FreeCinema

Follow us

Ο ΚΟΣ ΤΙΠΟΤΑ (2017)

(NORMAN: THE MODERATE RISE AND TRAGIC FALL OF A NEW YORK FIXER)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιόζεφ Τσένταρ
  • ΚΑΣΤ: Ρίτσαρντ Γκιρ, Λίορ Ασκενάζι, Μάικλ Σιν, Στιβ Μπουσέμι, Σαρλότ Γκενσμπούρ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Νεοϋορκέζος, που συστήνεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων, πιστεύει πως έπιασε επιτέλους την καλή όταν Ισραηλινός πολιτικός τον οποίο κάποτε είχε εξυπηρετήσει, γίνεται Πρωθυπουργός της χώρας του. Αυτό που μοιάζει με την αρχή μια υπέροχης φιλίας, όμως, θα εξελιχθεί κάπως διαφορετικά.

Ο σκηνοθέτης Γιόζεφ Τσένταρ με την προηγούμενη ταινία του, το «Γράψε Λάθος» (2011), είχε καταφέρει – παρά το ίσως στενού εβραϊκού ενδιαφέροντος θέμα της – να κερδίσει βραβείο σεναρίου στις Κάννες, καθώς και να μπει στην πεντάδα για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, χάρη στην έξυπνη και κυνική ματιά του επάνω στις σχέσεις ενός πατέρα με τον γιο του. Σε τούτο το αγγλόφωνο ντεμπούτο του μένει πιστός σε ό,τι έχει να κάνει με τον εν γένει εβραϊκό προβληματισμό του, δείχνει όμως σταθερά αναποφάσιστος για το τι είδους φιλμ θέλει να φτιάξει, παρουσιάζοντας ένα αποτέλεσμα το οποίο ξεχνιέται πιο γρήγορα και από τον αυθεντικό τίτλο – σιδηρόδρομο.

O Νόρμαν είναι ένας μεσήλικας Αμερικάνος, εβραϊκής καταγωγής, ο οποίος, άπαξ κι εμφανίζεται, αφήνεται να εννοηθεί πως είναι κάτι σαν τον πλέον τυπικό ήρωα ταινίας του Ντέιβιντ Μάμετ. Ένας μικροκομπιναδόρος, που με όπλο του το ακατάπαυστο μπλα-μπλα, προσπαθεί να προσεταιριστεί τον συνεργάτη ενός πολυεκατομμυριούχου, ώστε να βάλει μπρος το μεγάλο κόλπο που θα του αποφέρει το προφανές κέρδος. Όταν, για αδιευκρίνιστους λόγους, προσπαθήσει πάση θυσία να πιάσει φιλίες με Υφυπουργό της ισραηλινής Κυβέρνησης ο οποίος επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη, πετυχαίνοντας τον σκοπό του μέσω της αγοράς ενός πανάκριβου ζευγαριού υποδημάτων, τότε θεωρεί (μαζί και οι θεατές) πως επιτέλους το τραίνο των όποιων σχεδίων του μπήκε στις ράγες. Πολύ περισσότερο, όταν τρία χρόνια μετά ο συγκεκριμένος πολιτικός ανεβαίνει στον πρωθυπουργικό θώκο, ανοίγοντας έτσι στον Νόρμαν ένα σωρό πόρτες και προοπτικές, μιας και εκείνος δεν φαίνεται να έχει ξεχάσει τον φίλο που κάποτε του είχε κάνει ένα πανάκριβο δώρο.

Αυτός ο ήρωας, λοιπόν, που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει αρχικά από τη «Λέσχη της Απάτης» (1987), δίνει τη θέση του γρήγορα σε κάποιον νευρωτικό χαρακτήρα γουντιαλενικής ταινίας (και όχι από τις καλές…), δημιουργώντας ταυτόχρονα μια μόνιμα αιωρούμενη απορία για το κατά πόσο έχουμε μπροστά μας έναν νέο Τομ Ρίπλεϊ, ο οποίος υποδυόμενος κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα θα οδηγήσει την υπόθεση σε μονοπάτια που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Δυστυχώς, δεν γίνεται τίποτα από όλα αυτά: το μόνο που διαδραματίζεται είναι μια βαρετά ανούσια και επαναλαμβανόμενη πολιτική ίντριγκα, κινούμενη περισσότερο στα όρια της σάτιρας, τα παρακλάδια της οποίας έχουν να κάνουν με εντελώς παράταιρα γεγονότα, όπως την εγγραφή ενός φοιτητή στο Χάρβαρντ, την πιθανή επίτευξη συμφωνίας ειρήνης στη Μέση Ανατολή, τον δικηγόρο ανιψιό του κεντρικού ήρωα, καθώς και με τον κίνδυνο κατεδάφισης του κτηρίου της συναγωγής στην οποία συχνάζει ο «Κος Τίποτα» (του εύστοχου ελληνικού τίτλου).

