FreeCinema

Follow us

ΝΥΚΤΟΒΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ (2016)

(NOCTURNAL ANIMALS)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τομ Φορντ
  • ΚΑΣΤ: Έιμι Άνταμς, Τζέικ Τζίλενχολ, Μάικλ Σάνον, Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, Άιλα Φίσερ, Άρμι Χάμερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

Ιδιοκτήτρια πετυχημένης art gallery στο Λος Άντζελες, σε δεύτερο και μάλλον επίσης αδιέξοδο γάμο, λαμβάνει από τον πρώην σύζυγό της ένα αντίγραφο του επερχόμενου βιβλίου του, η ανάγνωση του οποίου της προκαλεί ενόχληση και δυνατές συγκινήσεις. Υπάρχουν και βαθύτεροι προσωπικοί λόγοι γι’ αυτό;

Από τον κόσμο της μόδας, ο Τομ Φορντ βρέθηκε ξαφνικά και πίσω από τις κάμερες, ξαφνιάζοντας του 2009 με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το «Ένας Άνδρας Μόνος». Αν και η υποδοχή ήταν μάλλον ενθουσιώδης, με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας δεν συγκινήθηκαν τόσο και το φιλμ προτάθηκε μονάχα στην κατηγορία του πρώτου ανδρικού ρόλου (Κόλιν Φερθ). Χωρίς να έχουν περάσει και τόσα χρόνια από τότε, τολμώ να πω ότι εκείνη η ταινία δεν μου έχει αφήσει σχεδόν τίποτα στη μνήμη, το οποίο συνήθως στέκει και ως ένας εναλλακτικός τρόπος για να πω ότι δεν μου είχε αρέσει αυτό που είχα παρακολουθήσει. Ήταν ένα φιλμ με ωραία σπίτια, χώρους, ρούχα, ρολόγια τοίχου… Ήταν η χαρά του στερεοτυπικού gay που λατρεύει τα fashion editorials, που φθονεί την ομορφιά σε αυτό που βλέπει, χωρίς να αισθάνεται κάτι πέρα από την εικόνα. Την ιδανικά λουστραρισμένη εικόνα, που έκανε τις ανθρώπινες σχέσεις να δείχνουν σαν σελίδες διαφημίσεων κραυγαλέας αισθητικής στο περιοδικό που αγαπάς να ξεφυλλίζεις.

Προφανώς νιώθοντας μια απίστευτη έλξη προς το glam και τα καρέ της μεγάλης οθόνης, με το μέγεθός τους να τα ναρκισσεύει από μόνο του, ο Φορντ επέστρεψε με τούτη τη δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους, η οποία κρατά μερικά από τα χαρακτηριστικά εκείνου του «Άνδρα», ανεβάζοντας σχεδόν υπερβολικά τον πήχη της πρόκλησης στο αφηγηματικό της κομμάτι. Τα «Νυκτόβια Πλάσματα» ξεκινούν με την ιστορία της Σούζαν Μόροου (Άνταμς), μιας bourgeoise ιδιοκτήτριας art gallery στο Λος Άντζελες, με έναν δεύτερο γάμο που ο θεατής γνωρίζει καλύτερα από εκείνην ότι δεν έχει κανένα μέλλον, καθώς γίνεται μάρτυρας του κρυφού, άπιστου βίου εκείνου. Έχουν προηγηθεί τα αριστουργηματικά opening credits, ένα freak show γερασμένης γυναικείας σάρκας, σαν παρέλαση αποτροπιασμού πάνω από μια σάπια Αμερική, που θα έκανε ακόμη και τον Ντέιβιντ Λιντς να τρίβει τα μάτια του από ηδονή! Όλη αυτή η εισαγωγή προσδίδει στο φιλμ μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα προσμονή για την εξέλιξη της πλοκής και το θεματικό υπόβαθρο του σεναρίου του Φορντ, το οποίο συνυπογράφει ο Αμερικανός νοβελίστας Όστιν Ράιτ (πρόκειται για μια διασκευή του βιβλίου του «Tony and Susan» από το 1993).

