκι του timing είναι ακριβώς στα μέτρα τού πωπουδάκου ενός ροδαλά φρέσκου γκαγκ σχετιζόμενου σχεδόν πάντα με τη νηπιακή συμπεριφορά, όπως π.χ. της πιπίλας – μυστικής σύσκεψης για δύο.

Το σκίτσο technoποιεί ικανά, δεν θα κάνεις ούτε στιγμή νανάκια, υπάρχει ακόμη και μια συναισθηματική ύστερη τροπή απωθημένης αποθυμιάς που ψάχνει ακουμπητικά τον μαστό της Pixar. Αλλά από μπιμπερό εποχής Looney Tunes δεν γίνεται να θηλάσεις τόσο πειραγμένη φόρμουλα, και να τη δοκιμάσουν και οι γέροι σου χωρίς να καούν. Μην το ξεχάσω, το converted 3D και να το φτύσεις (όχι για να μην το ματιάσεις) δεν έγινε τίποτα, ενώ και το εγχώριο αγκού μυρίζει μεταγλωττισίλα στην περίπτωση του βυζανιάρικου καμπόσου, που η πρωτότυπη εκδοχή έχει εμπιστευθεί στη φωνούλα τού Άλεκ Μπόλντουιν. Πάλι να τα κάνω πάνω μου σε μικιμάου; Ζε σέλω…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η περπατούρα κάνει τη δουλειά της αλλά η αλλαξιέρα είναι φευγάτη πατέντα κι όταν το ντύνεις και με μεταχειρισμένες φορμίτσες, ε, θα σου πέσει. Δεν πάει σκαστό το σκασμένο αλλά δεν ησυχάζει στην κούνια του. Καταλάβατε ποιοι είστε καλεσμένοι στα βαφτίσια, ξηλωθείτε.

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.