FreeCinema

Follow us

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ (2019)

(MOTHERLESS BROOKLYN)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Παρανομίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έντουαρντ Νόρτον
  • ΚΑΣΤ: Έντουαρντ Νόρτον, Γκούγκου Μπάθα-Ρο, Άλεκ Μπόλντουιν, Γουίλεμ Νταφόου, Μπόμπι Καναβάλε, Τσέρι Τζόουνς, Μάικλ Κ. Γουίλιαμς, Μπρους Γουίλις
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 144'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Στη Νέα Υόρκη του ’50 ιδιωτικός ντετέκτιβ που πάσχει από σύνδρομο Tourette δίνει όρκο τιμής να ανακαλύψει τους δολοφόνους καλού του φίλου και αφεντικού. Σκαλίζει την υπόθεση που εκείνος ερευνούσε, όμως μπλέκει σε χωράφια πολιτικών δολοπλοκιών και υποκόσμου, τα οποία δεν δείχνουν να είναι του χεριού του.

Είκοσι περίπου χρόνια χρειάστηκε ο Έντουαρντ Νόρτον, όχι μόνο για να επιχειρήσει να σκηνοθετήσει για δεύτερη φορά στην καριέρα του (το «Πιστά Ερωτευμένοι» του 2000 ήταν η πρώτη του), αλλά και για να καταφέρει να δώσει (επιτέλους) σάρκα και οστά σε ένα προσωπικό όραμα που τριβέλιζε το μυαλό του από τότε. Ο Νόρτον είχε αγοράσει τα δικαιώματα του φερώνυμου bestseller του Τζόναθαν Λέθεμ σχεδόν με το που… εμφανίστηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων το 1999, δηλώνοντας γοητευμένος από το περιεχόμενό του. Δεν ήταν εξαρχής βέβαιο πως ο ίδιος θα αναλάμβανε είτε τη σκηνοθεσία είτε τη σεναριακή διασκευή του μυθιστορήματος, όμως, καθώς με τα χρόνια οι πολλές σκέψεις που είχε περί το έργο ωρίμαζαν στο μυαλό του, τον έφεραν να εμφανίζεται σήμερα με τετραπλή ιδιότητα στο εγχείρημα. Πέραν των καθηκόντων τού σκηνοθέτη και του γραφιά, ο Νόρτον κρατά για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ παράλληλα εμφανίζεται και ως παραγωγός της ταινίας. Όλα αυτά δίνουν στις «Σκιές του Μπρούκλιν» τον χαρακτήρα έργου ζωής για τον Αμερικανό ηθοποιό, με το αποτέλεσμα σε γενικές γραμμές να τον δικαιώνει, αν και σε επιμέρους τμήματα το επί σειρά ετών πάθος του για το project φαίνεται πως υπερίσχυσε ενός πιο στιβαρού αποτελέσματος.

Η σεναριακή διασκευή του Νόρτον μεταφέρει τη δράση από τη σύγχρονη Νέα Υόρκη σε αυτήν της δεκαετίας του ’50. Ο Λάιονελ είναι ένας τύπος που έχει περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, χρωστώντας πολλά στον εν ολίγοις σωτήρα του, Φρανκ, για τον οποίο εργάζεται πια ως βοηθός στο γραφείο ιδιωτικών ερευνών που αυτός διατηρεί. Η μάλλον άγνωστη για την εποχή ασθένεια από την οποία πάσχει (σύνδρομο Tourette), περιγράφεται από τον ίδιο λες κι ένα κομμάτι του εγκεφάλου του έχει… «αυτονομηθεί», κάνοντας φίλους και γνωστούς που γνωρίζουν την πάθησή του να τον αντιμετωπίζουν περισσότερο με συμπάθεια παρά με οίκτο. Όταν (από την εναρκτήρια κιόλας σεκάνς) ο ευεργέτης του δολοφονείται, ο Λάιονελ αποφασίζει ως ελάχιστο φόρο τιμής στον νεκρό να βρει τους ενόχους. Ακολουθώντας τα ελάχιστα στοιχεία που ο μακαρίτης είχε στην κατοχή του (μεταξύ των οποίων το θρυλικό για τη νουάρ μυθολογία… σπιρτόκουτο!), αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της υπόθεσης, μπλέκοντας σταδιακά με τις βρώμικες δουλειές εργολάβου, με διεφθαρμένους δημοτικούς συμβούλους, με νεαρή μαύρη ακτιβίστρια, αλλά και με μυστηριώδη μοναχικό άνδρα που συνέχεια εμφανίζεται στο διάβα του. Όλα αυτά με φόντο τη Νέα Υόρκη που βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής, θέλοντας ν’ αφήσει για τα καλά πίσω της την οικονομική ύφεση των προηγουμένων δεκαετιών.