Αγγίζοντας τον κόσμο τού Λος Άντζελες σαφώς πιο επιδερμικά από τον Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν και το «The Neon Demon» του, ο Φορντ αφοσιώνεται στη στιλπνή κομψότητα των κάδρων του, αποτραβηγμένος από τις φιγούρες των ηρώων του, με μια αίσθηση νοσταλγίας προς παρελθούσες στιλιστικές αναζητήσεις τού ευρωπαϊκού σινεμά, σα να προσπαθεί να αναπαραγάγει το αντονιονικό ύφος της ανθρώπινης αποξένωσης σε μια updated εκδοχή καλιφορνέζικης ψυχοσύνθεσης του σήμερα. Χωρίς εντάσεις, πέραν του εξαιρετικά λυρικού score του Άμπελ Κορζενιόφσκι (μια υποψηφιότητα που θα ήθελα να δω στα φετινά Όσκαρ).

Και εκεί που διψάς για περισσότερες πληροφορίες γύρω από τον προσωπικό βίο και το σύμπαν της Σούζαν, η ηρωίδα του Φορντ ξεκινά να διαβάζει το επερχόμενο βιβλίο του πρώην συζύγου της, το οποίο οπτικοποιείται κανονικότατα μέσα στα «Νυκτόβια Πλάσματα», σε μορφή ταινίας μέσα στην ταινία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικό θρίλερ στην έρημο του Τέξας και πρωταγωνιστές τα μέλη μιας οικογένειας που τρομοκρατούνται από μια συμμορία rednecks μέσα στη νύχτα. Σε αυτό το «δεύτερο» φιλμ κυριαρχεί η πατρική φιγούρα του Τόνι (Τζίλενχολ), ενός ανθρωπάκου που θα δει τον κόσμο του να καταστρέφεται ολοκληρωτικά εξαιτίας της ατολμίας του ή των λάθος επιλογών του. Η βία της ιστορίας του βιβλίου, που είναι αφιερωμένο στην ίδια, σοκάρει τη Σούζαν, η οποία αισθάνεται να πνίγεται και από αυτό αλλά και από τις σκέψεις, που αφορούν την κόρη της και την ασφάλειά της, όσο και το μυστήριο (;) της έμπνευσης του πρώην συζύγου της.

Και ξαφνικά, ο Φορντ ανοίγει ένα… τρίτο πεδίο αφήγησης, προσπαθώντας να μας εξηγήσει με flashback που ξεδιπλώνονται αποσπασματικά, παράλληλα με τις δύο «άλλες» ταινίες, το τέλος μιας σχέσης, εκείνης της Σούζαν και του Έντουαρντ (ξανά ο Τζίλενχολ). «Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό δεν λειτουργεί», ομολογεί ο χαρακτήρας της Σούζαν σε μια από αυτές τις σκηνές του παρελθόντος, κάτι που ακόμη και ο θεατής αρχίζει να αισθάνεται, σε μια απόπειρα μάλλον άνιση, να σχηματίσει μια ιδέα κοινού, ενιαίου συμβολισμού πίσω από όλα αυτά τα γεγονότα. Ο Φορντ αποφασίζει στο τελευταίο ημίωρο να επικεντρώσει περισσότερο προς τη δραματική κορύφωση της ιστορίας τού Τόνι, όπως θα έκανε και κάθε αναγνώστης που έχει απορροφηθεί από τις τραγικές ανατροπές ενός «λαϊκού» ευπώλητου, αφήνοντας την τελευταία λέξη για τη Σούζαν, με ένα φινάλε ταιριαστά ψυχρό προς το προσωπικό κενό που έχει απομείνει στις ψυχές των ηρώων της ταινίας.

