FreeCinema

Follow us

Ο ΑΡΧΙΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ (2016)

(RADIN!)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρεντ Καβαγέ
  • ΚΑΣΤ: Ντανί Μπουν, Λοράνς Αρνέ, Νοεμί Σμιντ, Πατρίκ Ριντρεμόν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21 / SEVEN FILMS

Δάσκαλος βιολιού και ταυτόχρονα μέλος ορχήστρας, έχει ένα μικρό μειονέκτημα: καρφώνει τη δεκάρα στο ταβάνι! Όταν, όμως, ανακαλύπτει πως είναι πατέρας έφηβης πια κόρης, η ζωή του παίρνει μια στροφή που δεν τη φανταζόταν.

Αφού είδαμε τα δεύτερα ονόματα της μαρκίζας, από τον Πιερ Ρισάρ («Ένα Προφίλ για Δύο») μέχρι την Καρίν Βιάρ («Μαμά Ξανά»), ήρθε η ώρα (πάνω που πιάνουν οι καλές ζέστες) για το βαρύ πυροβολικό της σύγχρονης γαλλικής κωμωδίας: κυρίες και κύριοι, ας υποδεχτούμε τον Ντανί Μπουν. Εισπρακτικό φαινόμενο στην πατρίδα του, με το «Είναι Τρελοί Αυτοί οι Βόρειοι» (2008) να σπάει το απλησίαστο επί χρόνια ρεκόρ θεατών που είχε έως τότε η «Ασύλληπτη Απόδραση» (1966), με πάνω από είκοσι εκατομμύρια εισιτήρια. Ετούτο εδώ, το έχουν ήδη δει τρεισήμισι εκατομμύρια συμπατριώτες του, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος μεν, που δεν σημαίνει ότι πρέπει να τρέξετε στα θερινά σινεμά για να το «απολαύσετε» δε.

Δεν είναι κακός κωμικός ο Μπουν (με την καριέρα του να ξεκινά από stand-up comedy σκηνές). Έχει παγιδευτεί, όμως, στην καρικατουρίστικη επανάληψη της ίδιας μούτας, η οποία σε συνδυασμό με μια υποφώσκουσα ματαιοδοξία, που τον κάνει συχνά-πυκνά όχι μόνο να πρωταγωνιστεί αλλά και να σκηνοθετεί και να γράφει τα σενάρια των ταινιών του, τον έχει μετατρέψει σε συνώνυμο της γαλλικής μπαλαφάρας. Διόλου τυχαία, όταν δοκίμασε να παίξει σε κάτι διαφορετικό, στο περσινό «Οιδιπόδειο αλά Γαλλικά», το κωμικό πρόσημο ήταν μάλλον θετικό. Εδώ συνεχίζει από εκεί ακριβώς που σταμάτησε το αμέσως προηγούμενο, εντελώς δικό του φιλμ, ο «Σουπερχόνδριος», με τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτό και τον «Αρχιτσιγκούνη» να μην περιορίζονται στον τίτλο, δυστυχώς.

Το πρώτο… τρίλεπτο του φιλμ εκπλήσσει (και παραπλανά ταυτόχρονα), καθώς με τη βοήθεια ενός γρήγορου μοντάζ, αλλά και μερικών έξυπνα στημένων σκηνών, παρακολουθούμε την δια μέσου των ετών κλιμάκωση της τσιγκουνιάς του κεντρικού ήρωα, με αφετηρία τη στιγμή που βρισκόταν ακόμα στην κοιλιά της μάνας του! Τον συναντάμε ξανά χρόνια μετά, δάσκαλο βιολιού, όχι μόνο να μην έχει ξεχάσει την περιβόητη καρμιριά του, αλλά να την έχει ανεβάσει σε απείρως ανώτερα επίπεδα. Υπολογίζει ο ίδιος το κόστος των αγορών τού supermarket με το κομπιουτεράκι που κουβαλάει μαζί του, ενώ έχει σαν άτυπο ψυχαναλυτή του τον Διευθυντή της τράπεζας στην οποία διατηρεί τον παχυλό λογαριασμό του. Η δε ψύχωσή του με τον διακόπτη των φώτων είναι παροιμιώδης (για τους Γάλλους μοναχά, όμως, αφού εμείς έχουμε υπόψη μας το ασύγκριτα καλύτερο «Ένα Βότσαλο στη Λίμνη», με τον Βασίλη Λογοθετίδη να πλάθει έναν καλόκαρδο σφιχτοχέρη, που ο Μπουν δεν θα μπορούσε να δει ούτε στον ύπνο του…).

