FreeCinema

Follow us

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ (2015)

(NIE YIN NIANG)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χου Χσιάο-Χσιέν
  • ΚΑΣΤ: Σου Κι, Τσανγκ Τσεν, Ζου Γιουν, Σατόσι Τσουμαμπούκι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS / ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τανγκ, ικανότατη εκτελεστής μεγαλωμένη από μοναχές, λιγομίλητη αλλά απόλυτα αποτελεσματική στη δουλειά της, βρίσκει την καρδιά της να έρχεται αντίθετη στην πραγματοποίηση της τελευταίας της αποστολής όταν ανακαλύπτει ότι επόμενος στόχος της είναι ο άνθρωπος στον οποίο την είχαν «τάξει» όταν ήταν μικρή.

Χρειάζεται να περάσουν μόλις τέσσερα λεπτά μέχρι η «Σιωπηλή Δολοφόνος» να παρουσιάσει την πρώτη της σκηνή μάχης. Τέσσερα δευτερόλεπτα αργότερα, η μονομαχία έχει ήδη τελειώσει. Γιατί το φιλμ μπορεί να χαρακτηρίζεται ως «wuxia» (ασιατική ταινία πολεμικών τεχνών, δηλαδή), η ιστορία του να αντλεί τη βάση της από μια σύντομη παραβολή του καιρού της δυναστείας των Τανγκ και οι αφηγηματικοί άξονες να περιλαμβάνουν όλες τις θεματικές βάσεις που έχει συνηθίσει κανείς από το είδος, όμως ο Χου Χσιάο-Χσιέν αρνείται πεισματικά να παίξει με τους κανόνες. Μειώνοντας τους διαλόγους στο ελάχιστο, τις επεξηγήσεις στα απολύτως απαραίτητα και εκτινάσσοντας στα ύψη την προσοχή στη λεπτομέρεια, ουσιαστικά προσπαθεί να καμουφλάρει μία απόλυτα προσωπική του ταινία μέσα σε ένα wuxia περιτύλιγμα!

Η διαφορά έγκειται, όμως, στο γεγονός ότι ο Χου δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο ή τον προσανατολισμό της δουλειάς του. Υπάρχει μια εκπληκτική σκηνή, κάπου στο μέσο της ταινίας, όπου ο σκηνοθέτης παρακολουθεί σχεδόν επί πέντε λεπτά μια ιδιωτική συζήτηση όσο τα υφάσματα των κουρτινών καλύπτουν ή απομακρύνονται από την κάμερα. Σε μια άλλη σκηνή, ενώ η δολοφόνος στέκεται στην άκρη ενός λόφου, το ίδιο το τοπίο αλλάζει και καλύπτεται σταδιακά από ομίχλη λες και τα σύννεφα ακολουθούν επίσης τις εντολές του σκηνοθέτη. Ακόμα και η μοναδική έκλαμψη του υπερφυσικού στην αφήγηση αποκτά μια σχεδόν μυσταγωγική προέκταση στην αποτύπωσή του. Για τον Χου Χσιάο-Χσιέν, κάθε σκηνή είναι ένα κομμάτι ενός μυθικού αλλά απόλυτα εσωτερικού κόσμου και οι μάχες απλά οι στιγμιαίες εκρήξεις και οι καίριες παρεμβάσεις ικανών μαχητών που, έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους.

Στο επίκεντρο όλων, η Σου Κι συνδυάζει ιδανικά την εξωτερική ομορφιά με τη μελαγχολική εσωτερικότητα και γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του συγκλονιστικά όμορφα αποτυπωμένου περιβάλλοντος, κουβαλώντας ουσιαστικά πάνω της την ταινία με το βλέμμα της. Η ομορφιά της γίνεται ένα με την ομορφιά του περιβάλλοντος χώρου, μέρη κάδρων που ξεχειλίζουν από αλλεπάλληλα επίπεδα βάθους, λεπτομέρειες που κάνουν τη φύση ζωντανή σε κάθε, μα κάθε σκηνή και μια αβίαστη ποίηση που ξεχειλίζει ανά δευτερόλεπτο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι οι σκηνές θυμίζουν πίνακες που απέκτησαν ξαφνικά ζωή, ικανούς να σε απορροφήσουν μέσα στον κόσμο τους και να σε κάνουν κομμάτι του μύθου.

