FreeCinema

Follow us

ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ (2015)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Περιόδου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μανούσος Μανουσάκης
  • ΚΑΣΤ: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Χάρης Φραγκούλης, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Βασιλική Τρουφάκου, Γιάννης Στάνκογλου, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Λάκης Κομνηνός, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Μαρία Καβουκίδου, Μιχάλης Αεράκης, Γιάννης Αϊβάζης, Ξανθή Γεωργίου, Θοδωρής Αντωνιάδης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Αγόρι συναντά κορίτσι. Στη Θεσσαλονίκη του ’42. Εκείνη είναι Εβραία. Και στο φόντο, ο Βασίλης Τσιτσάνης συνθέτει μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια.

Δεν έχω πρόβλημα με το να υπάρχει ένα «λαϊκό» σινεμά στην Ελλάδα. Είναι ένα απαραίτητο κομμάτι (αν μπορούμε να μιλάμε) για την ελληνική παραγωγή και την κινηματογραφική βιομηχανία. Το «Ουζερί Τσιτσάνης» δεν προσβάλλει τη βαθύτερη έννοια αυτού του «λαϊκού» σινεμά. Αλλά είναι μια πραγματικά κακή ταινία, ειδικά για το είδος του δράματος περιόδου. Και αυτό δεν είναι κακία από μέρους μου. Απλά, είναι μια ειλικρινής δήλωση, σε μια εποχή που το «για ελληνική ταινία…» πρέπει κάπως να σταματήσει να υφίσταται, να ανακυκλώνεται και να αναπαράγεται διαρκώς. Γιατί αυτή η ατάκα, πια, προσβάλλει κάποιους σκηνοθέτες οι οποίοι κάνουν πραγματικά αξιόλογο σινεμά σήμερα στη χώρα μας (έως και έξω από αυτήν…). Το να «χαϊδολογάμε» δημοσιοσχετίστικα το κακό σινεμά, δεν πρόκειται να βελτιώσει τίποτα και κανέναν σε τούτη τη χώρα.

Αρχικά, ας σταματήσουν να γυρίζουν ταινίες περιόδου στην Ελλάδα! Είναι τόσο φτωχές ως εικόνα, που μοιάζουν περισσότερο με κακό ανέκδοτο (πριν καν φτάσουμε στο «επικό» τελευταίο καρέ του φιλμ). Μηδενική ατμόσφαιρα και ανασύσταση εποχής, σεκάνς «αιχμάλωτες» σε τέσσερις τοίχους διαρκώς, κοντινά ή μεσαία σε ομιλούντα κεφάλια, εξωτερικές λήψεις σε απογκρεμίδια περιορισμένων μέτρων. Για ποια Θεσσαλονίκη του ’40 μιλάει τούτο το έργο; Αφού δεν την βλέπουμε ποτέ! Ακόμη και η μια από τις δύο σκηνές πλήθους του «Ουζερί Τσιτσάνης»… φωνάζει ψηφιακό εφέ! Εάν δεν έχεις τα μέσα, την τεχνογνωσία ή το υπέρογκο κόστος που αρμόζει σε τέτοια παραγωγή, άφησέ το στο ευπώλητο ανάγνωσμα το ρημάδι ή κάνε μια σειρά… «στο πόδι», όπως τις περισσότερες που κατανάλωσε στο τζάμπα τόσα χρόνια το κοινό της «περίφημης» ελεύθερης τηλεόρασης. Και κλείσε το καστ σου και σε τέσσερις τοίχους του πιο αφελούς σκηνικού. Στο «κουτί» αντέχει (ως «λαϊκό»). Στη μεγάλη οθόνη, όχι.

Τι εισπράττουμε από αυτό το φιλμ για την περίοδο την οποία υποτίθεται ότι οπτικοποιεί και αφηγείται; Πως υπήρχε μια εβραϊκή κοινότητα ενεργή στη συναγωγή και σε… τραπεζώματα σε σπίτια κι ύστερα ήρθαν οι κακοί Ναζί και τη μάζεψαν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της αλλοδαπής (σε πλάνο που σε κάνει να νομίζεις ότι βλέπεις ξαφνικά το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» της υπερπαραγωγής, λόγω… ανοιχτωσιάς και επιπλέον πραγματικών κομπάρσων!). Πέραν αυτών, μια ματιά στην κοινωνία της εποχής, μια προσέγγιση της υπόλοιπης καθημερινότητας στην πόλη, κάτι ευρύτερο προς σύγκριση και σχολιασμό… δεν δύναται να παρακολουθήσουμε. Οι Θεσσαλονικείς ήταν μονίμως κρυμμένοι κι άφαντοι κατά τη διάρκεια της μέρας, αλλά τα βράδια πήγαιναν στο κουτούκι του Τσιτσάνη. Τέλος.

Εκεί δουλεύει και ο νεαρός πρωταγωνιστής (διότι ο Τσιτσάνης είναι κυριολεκτικά δευτερεύων χαρακτήρας), γιος ξυλουργού, χριστιανός, που θα κάνει το λάθος να φλερτάρει με Εβραία, προκαλώντας τον θυμό των γονέων από αμφότερες πλευρές. Ο Χάρης Φραγκούλης και η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη κάνουν φιλόδοξες προσπάθειες να μεταδώσουν κάτι το αληθινό, συγκινητικό και αγαπησιάρικο, με το συγκρατημένο πάθος της εποχής (και το rating της ταινίας «για όλη την οικογένεια») να μην επιτρέπει πολλά-πολλά, μέσα σε ένα χάος υποκριτικής μετριότητας, στησίματος μπροστά στον φακό για να πει κανείς την ατάκα του και… πάμε γι’ άλλα. Εκεί που το τραγελαφικό ξεπερνάει τα όρια είναι στο κομμάτι των Γερμανών αξιωματικών και της κομπαρσαρίας στρατού που «στα χαρτιά» έχει θέσει την πόλη υπό κατάσταση κατοχής, αλλά οι ερμηνείες, το χυμαδιό έως ακόμη και η γλώσσα των σωμάτων των Ναζί θυμίζει περισσότερο Μόντι Πάιθον παρά ιστορικό δράμα περιόδου. Πώς αλλιώς να το πω; Το «Αυτοί που Μίλησαν με τον Θάνατο» (1970) του Γιάννη Δαλιανίδη είναι αριστούργημα μπροστά σε τούτη την παρωδία!

Αφηγηματικά, το «Ουζερί Τσιτσάνης» παίζει επάνω σε σχεδόν τρεις άξονες («απαγορευμένη» ερωτική ιστορία, άδοξο flirt νέας τραγουδιάρας με τον τίμιο και παντρεμένο με παιδί Τσιτσάνη, δίπλα στον μαζικό κατατρεγμό των Εβραίων από τους Γερμανούς κατακτητές). Ο πρώτος παίρνει το πάνω χέρι, σαφώς, άρα όσοι προσέλθουν για το… μπουζούκι της υπόθεσης, θα βρεθούν σε λάθος έργο! Όσο για το τρίτο σκέλος, αυτό μας δίνει τη «χαρά» να μετράμε σεναριακά κενά (όπως εκείνο με τη Γερμανίδα αξιωματικό που παίρνει χαμπάρι την κούφια κρυψώνα στο υπόγειο του ξυλουργείου του πατέρα του Γιώργου, αλλά δεν τον «καρφώνει» στους δικούς της και το όλον «ξεχνιέται» δίχως κανένα «αντάλλαγμα» στη συνέχεια!) και να γεννούνται απορίες (όπως η ξαφνική επανεμφάνιση του καταζητούμενου από τους Γερμανούς Αλμπέρτο, που ξεπηδά από το κατάστημα των δικών του σα να μη συνέβη τίποτα) που η ταινία δεν σκέφτεται ως ατοπήματα και, απλά, προχωρά προς μια δραματική κορύφωση κάπως ζορισμένη και υποχρεωτική.

Με μια λέξη… εξαντλήθηκα. Και σίγουρα δεν περίμενα να δω τη «Λίστα του Σίντλερ» ή ένα φιλμ του Παντελή Βούλγαρη. Αλλά να σου βάζει τα γυαλιά και μια ταινία του Δαλιανίδη από τα 70’s; Το 2015; Και να λέμε ότι έχουμε ελληνικό κινηματογράφο για το πλατύ κοινό; Είπαμε, «λαϊκό», όχι και τόσο ανόητο, όμως. Εκτός κι αν ο στόχος είναι οι… τηλεοπτικοί θεατές που δεν έχουν ίχνος καλλιτεχνικής γνώσης και κριτηρίου (αρκεί να μην βλέπουν σημερινή αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή, διότι εκεί θα φύγουν και σκάγια στα ταμεία…). Αυτοί, ναι, ούτε θα ξεφωνήσουν ούτε και θα ξεκαρδιστούν με το τελευταίο καρέ του φιλμ που αποτελεί σκηνή ανθολογίας… για τους εντελώς λάθος λόγους! Εάν κάποιοι άνθρωποι είδαν αυτή την αστειότητα, τη χαρακτήρισαν «συμβολικά» σημαντική και δεν συμβούλευσαν κανέναν εμπλεκόμενο στην παραγωγή να αφαιρεθεί από το «Ουζερί Τσιτσάνης» τάχιστα, ίσως έχουμε το σινεμά που μας αξίζει. Και όλοι μαζί πήγαν για μεζέ στην ακρογιαλιά…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εάν παρακολουθείς τηλεόραση φανατικά και πας μονάχα δύο με τρεις φορές τον χρόνο σινεμά, υποκινούμενος από την αναμνησιολογία, το «κουλέρ λοκάλ» της υπόθεσης και κάτι το ξεκάθαρα «λαϊκό», βρήκες την ταινία που θα σε «αγγίξει». Εάν θέλεις να καταλάβεις σε τι δραματική κατάσταση βρίσκεται η εγχώρια παραγωγή, σκας το αντίτιμο του εισιτηρίου ως «λυπητερή» και… κλαις τον μακαρίτη. Εάν έχεις διάθεση να συγκρίνεις αντίστοιχες ξένες ταινίες περιόδου για την εμπειρία ενός… comic relief, υπάρχουν στιγμές γέλιου και ξεφαντώματος. Αλλά μπορείς να περιμένεις και την τηλεοπτική πρεμιέρα του «Ουζερί Τσιτσάνης» γι’ αυτό. Εκεί, άλλωστε, θα σου φανεί πιο εύπεπτο. Και θα μπορείς να αλλάζεις και κανάλια, ενίοτε…

MORE REVIEWS

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΙΝΓΚ, ΣΤΟ ΜΙΖΟΥΡΙ

Μητέρα κοπέλας που έπεσε θύμα βιασμού και δολοφονήθηκε, αναστατώνει τους κατοίκους μιας μικρής πόλης του Μιζούρι, όταν μισθώνει διαφημιστική και τοποθετεί ένα θυμωμένο μήνυμα προς τον Σερίφη της περιοχής σε τρία τεράστια billboards του επαρχιακού δρόμου, ελπίζοντας να υπάρξει ξανά κάποια κινητικότητα στις έρευνες για τον επί σειρά μηνών ασύλληπτο ένοχο.

12 ΔΥΝΑΤΟΙ

Αμέσως μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στη Νέα Υόρκη, ο αμερικανικός στρατός οργανώνει την πρώτη απόρρητη αποστολή αντεπίθεσης. Επίλεκτη ομάδα δώδεκα ανδρών των Ειδικών Δυνάμεων προσγειώνεται σε ορεινή περιοχή του Αφγανιστάν, ζητώντας τη βοήθεια τοπικού πολέμαρχου, ώστε να καταλάβουν πόλη - σημαντικό προπύργιο των Ταλιμπάν.

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Συμμορία κακοποιών που ειδικεύεται στις ληστείες τραπεζών, ετοιμάζει χτύπημα που όμοιό του δεν έχει γίνει ποτέ. Τα παλικάρια του Αστυνομικού Τμήματος του Λος Άντζελες επαγρυπνούν. Οι κακοί δεν δείχνουν να πτοούνται. Θα προλάβουν να κάνουν τη μεγάλη μπάζα ή πάντα στο τέλος νικά η αστυνομία;

ZAMA

Ο Δον Ντιέγκο ντε Ζάμα, αξιωματούχος του Ισπανικού Στέμματος που υπηρετεί σε απομονωμένη έκταση της Νοτίου Αμερικής του 17ου αιώνα, περιμένει εναγωνίως τη μετάθεσή του στο Μπουένος Άιρες. Την ίδια ώρα, η αόρατη απειλή ενός κακοποιού που λυμαίνεται την περιοχή, τρομοκρατεί τους λιγοστούς ντόπιους.

MOUNTAIN

Μια οπτικοακουστική οδύσσεια στις ψηλότερες κορυφές του πλανήτη, στο δέος και την έλξη που προκαλούν, στους θριάμβους και τις τραγωδίες που στεγάζουν.