Δεν γίνεται ποτέ κατανοητό για ποιον λόγο ο Νόρμαν διαπράττει τα όσα κάνει, τριγυρίζοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας (φορώντας, μάλιστα, τα ίδια ακριβώς ρούχα) τους δρόμους της Νέας Υόρκης, μιλώντας συνεχώς στο κινητό του και προσπαθώντας να δημιουργήσει φιλίες εκεί που δεν υπάρχουν, πουλώντας εκδουλεύσεις τις οποίες είναι αμφίβολο εάν θα μπορέσει να φέρει εις πέρας. Είναι παθολογικός ψεύτης, αποτυχημένος απατεωνίσκος ή μήπως κάποιος μοναχικός, στα όρια της κατάθλιψης τύπος, που προσπαθεί να γεμίσει κάπως τη ζωή του; Τα (αδικαιολόγητα) 117 λεπτά διάρκειας αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις. Ο φιλότιμος Ρίτσαρντ Γκιρ δίνει έστω μια κάποια υπόσταση σε έναν χαρακτήρα για τον οποίο ελάχιστα διευκρινίζονται, τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με το παρελθόν του ή, ακόμα χειρότερα, σε ό,τι έχει να κάνει με το παρόν του, σε έναν ρόλο που θυμίζει σχετικά την εμφάνισή του στο ανώτερο (όπως και να το δει κανείς) «The Hoax» (2006). Η υποπλοκή που τον φέρνει αντιμέτωπο με κυβερνητικούς πράκτορες εξαιτίας των ενεργειών του, είναι ασορτί με το γενικό αδιευκρίνιστο κλίμα της ταινίας, ενώ παρά την ολιγόλεπτη εμφάνισή του (που δεν παίζει δα και κάποιον σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη), αξίζει να επισημανθεί πως ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Χανκ Αζάρια χρήζει ιδιαίτερης ερμηνείας ως προς τη σκοπιμότητά του.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Για πολιτικό θρίλερ, η ίντριγκα είναι εντελώς ανούσια. Για heist movie, απουσιάζει ο φανερός σκοπός της κομπίνας, εάν δεχτούμε βέβαια πως μια τέτοια υφίσταται εξαρχής. Για δράμα χαρακτήρων, πάλι δεν τα καταφέρνει καλά, αφού αυτοί λάμπουν δια της απουσίας τους. Ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα καταλήγει σε ένα κουραστικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο, με μια καλή, χαμηλότονη ερμηνεία από τον Ρίτσαρντ Γκιρ. Πέραν τούτου, όμως, περισσότερο με σπατάλη ταλέντου των καλών ηθοποιών του μοιάζει τούτος «Ο κος Τίποτα», παρά με κάτι που θα συγκινήσει το adult κοινό στο οποίο στοχεύει.

MORE REVIEWS

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ

Πλασιέ που θησαύρισε από τις πωλήσεις ηλεκτρικής σκούπας δέχεται το χτύπημα της οικονομικής κρίσης σε μορφή επερχόμενης απόλυσης, ταυτόχρονα με ένα δύσκολο στοίχημα που, ανέλπιστα, χάνει και τώρα πρέπει να πάει τον αριστεύσαντα υιό του για διακοπές, αν και άφραγκος.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ

Μαστιχοχώρια, καλοκαίρι 1960: μαλωμένα την τελευταία μέρα του σχολείου, δύο τεταρτάκια ξανασμίγουν με παιδιές, αταξίες, γεωργικές ή μη εργασίες, έναν μούργο, ένα κορίτσι. Πόσο θα κρατήσει, τι θα τους αφήσει;

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΝΤΟΚ

Ευρισκόμενος στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο προώθησης του τελευταίου του βιβλίου, Γερμανός συγγραφέας επαναπροσεγγίζει έναν παλιό του έρωτα. Εκείνη αρχικά διστάζει, φεύγει όμως μαζί του για σαρανταοκτάωρη βουτιά στη θάλασσα των αναμνήσεων της εξοχής του Μόντοκ, τόπου που είχε σημαδέψει τις παλιές, ευτυχισμένες τους μέρες.

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Ένας φιλόδοξος, εργασιομανής «κυνηγός κεφαλών» σε γραφείο ευρέσεως εργασίας καλείται να βάλει τις σωστές προτεραιότητες στη ζωή του, όταν το πάμπλουτο αφεντικό του ανακοινώνει πως θα αποσυρθεί, την ίδια περίοδο με τη διάγνωση λευχαιμίας του 10χρονου γιού του.

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Σύζυγος μεγαλοπαραγωγού ταινιών δέχεται την πρόταση ενός εκ των συνεργατών εκείνου, προκειμένου να επιστρέψει από τις Κάννες στο Παρίσι οδικώς, βιώνοντας κατά τη διάρκεια τούτου του ξαφνικού road trip μια αναπάντεχη γαστριμαργική και συναισθηματική περιπέτεια.