Ο ρυθμός τής ταινίας μπορεί να είναι – ομολογουμένως – αργός, άρα η «Σιωπηλή Δολοφόνος» δεν είναι μια ταινία για τους λάτρεις των πολεμικών τεχνών και της γρήγορης δράσης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παρουσιαστεί έτσι. Είναι ένα φιλμ για όσους επιθυμούν να δουν κάτι πέρα από τις παραδοσιακές ιστορίες δράσης, να βιώσουν κάτι αρκετά προσωπικό και να ανακαλύψουν την ομορφιά της εικόνας και της υπαινικτικότητας μέσα στην αφήγηση. Μπορεί το μυστήριό του να μην αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως, όμως η μαγεία του είναι εμφανής από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο. Είναι καλό ένα φιλμ να μη θυσιάζει την προσβασιμότητά του για χάρη της «τέχνης» του. Όταν κάτι τέτοιο είναι ο μόνος τρόπος για να ανοίξει την πόρτα σε κάτι που δεν βιώνουμε συχνά στη μεγάλη οθόνη, τότε όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται. Όπως θα ανακαλύψεις και ο ίδιος, θα είναι σχεδόν αδύνατο να βγάλεις τις εικόνες της ταινίας από το μυαλό σου, όσο κι αν προσπαθήσεις.

Γνωστή περίπτωση «φεστιβαλοδίαιτου» σκηνοθέτη ο Χου Χσιάο-Χσιέν. Γι’ αυτό και είναι τόσο αγαπητός από μερίδα της κριτικής. Το κοινό, ειδικά στην Ελλάδα, δεν γνωρίζει σχεδόν καθόλου τη δουλειά του και, ειλικρινά, δεν αδικώ κανέναν γι’ αυτό, ούτε καν τη διανομή, η οποία σε ελάχιστες περιπτώσεις υποχρεώθηκε να αγοράσει κάποιους τίτλους της φιλμογραφίας του λόγω εταιρικών «πακέτων». Η «Σιωπηλή Δολοφόνος» έρχεται με τη φήμη της «αδικημένης» ταινίας από το τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, απ’ όπου έφυγε με το βραβείο σκηνοθεσίας. Μετά το τέλος του φιλμ, μπορείς να αισθανθείς έναν κάποιο οίκτο όχι μονάχα για τα έργα που διαγωνίζονται στα μεγάλα ευρωπαϊκά Φεστιβάλ αλλά και για τα «υποχρεωτικά» βραβεία που μοιράζουν ετησίως οι… τυχάρπαστες επιτροπές.

Ξεκινώντας από το background της βασιλικής αυλής των Τανγκ στην Κίνα του 7ου αιώνα, η οποία ίδρυσε φρουρές στα σύνορα της αυτοκρατορίας της για λόγους προστασίας, βρισκόμαστε δύο αιώνες αργότερα και… προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των συνεπειών αυτής της πολιτικής στις στρατιωτικοποιημένες επαρχίες που, πλέον, αντιτίθενται στον έλεγχο του αυτοκράτορα και προχωρούν σε εξεγέρσεις. Για το δυτικό βλέμμα, έχει μεγάλη σημασία η δυσκολία της παρακολούθησης της πλοκής, της απομνημόνευσης των ασιατικών ονομάτων αλλά, κυρίως, και μορφών, χαρακτηριστικών προσώπων των ηρώων που μπερδεύονται από την ομοιομορφία και καθιστούν πραγματικά αδύνατη την όποια συνοχή στα δρώμενα. Το λέω ξεκάθαρα και τίμια αυτό. Όπως συμβαίνει και σε άλλα παρόμοια έργα, σταδιακά, ο θεατής… χάνει τον μπούσουλα! Ποιος είναι ποιος, πού πάει και τι κάνει, τα πάντα βρίσκονται σε τόσο μεγάλη σύγχυση, που αν μη τι άλλο αποστασιοποιείσαι από την εξέλιξη της ιστορίας (για να το πω πιο ευγενικά…).

Επιπλέον, επειδή ο Χου Χσιάο-Χσιέν δεν είναι και ένας «νορμάλ» σκηνοθέτης ο οποίος εδώ επιχειρεί να κάνει μια προσωπική, στιλιστική κατάθεση στο είδος, προσεγγίζοντας τις παραδόσεις και τις θεματικές των έργων πολεμικών τεχνών, η «Σιωπηλή Δολοφόνος» καταδικάζεται από ένα «καλλιτεχνικό όραμα» που «αποστειρώνει» τα wuxia έπη, για να καταλήξει σε ένα αφόρητα πληκτικό αποτέλεσμα με… ωραία τοπία. Slow motion, out of focus πλάνα και στατικές εικόνες «ποίησης» συνθέτουν ένα διόλου απολαυστικό «κάδρο» το οποίο θα μπορούσες να χαζέψεις για λίγα λεπτά, όχι όμως και για τη διάρκεια ολόκληρης ταινίας.

Η κοροϊδία γίνεται σαφώς πιο έντονη με τη χρήση του 1.37:1 academy ratio, το οποίο «τετραγωνίζει» το κάδρο προφανώς για λόγους… «της μοδός» και της διαφορετικότητας (που εκλιπαρεί για προσοχή), χωρίς το φιλμάρισμα να δείχνει να συμμετέχει σε αυτή την απόφαση! Υπάρχουν σκηνές στις οποίες ο φακός αγκομαχάει να παρακολουθήσει τους διαλόγους και τους ήρωες, με διαρκείς κινήσεις αριστερά και δεξιά, που σου θυμίζουν τις εποχές στις οποίες η τηλεόραση «έκοβε» τα widescreen κινηματογραφικά πλάνα και το pan and scan προσπαθούσε να «χωρέσει» τα πάντα στην οθόνη.

Το ότι ο Χου Χσιάο-Χσιέν δεν υπήρξε ποτέ ένας μεγάλος κινηματογραφικός τεχνίτης, το γνωρίζαμε ανέκαθεν. Το ότι ήταν ένας «φεστιβαλικός» απατεώνας (και τίποτε άλλο) σε όλη του την καριέρα, επίσης. Το να επιχειρεί να ιντριγκάρει το ευρύτερο κοινό του ξενόγλωσσου ή του «arthouse» σινεμά απορρίπτοντας τους κώδικες ενός φιλμικού είδους, όπως πράττει εδώ, και σερβίροντάς του ένα δήθεν «μυστηριακό» μεγαλείο εικόνων, δίχως το πάθος, τον ρομαντισμό, την πολεμική οργή και τη χορογραφημένη λεπτοδουλειά που το χαρακτηρίζει, φανερώνει με άσχημο τρόπο την ανικανότητα του «δημιουργού» και όχι ένα προσωπικό ύφος. Το μόνο «δολοφονικό» στοιχείο που διαθέτει τούτο το φιλμ είναι η… υπνωτιστική του σιωπή. Εάν το τολμήσεις, φρόντισε τουλάχιστον να συνοδεύεσαι. Για να έχεις κάποιον να σε ξυπνήσει στο τέλος.

MORE REVIEWS

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΓΚΡΙΝ

Αγγλία, 1959. Χήρα θέλει ν’ ανοίξει βιβλιοπωλείο σε γραφικό επαρχιακό χωριό, συναντώντας τη σφοδρή αντίδραση των ντόπιων που δεν δείχνουν να ενστερνίζονται την επιθυμία της. Η κυρία Γκριν, όμως, είναι αποφασισμένη να πραγματοποιήσει το όνειρό της όσα εμπόδια κι αν μπουν στο διάβα της.

IL POSTINO: Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Άνεργος λόγω… ναυτίας γιος ψαρά σε απομονωμένο ψαροχώρι της Ιταλίας των 50s, ο Μάριο αναλαμβάνει χρέη ταχυδρόμου του εξόριστου εκεί Χιλιανού, περίφημου ποιητή και κομουνιστή Πάμπλο Νερούδα. Και αφού γίνει φίλος και συνομιλητής του, θα κατακτήσει τα λόγια και τη γυναίκα της ζωής του, που τόσο καιρό του διέφευγαν.

ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ

Υποαμειβόμενος μηχανικός σε αμαξοστάσιο του ΟΣΕ των Σκοπίων βάζει στο χέρι προσωρινά ορφανή ποσότητα χασίς. Ανίκανος να το ξεφορτωθεί, φτιάχνει space cake που ανασταίνει από τους αφόρητους πόνους και την αυτολύπηση τον τερματικά καρκινοπαθή γέρο του, για τον οποίο είχε εγκαταλείψει σπουδές, ώσπου η κατάσταση θα ξεφύγει ιλαροτραγικά. Σε trip θ’ αφήσουν πίσω τα παλιά;

Ο 20ος ΜΟΥ ΑΙΩΝΑΣ

Δύο δίδυμα κορίτσια που ζουν πάμφτωχα, υπό κάκιστες συνθήκες στην Ουγγαρία, χωρίζονται όταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι τις παίρνουν μαζί τους. Χρόνια αργότερα, θα βρεθούν στο ίδιο τρένο του Οριάν Εξπρές, χωρίς να έχουν ιδέα η μία για την άλλη.

MAMMA MIA! HERE WE GO AGAIN

Η Ντόνα έχει πεθάνει, η Σόφι είναι έγκυος και ανακαινίζει το παλιό ξενοδοχείο τής… «mamma mia», όλα τα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής της βρίσκονται καθ’ οδόν για να το γιορτάσουν μαζί της και οι μνήμες φέρνουν έντονα συναισθήματα.