Η αίσθηση του ανικανοποίητου σβήνει κάπως, αν σκεφτείς τον άθλο του Φορντ να ισορροπήσει σχεδόν τρεις ταινίες μέσα σε δύο ώρες χωρίς να φάει τα μούτρα του, η Έιμι Άνταμς βγαίνει κερδισμένη υποκριτικά, το «τρικ» του casting της Άιλα Φίσερ στον ρόλο της συζύγου του Τόνι είναι τόσο ύπουλα λειτουργικό (οι δύο πρωταγωνίστριες σε ξεγελάνε απίστευτα με την ομοιότητά τους), φωτογραφία, μοντάζ και μουσική είναι υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικά και τα «Νυκτόβια Πλάσματα» δεν αποτελούν χαμένο χρόνο εις τον βωμό ενός esthète οράματος. Λίγο… κενό; Και τι δεν είναι σήμερα;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ένα puzzle που στο κουτί του δείχνει πανέμορφο, αλλά το περιεχόμενό του μπλέκει τουλάχιστον δύο (εντελώς!) διαφορετικές μεταξύ τους εικόνες, το νέο φιλμ του Τομ Φορντ σε αποπλανά με την κομψότητα της μιας του πλευράς και προσπαθεί να σε σοκάρει ή να σε εκφοβίσει με την άλλη του, σκοντάφτοντας (έστω επιδέξια) σε στερεότυπα δραματουργικής εξέλιξης. Λογικό είναι να διχάσει, λοιπόν, καθώς οι κόσμοι του συγκρούονται, με όποιον τρόπο κι αν θελήσεις να δεις τούτη την ταινία. Χωνεύεται ευκολότερα από Ρεφν, αλλά δεν έχει τα κότσια ούτε να τον ακουμπήσει.

MORE REVIEWS

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ HEDI

O Χέντι, ένας χαμηλότονος 25χρονος, ετοιμάζεται να παντρευτεί και δουλεύει σε μια βαρετή, «κουστουμάτη» δουλειά. Καταπιεσμένος από την αυταρχική μητέρα του, ο νεαρός οδεύει σε μια ζωή που δεν θέλει, όμως η γνωριμία του με την ανεξάρτητη Ριμ τα αλλάζει όλα.

ANNABELLE: CREATION

Ο κατασκευαστής της πρωτότυπης κούκλας… του κακού χάνει τη μικρή του κόρη σε τροχαίο. Δώδεκα χρόνια αργότερα, εκείνος και η σύζυγός του θα φιλοξενήσουν στην καλιφορνέζικη φάρμα τους μια καλόγρια και έξι ορφανά κορίτσια, μεταξύ των οποίων και η βασανισμένη από πολιομυελίτιδα Τζάνις, που θα κάνει το λάθος να μπει στο δωμάτιο της εκλιπούσας Άναμπελ.

ΠΙΚΑΔΕΡΟ

Αυτός είναι 20φεύγα πρακτικάριος σε φάμπρικα. Αυτή συνομήλική του άνεργη ιστορικός τέχνης. Μένουν με τους δικούς τους, δεν έχουν αμάξι, δεν έχουν λεφτά, δεν τους χωράει ο τόπος (η επαρχία στη Χώρα των Βάσκων) ούτε για να παρθούν. Μαζί μπορούν ή θα αυτονομηθούν προτού, εν πάση περιπτώσει, τον δρόμο τους βρουν;

ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΛΟΣ

Ένας μοναχικός, ηλικιωμένος άνδρας θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του, όταν κάποια μέρα λάβει ένα γράμμα που τον πληροφορεί πως είναι ο αποδέκτης ενός αντικειμένου που σχετίζεται με την περίοδο των πανεπιστημιακών του σπουδών και τα χρόνια των πρώτων ερωτικών του σκιρτημάτων.

ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΑΣΤΡΟ

Μέθυσος πατέρας και ελαφρόμυαλη μητέρα αναγκάζουν τα τέσσερα παιδιά τους να ζουν σαν νομάδες, περιπλανώμενοι εδώ κι εκεί, εξαιτίας μιας δικής τους ιδιαίτερης θεώρησης των πραγμάτων. Η μία τους κόρη θα καταφέρει να γίνει επιτυχημένη δημοσιογράφος, χωρίς όμως να έχει μπορέσει να «θάψει» εντελώς το παρελθόν. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία.