FreeCinema

Follow us

ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ; 2 (2019)

(QU’EST-CE QU’ON A ENCORE FAIT AU BON DIEU?)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φιλίπ ντε Σοβερόν
  • ΚΑΣΤ: Κριστιάν Κλαβιέ, Σαντάλ Λομπί, Αρί Αμπιτάν, Ελοντί Φοντάν, Νουμ Νταγουαρά, Μεντί Σαντούν, Φρεντερίκ Τσάου, Εμιλί Καέν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Μπουχτισμένοι από τη ζωή στη Γαλλία, οι τέσσερις γαμπροί της οικογένειας Βερνέιγ αποφασίζουν να την κάνουν συν γυναιξί και τέκνοις για έξω. Τα πεθερικά τους, όμως, δεν θα κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια.

Ήταν ένας Κινέζος, ένας Εβραίος, ένας Άραβας κι ένας Αφρικανός. Δεν έμπαιναν σε ένα bar όπως θα συνέβαινε σε κάθε ανέκδοτο που θα σεβόταν τον εαυτό του, αλλά ως γαμπροί μπούκαραν, προς κακή τύχη του bourgeois Κλοντ Βερνέιγ, στην πολυτελή του έπαυλη στην κοιλάδα του Λίγηρα. Έλεγαν αστεία εν είδει punchline καυτηριάζοντας τον λανθάνοντα λεπενισμό της Γαλλίας του σήμερα, παρουσιάζοντας παράλληλα μια φάρσα φυλετικών στερεοτύπων, ενίοτε επιτυχημένη μέσα στον comme il faut χαρακτήρα της, που αν μη τι άλλο έπιασε τον σφυγμό του ντόπιου κοινού (και όχι μόνον), σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στο box-office (σχεδόν 13.000.0000 θεατές εντός γαλλικών συνόρων).

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, το σουξέ του «Θεέ μου, Τι σου Κάναμε;» (2014) λειτούργησε σαν μία ευχή, αλλά και… δύο κατάρες. Η ευχή ήταν πως δούλεψαν τότε τα θερινά σινεμά, υποδεχόμενα μια μάλλον ανέλπιστη εμπορική επιτυχία, πολύ μεγάλου μάλιστα μεγέθους (συγκριτικά). Από την άλλη, όμως, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την επέλαση μια σειράς ευρωπαϊκών «καλοκαιρινών» κωμωδιών στις οποίες οι διανομείς κότσαραν μπροστά ένα «Θεέ μου…», μπας και κάποιος αμέριμνος θεατής «τσιμπήσει», ενώ παράλληλα έκανε άπαντες να ψάχνουν την επόμενη γαλλικουργιά που θα πλησίαζε να κόψει τα εισιτήρια εκείνης, με αποτέλεσμα να πήξουμε στις γαλλόφωνες, πλην όμως προερχόμενες από τον πάτο του βαρελιού της tricolore κινηματογραφικής παραγωγής κομεντί. Ελπίζουμε η έλευση τούτου του κανονικού sequel του προ πενταετίας Αγίου Δισκοπότηρου του ελληνικού κινηματογραφικού καλοκαιριού να βάλει φρένο στην ακολουθούμενη τακτική, καθώς επιτέλους βρέθηκε (με τον πλέον επίσημο τρόπο) το… νέο «Θεέ μου, Τι σου Κάναμε;» (θα αποφευχθεί το σεξιστικό χιούμορ εδώ…).

Σύσσωμο το καστ του original φιλμ επανακάμπτει στους γνωστούς ρόλους του, μαζί φυσικά με τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Φιλίπ ντε Σοβερόν (άλλη σταθερή αξία της ντόπιας θερινής σεζόν αυτός) και τον συνεργάτη του, γραφιά Γκι Λοράν. Σε τούτη τη répétition του ίδιου ανέκδοτου, το ζεύγος Βερνέιγ δείχνει να έχει αποδεχτεί τους γάμους των τεσσάρων κοριτσιών του με τους αντίστοιχους εμιγκρέδες. Το πρόβλημα τώρα μετατίθεται στο καρέ των γαμπρών, οι οποίοι αρχίζουν να νιώθουν άβολα στη Γαλλία, καθώς θεωρούν πως η χώρα λόγω συντηρητισμού και ξενοφοβίας δεν μπορεί να καλύψει τις φιλοδοξίες τους. Kαθείς εξ αυτών επιθυμεί έτσι να επιστρέψει οικογενειακώς και για διαφορετικούς λόγους πίσω στην πατρίδα, με μόνο τον Ιβοριανό της παρέας να επιλέγει ως τόπο νέας του κατοικίας τη… Βομβάη, καθώς διακαής του (σουρεάλ) πόθος είναι να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού σε παραγωγές Bollywood! Ο πατήρ φαμίλιας Κλοντ μαζί με τη σύζυγό του Μαρί, φυσικά, δεν θέλουν με τίποτα να αποχωριστούν τα κορίτσια τους, έτσι συλλαμβάνουν μοχθηρό σχέδιο ώστε να πείσουν τους απηυδισμένους από το παραμύθι του τρίπτυχου «Liberté, Égalité, Fraternité» άνδρες πως σαν τη Γαλλία… δεν έχει, αφού αυτή είναι η πιο όμορφη, η πιο σπουδαία (προσθέστε κι ό,τι άλλο ανάλογο έχετε ευχαρίστηση) χώρα του κόσμου.

Το κωμικό στοιχείο εκ νέου προσπαθεί να προκύψει μέσω των κοινότοπων αστείων ενδημικής ξενοφοβίας και ρατσισμού (χτυπώντας ειδικά την προσήλωση των Εβραίων στο επιχειρηματικό κέρδος), με νέα είσοδο στο ανεκδοτολογικής υφής στόρι την ένθεση Αφγανού κηπουρού που αναλαμβάνει τη φροντίδα των κήπων του ζεύγους Βερνέιγ (και, επειδή είναι Αφγανός, φυσικά περνιέται για τρομοκράτης!) και τον επικείμενο λεσβιακό γάμο της κόρης τού παλαιών αρχών Ιβοριανού συμπέθερου, που θα φέρει την έγχρωμη αφρικανική οικογένεια προ σειράς ευτράπελων παρεξηγήσεων (αλίμονο). Το θέμα, όμως, είναι πως τούτη τη δεύτερη φόρα το χιουμοριστικό timing ουδέποτε βρίσκει τον στόχο του, μιας και η παρέλαση των κάθε λογής εθνολογικών κλισέ (με τα οποία εδώ που τα λέμε όλοι μας κάποια φορά έχουμε έστω χαζογελάσει) εδώ μοιάζει με άνοστη και ξαναζεσταμένη σούπα.

Το masterplan «σαν τη Γαλλία, πουθενά» που σκαρφίζεται ο μεσιέ Βερνέιγ, σκοντάφτει στην επανάληψη ενός μοτίβου που πέραν της μη (οποιασδήποτε) επικοινωνίας με τη σύγχρονη, θλιβερή πραγματικότητα της χώρας του σκοντάφτει στην εν πολλοίς τουριστική ανάδειξη της ομορφιάς της γαλλικής επαρχίας, καθώς και στη φαρσική υπερβολή, με έναν μηδαμινά διασκεδαστικό τρόπο (αν και η ατάκα που ακούγεται περί νέου Ντεπαρντιέ δεν είναι κι άσχημη). Ο Κριστιάν Κλαβιέ συνεχίζει (και πια δεν κερδίζει…) το χαρακτηριστικό «λουιντεφινεσικό» του παίξιμο, που ούτε σαν καρικατούρα μπορεί να εκληφθεί σήμερα, μιας και οι ρατσιστικές τάσεις τού χαρακτήρα του βγαίνουν εδώ με έναν βαριεστημένα ρουτινιάρικο τρόπο. Διόλου τυχαία, είναι το καρέ των γαμπρών που στέκει ως η ουσιαστική πρωταγωνιστική δύναμη του φιλμ (με τον Εβραίο Νταβίντ του βουτηγμένου στη μούτα Αρί Αμπιτάν σε πρώτο πλάνο), ακόμη κι έτσι όμως, όσο ορεξάτοι και να δείχνουν οι τέσσερις ξενοφερμένοι Γάλλοι, με ένα τέτοιο σενάριο – συρραφή (που σαν κερασάκι στην τούρτα φέρει τον κιτσάτο ομοφυλοφιλικό γάμο του φινάλε) και μια παραγωγή αισθητικής ελληνικής βιντεοταινίας, σε ελάχιστα μπορεί να ελπίζει κανείς. Θεέ μου, λέτε όλο αυτό κάπου εδώ να τελειώνει;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η ίδια (σε γενικές γραμμές) συνταγή με το original «Θεέ μου…», στο κατά πολύ πιο ανέμπνευστο και αρπακολατζίδικο. Ελάχιστη… έως καμία διαφορά στον δείκτη χιούμορ κρύβει τούτο, σε σχέση με άλλες λιγότερο αναμενόμενες γαλλικουργιές των τελευταίων ετών (ενδεικτική περίπτωση το προπέρσινο «Βρε Καλώς τους!», των ίδιων… εκτελεστών), οπότε σε περίπτωση που έχεις δει κάποιες από δαύτες, γνωρίζεις σε τι μήκος κύματος κινείται κι αυτό. Εάν, πάλι, περίμενες με αδημονία εδώ και πέντε χρόνια τούτη τη στιγμή, μάρτυς μου ο Θεός ο ίδιος, δεν βλέπω τον τρόπο που θα σε κάνει να μην κόψεις εισιτήριο.

MORE REVIEWS

Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Single mother που μοχθεί για τα προς το ζην χαρίζει στον 13χρονο υιό της μία κούκλα για τα γενέθλιά του. Την αποκαλούν Buddi και είναι προγραμματισμένη να στέκεται δίπλα του ως ο καλύτερος φίλος του… μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος!

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΜΟΥ

Κακότροπος καλλιτέχνης καταστρέφει κάθε προσπάθεια του γκαλερίστα και κολλητού του φίλου να σώσει την καριέρα του. Ο ξαφνικός του θάνατος θα εκτοξεύσει τις τιμές των έργων του, αλλά σύντομα θα αποκαλυφθεί μια μεγάλη ανατροπή.

ΤΕΝΤ ΜΠΑΝΤΙ, ΕΝΑΣ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Μια νεαρή εργαζόμενη μητέρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν γοητευτικό, χαμογελαστό νεαρό άνδρα, την ίδια εποχή που μια σειρά σοκαριστικών βιασμών και δολοφονιών γυναικών βγαίνει στην επιφάνεια. Οι αρχές (αλλά και η κοπέλα) αρχίζουν να υποψιάζονται τον σύντροφό της. Το όνομά του είναι Τεντ Μπάντι...

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΡΝΤΟΥ

Καθόλα αξιοσέβαστος κύριος, βαριά χτυπημένος από το οικονομικό κραχ στην προπολεμική Γαλλία, βρίσκει έναν εξεζητημένο τρόπο επιβίωσης γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Παντρεύεται και εν συνεχεία δολοφονεί πλούσιες γυναίκες! Η δουλειά πηγαίνει ρολόι, όλα τα ωραία, όμως, έχουν ένα τέλος.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

O Ιταλός δημιουργός Νάνι Μορέτι σκηνοθετεί τον εαυτό του σε μια σειρά από περιπέτειες, καταγράφοντας τις γειτονιές της Ρώμης, αναζητώντας (μάταια) ηρεμία και έμπνευση στις Αιολίδες νήσους, όσο και απαντήσεις για την προσωπική του υγεία.