FreeCinema

Follow us

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ (2017)

(MURDER ON THE ORIENT EXPRESS)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ Μυστηρίου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κένεθ Μπράνα
  • ΚΑΣΤ: Κένεθ Μπράνα, Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Τζούντι Ντεντς, Πενέλοπε Κρουζ, Ντέιζι Ρίντλεϊ, Γουίλεμ Νταφόου, Ντέρεκ Τζάκομπι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Ο διάσημος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό επιβιβάζεται στο Οριάν Εξπρές από Κωνσταντινούπολη, με την ελπίδα ενός ξεκούραστου ταξιδιού. Η αμαξοστοιχία, όμως, εκτροχιάζεται μετά από χιονοθύελλα στις Άλπεις, την ίδια μέρα που ένας από τους επιβάτες δολοφονείται. Φυσικά, ο Πουαρό καλείται να βρει τον δράστη.

Η ιστορία μυστηρίου, το βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι και η κινηματογραφική μεταφορά του 1974 σε σκηνοθεσία Σίντνεϊ Λουμέτ, είναι πια λίγο-πολύ πασίγνωστα στο παγκόσμιο κοινό, όμως ο Κένεθ Μπράνα αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα κινηματογραφική διασκευή για το κοινό του 21ου αιώνα και όχι μόνο να τη σκηνοθετήσει, αλλά και να υποδυθεί ο ίδιος τον θρυλικό ντετέκτιβ που στο παρελθόν έχουν ενσαρκώσει ο Πίτερ Ούστινοβ και ο Άλμπερτ Φίνεϊ (ο οποίος ήταν ο Πουαρό της εκδοχής του ’74). Και, παρά τη γνώριμη πια χολιγουντιανή πατέντα της συνεχούς ανακύκλωσης παλαιών ταινιών μέσα από remake, prequel, sequel, reboot και… πάει λέγοντας, η ερώτηση μετά την έξοδο από την αίθουσα προβολής της συγκεκριμένης ταινίας παραμένει: γιατί;

Ο Μπράνα ακολουθεί ευλαβικά το μοτίβο της παλαιότερης ταινίας (και μιας μόδας που μεσουρανούσε στο σινεμά των 70’s, γενικότερα), συγκεντρώνοντας ένα από τα πιο αξιοζήλευτα καστ των τελευταίων δεκαετιών, με ανερχόμενους stars όπως η Ντέιζι Ρίντλεϊ, χολιγουντιανούς A-listers σαν τον Τζόνι Ντεπ και την (πρόσφατα διαρκώς επανεμφανιζόμενη) Μισέλ Φάιφερ, ή ηλικιωμένους θρύλους της υποκριτικής όπως την Τζούντι Ντεντς και τον Ντέρεκ Τζάκομπι, ώστε να διαμορφώσουν τον κλειστό (και κλειστοφοβικό) κύκλο των επιβατών και υπόπτων μέσα στο θρυλικό τρένο. Κι εκεί που ο Λουμέτ είχε τον τότε 37χρονο Φίνεϊ να φοράει μακιγιάζ ώστε να δείχνει μεσόκοπος, προσθετική μύτη, «γεμισμένα» ρούχα ώστε να φαίνεται παχουλός (δεν ήταν τότε) και ένα μαύρο τσιγκελωτό μουστάκι το οποίο η ίδια η Άγκαθα Κρίστι καταδίκασε πανηγυρικά, ο Μπράνα προσέλαβε τον εαυτό του κι επέλεξε να «κρυφτεί» πίσω από ένα απίστευτο δίχρωμο μουστάκι, με μια ιδέα (βλέπε και «κουτσουλιά») υπογενίου, που από μόνο του σου αποσπά την προσοχή κάθε φορά που προσφέρει (απλόχερα) στον εαυτό του ένα κοντινό πλάνο.

Πριν προχωρήσουμε, μια διευκρίνιση: αυτό το κείμενο δεν έχει καμία πρόθεση να είναι σαρκαστικό απέναντι στην ταινία ή στον Μπράνα, ειδικά όταν είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που πάντα υποστήριζε τη δουλειά του Βρετανού καλλιτέχνη, από το μεγάλο του αριστούργημα, το σαιξπηρικό «Henry V» (1989), μέχρι το φιλόδοξο και επιτυχημένο (ναι, το στηρίζω απόλυτα) «Mary Shelley’s Frankenstein» (1994), την υπέροχη «Σταχτοπούτα» (2015) και αρκετές θεατρικές παραστάσεις όπου έχει παίξει και σκηνοθετήσει. Εδώ, δυστυχώς, πρόκειται για προσωπική του αστοχία και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα, γεγονός που μόνο απογοήτευση μπορεί να αποφέρει στους θαυμαστές του.

Η πρόθεση καλή και με μια κάποια λογική: γιατί να μη γνωρίσουμε την Άγκαθα Κρίστι στο κινηματογραφικό κοινό του 21ου αιώνα; Ασφαλώς. Μόνο που η συγκεκριμένη ιστορία έχει ξαναγυριστεί στο σινεμά (περισσότερες από μια φορά, αλλά η version του 1974 παραμένει η καθοριστική), και μάλιστα άκρως επιτυχημένη, με καστ που ακόμα και σήμερα θεωρείται ένα από τα εντυπωσιακότερα στην ιστορία του σινεμά (και οι περισσότεροι τότε στο ζενίθ τους): Άλμπερτ Φίνεϊ, Σον Κόνερι, Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λόρεν Μπακόλ, Τζον Γκίλγκουντ, Τζάκλιν Μπίσετ, Άντονι Πέρκινς, Μάικλ Γιορκ, κ.λπ. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να κάνει ο Μπράνα σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Μάικλ Γκριν («Blade Runner 2049»), ώστε να αιτιολογήσει ακόμη μια κινηματογραφική μεταφορά; Πολύ λίγα, δυστυχώς, είναι η απάντηση. Εκτός του ότι συγκεντρώνει αντίστοιχα λαμπερή ομάδα ηθοποιών, αλλάζει ελαφρά τους ρόλους και τις μεταξύ τους σχέσεις, βάζει δύο-τρεις ηθοποιούς από… φυλετικές μειονότητες και «πετάει» κάποια σχετικά σχόλια στο σενάριο, o Μπράνα αποπειράται κάπως διακριτικά (και με μισή καρδιά από ό,τι φαίνεται στο αποτέλεσμα) να εγχύσει μια σημαντική ποσότητα τεστοστερόνης στην ταινία του, με σεκάνς δράσης και καταδίωξης στα χιονισμένα τοπία (εντάξει, με τη βοήθεια αρκετού CGI) των Άλπεων, που δεν έχουν καμία σχέση με την πρωτότυπη ιστορία ή την παλαιότερη ταινία που καυχιόταν (και με το δίκιο της) για το πόσο πιστή είχε παραμείνει στο βιβλίο της Κρίστι. Όλα αυτά αφαιρούν από τη βαρύτητα της ίδιας της υπόθεσης και του μυστηρίου, και την κάνουν να δείχνει μια αποτυχημένη και «κόσμια» απόπειρα να γίνει ο Πουαρό ο επόμενος «Σέρλοκ Χόλμς» της κατά Γκάι Ρίτσι «ανάγνωσης»!

Ο ίδιος ο Μπράνα αναφέρει πως ήθελε να εστιάσει περισσότερο στον ψυχολογικό τρόμο της ιστορίας από το να μείνει εντελώς πιστός στο πρωτότυπο. Κι εκεί αποτυγχάνει, όμως. Παρόλο που «ανάγκασε» τους ηθοποιούς του να παραμένουν στο τρένο για την καθημερινή διάρκεια των γυρισμάτων, ώστε να επιτύχει το κλειστοφοβικό της υπόθεσης αλλά και την ψυχολογική κούραση του να βρίσκεσαι παγιδευμένος με τους ίδιους ανθρώπους, όλους τους ύποπτους για φόνο, αυτό δεν μεταφράζεται στην αίσθηση που παραδίδει στο κοινό. Καταρχήν, επιλέγει αρκετές φορές παράξενες γωνίες για τα πλάνα του, τα οποία πετάνε τον θεατή έξω από την ατμόσφαιρα και την ιστορία αντί να τον προσελκύσουν και να γίνει έτσι ένας από τους έγκλειστους υπόπτους. Για παράδειγμα, η ανακάλυψη του θύματος στο δωμάτιό του βρίσκει την κάμερα στο… ταβάνι του διαδρόμου, να αιωρείται άψυχα πάνω από τα κεφάλια των χαρακτήρων που τον ανακαλύπτουν και αδιαφορεί να μας δείξει το παραμικρό, ενώ όταν πια βλέπουμε το θύμα (αρκετή ώρα αργότερα), το shock value έχει παρέλθει προ πολλού. Αλλά και σε μια σχετική, γρήγορη σύγκριση των δύο σκηνών flashback που μας αποκαλύπτουν τον (;) δολοφόνο μεταξύ των δύο ταινιών, εκείνη του Λουμέτ είναι πολύ πιο τρομακτική από του Μπράνα, με το υποκειμενικό βλέμμα του θεατή στο ύψος τού κεφαλιού τού θύματος, όταν ο δράστης μπήγει το μαχαίρι, ψιθυρίζοντας τον λόγο για τον οποίο το κάνει. Στη φετινή εκδοχή, αυτό το τόσο σημαντικό ψυχολογικά μέρος, που τόσο σχολαστικά κι επιτυχημένα κινηματογράφησε ο Λουμέτ, ο Μπράνα σχεδόν το προσπερνά με ένα γρήγορο, ακατάστατο flashback δευτερολέπτων που βγάζει μηδαμινό συναίσθημα. Η πιο σημαντική, έως και εγκληματική (μιλάμε για έργο της Κρίστι, άλλωστε) αστοχία, όμως, εντοπίζεται στην επιλογή των Μπράνα και Γκριν να αρχίσουν να αποκαλύπτουν στοιχεία που συνδέουν τους υπόπτους με το θύμα από πολύ νωρίς, από την πρώτη κιόλας φορά που τους ανακρίνει ο Πουαρό, καταστρέφοντας έτσι το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας των βιβλίων της Κρίστι (και της ταινίας του Λουμέτ): την τελική αποκάλυψη. Με τον Πουαρό του Μπράνα να μας πετά μεγαλόφωνα το κάθε στοιχείο που ανακαλύπτει / συνειδητοποιεί σταδιακά στα μούτρα πολύ πρώιμα, η μεγάλη στιγμή της επίλυσης καταλήγει απλό πυροτέχνημα και όχι η «έκρηξη» που αποφέρει συνήθως το στοιχείο της έκπληξης (που η Κρίστι φυλούσε πάντα για το τέλος).

Το τελευταίο μεγάλο στοιχείο αποτυχίας της ταινίας είναι η εγωπάθεια του ίδιου του Μπράνα, η οποία στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις λειτούργησε θετικά στη φιλμογραφία του (π.χ. ο χαρακτήρας του Φρανκενστάιν πρέπει να έχει τον ναρκισσισμό που του ενστάλαξε). Ενσαρκώνοντας ο ίδιος τον Πουαρό, ο Μπράνα ενδίδει ακατάπαυστα στον πειρασμό να κάνει τον ήρωά του το επίκεντρο και την ψυχή της υπόθεσης, κι αυτό είναι ένα τεράστιο φάουλ. Εκεί που η Κρίστι, ο Λουμέτ, ο Φίνεϊ (και μετέπειτα ο Ούστινοβ) κάνουν τον Πουαρό τον ικανότερο παρατηρητή με σχεδόν δισδιάστατο συναισθηματικό και ψυχολογικό κόσμο κι αφήνουν τους χαρακτήρες / υπόπτους να μιλήσουν, να πράξουν και να πέσουν στην παγίδα από μόνοι τους, ο Μπράνα κάνει την ταινία του να μοιάζει με ένα… «The Hercule Poirot Show»: του δίνει προσωπική, πονεμένη ιστορία στο παρελθόν του, ώστε να προσφέρει στον εαυτό του μερικές ακόμα σκηνές κοντινών πλάνων, γίνεται ο ίδιος μέρος της δράσης και, ακόμα και στο τελικό πλάνο στο τρένο όπου όλοι βρίσκονται συγκεντρωμένοι, ο φακός βρίσκεται επάνω (πού αλλού;) στον Πουαρό / Μπράνα καθώς φεύγει, χωρίς ούτε ένα τελικό πλάνο των υπολοίπων! Έτσι, και με εξαιρέσεις τη Φάιφερ, τη Ρίντλεϊ, τον Τζος Γκαντ και φυσικά τον Ντεπ, οι υπόλοιποι ηθοποιοί και οι χαρακτήρες τους περνούν σχεδόν απαρατήρητοι. Εκεί που η ηλικιωμένη Πριγκίπισσα Ντραγκομίροφ της Γουέντι Χίλερ στην ταινία του ‘74 ήταν τόσο επιβλητικά τρομακτική, και η Χίλντεγκαρντ, η βοηθός της που ενσάρκωσε η Ρέιτσελ Ρόμπερτς αυστηρά και απαγορευτικά ως παρουσία, οι αντίστοιχες Τζούντι Ντεντς και Ολίβια Κόλμαν της φετινής ταινίας φαίνονται εξαρχής άκακες, έως και συμπαθείς! Τι να πει κανείς και για την τότε ερμηνεία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν που της χάρισε το Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου, βλέποντας σήμερα την Πενέλοπε Κρουζ να χάνεται και να ξεχνιέται στιγμιαία…

Σε μια σκηνή της ταινίας, η κάμερα ζουμάρει πάνω στο γελαστό πρόσωπο του Πουαρό, ο οποίος αναφωνεί: «Το όνομά μου είναι Ηρακλής Πουαρό και είμαι μάλλον ο καλύτερος ντετέκτιβ του κόσμου». Σ’ αυτή την ατάκα αντικαταστήστε το «Ηρακλής Πουαρό» με το «Κένεθ Μπράνα» και το «ντετέκτιβ» με το «σκηνοθέτης / ηθοποιός» και θα έχετε συνοπτικά το ύφος που θα συναντήσετε καθ’ όλη τη διάρκεια τούτης της παραγωγής. Με έναν δημιουργό απόλυτα σίγουρο για τον εαυτό του, που όμως έτσι σαμποτάρει το ίδιο του το δημιούργημα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εντυπωσιακή δουλειά σε φωτογραφία και καλλιτεχνική διεύθυνση, και μερικές καλοστημένες, αν και μονίμως υπερβολικά στυλιζαρισμένες σκηνές. Κατά τα άλλα, αν αυτή θέλετε να είναι η κινηματογραφική εισαγωγή σας στον ύποπτο κόσμο της Άγκαθα Κρίστι, τότε καλύτερα αναζητήστε την πολύ πιο έντιμη – και ψυχολογικά τρομακτική – ταινία του Σίντνεϊ Λουμέτ.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.