Η τυπική τσιγκούνικη καθημερινότητά του θα διαταραχθεί από την άφιξη μιας νεαρής μουσικού στην ορχήστρα της οποίας είναι μέλος. Εκείνη τον ερωτεύεται (προς επίρρωση της ματαιοδοξίας για την οποία μιλούσαμε προηγουμένως, καθώς ο Μπουν είναι σχεδόν πάντοτε ο γκόμενος στις ταινίες του!), αλλά η μεγάλη ανατροπή στη ζωή του θα προκληθεί με τον ερχομό μιας κόρης στην οικία του, προσώπου που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχει σε τούτον τον κόσμο. Η πρώτη από τις δύο αφίξεις θα οδηγήσει την υπόθεση της ταινίας σε μονοπάτια που ο καθένας μπορεί να φανταστεί (και σίγουρα στερούνται χιούμορ), προσφέροντας, έστω, την πιο αστεία σκηνή του φιλμ, με την α λα θρίλερ πληρωμή λογαριασμού σε πανάκριβο εστιατόριο. Η δεύτερη, αντιθέτως, οδηγεί την πλοκή σε δρόμους που ουδείς μπορεί να φανταστεί, καθώς τα όσα γίνονται είναι απλά αδιανόητα. Για να μην χαλάσουμε την έκπληξη του… «twist», απλά να αναφέρουμε πως η κόρη θεωρεί τον πατέρα της μέγα ευεργέτη, ο οποίος κάνει αιματηρές οικονομίες προκειμένου να παρέχει τροφή και στέγη σε ορφανά του Μεξικού, με την ίδια να προσδοκά κάτι από αυτόν, ένεκα της φιλευσπλαχνίας του!

Απορίας άξιον είναι τι δουλειά έχει εδώ ο σκηνοθέτης Φρεντ Καβαγέ (που έχει βάλει το χέρι του και στο σενάριο, μάλιστα), ο οποίος ειδικευόταν μέχρι σήμερα στα αστυνομικά θρίλερ, έχοντας παρουσιάσει μια σειρά από καλές ταινίες για το genre, με το εξαιρετικό «Όλα για Εκείνη» (2008) να τυγχάνει αμερικάνικου remake υπό τον τίτλο «Οι Επόμενες Τρεις Μέρες» (2010), με πρωταγωνιστή τον Ράσελ Κρόου. Το να συμβεί κάτι παρόμοιο με τον «Αρχιτσιγκούνη» του, κινείται στη σφαίρα της πιο αχαλίνωτης φαντασίας.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αισθανόμαστε πως κάπου οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, επαναλαμβάνοντας συνεχώς τα ίδια για τον συνδυασμό ελληνικού κινηματογραφικού καλοκαιριού και γαλλικής κομεντί. Απλά, ας πούμε πως εάν… τσιγκουνευόσασταν να πληρώσετε το αντίτιμο του εισιτηρίου για τούτο εδώ, δεν θα σας κακολογούσαμε.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.

MR KLEIN

MR KLEIN

Γαλλική «κωμωδία» που θα έκανε τον Τσιβιλίκα να ξερογλείφει τα δάχτυλά του για να το ανέβαζε στο θέατρο. Επειδή μας έχει… τελειώσει, όμως, σκέψου το με Σεφερλή. Ούτε τζάμπα ή με «κερασμένο» εισιτήριο!