Η μεταφορά της πλοκής πίσω στα χρόνια του ’50 φέρνει το φιλμ πολύ πιο κοντά στο αυθεντικό νουάρ ύφος της χρυσής εκείνης εποχής, με το όλο στόρι της πολιτικής διαπλοκής να έχει σαφείς παραλληλισμούς με το αριστουργηματικό «Chinatown» (1974). Ο Νόρτον επιδεικνύει εξαιρετική φροντίδα σε ό,τι αφορά την ανασύσταση περιόδου, με υποδειγματικά σκηνικά και κοστούμια, καθώς και με μια πολύ προσεκτική επιλογή ηθοποιών για τους (αρκετούς) χαρακτήρες που εμφανίζονται. Ντύνει την ταινία του με αυθεντικούς jazz ήχους, οι οποίοι γίνονται αναπόσπαστο μέρος του φιλμ, βάζοντας την κάμερα στα υπόγεια νεοϋορκέζικα στέκια, θυμίζοντας ενίοτε την ατμόσφαιρα των «Σκοτεινών Δολοφόνων» (το έξοχο «Sweet Smell of Success» του 1957, για να μην… χαθείτε από τον ελληνικό τίτλο). Η δε φωτογραφία του Ντικ Πόουπ (μόνιμου σχεδόν συνεργάτη του Μάικ Λι) αποδίδει μέσω της πολύχρωμης παλέτας της τη ζωντάνια της Νέας Υόρκης, τόσο στους υπό το φως της ημέρας ανοιχτούς χώρους, όσο και στα πλέον σκοτεινά club, όπου ο Λάιονελ προσπαθεί να βγάλει άκρη με την υπόθεση.

Το ίδιο πειστικός είναι ο Νόρτον και με την ερμηνεία την οποία δίνει ως ντετέκτιβ, παρουσιάζοντας έναν μοναχικό ήρωα (όπως το είδος προστάζει), επαυξημένο εδώ με την ιδιαιτερότητα της ασθένειάς του. Προς τιμήν του και προς επίρρωση της προσπάθειας που έχει καταβάλει, υποδύεται τον χαρακτήρα του επιλέγοντας τον πιο δύσκολο δρόμο του αυτοσαρκασμού, επιδεικνύοντας μια συχνά χιουμοριστική διάθεση (η σκηνή με το… παρολίγον άναμμα του τσιγάρου) και όχι προσεγγίζοντας τον Λάιονελ με μια μεγαλεπήβολη, «οσκαρικού» τύπου δραματική ερμηνεία. Καταφέρνει, δε, να τη βγάζει καθαρή, κουβαλώντας σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τα τικ τού χαρακτήρα και τις αρλούμπες που συχνά πυκνά αμολάει, αποφεύγοντας την ευκολία μιας «επιλεκτικά» βαρύγδουπης εμφάνισης του φαινομένου ώστε να τονιστεί (άτσαλα) το «μεγαλείο» της υποκριτικής.

Τα σημεία στα οποία χάνει πόντους ο πολυπράγμων σε τούτο Νόρτον, στερούμενος στο τέλος την ευκαιρία για να πετύχει αυτό το κάτι παραπάνω, είναι αφενός στα σεναριακά του καθήκοντα, αφετέρου στην εμφάνιση (και σε τούτο) του συνηθισμένου εσχάτως προβλήματος με τους… μοντέρ, που κάνει τις ταινίες να ξεχειλώνουν (ανησυχητικά συχνά, πλέον) σε διάρκεια. Είναι η πρώτη φορά στην καριέρα του που ο Αμερικανός ηθοποιός αναλαμβάνει τον ρόλο του γραφιά και αυτό… μάλλον φαίνεται. Τα κίνητρα των εμπλεκομένων στην υπόθεση δεν δικαιολογούνται πάντα επακριβώς, καθώς η διεφθαρμένη υπό την απειλή μυστικού εκ του παρελθόντος συμπαιγνία πολιτικών, εργολάβων και υποκόσμου χάνεται κάπου κάτω από το ελαφρώς μπερδεμένο πέπλο οικογενειακών συγκρούσεων και μαύρου ακτιβισμού. Σε ό,τι αφορά τους πολλούς χαρακτήρες, κάποιοι στέκουν ως εντελώς διακοσμητικοί και αχρείαστοι (η σύζυγος του Φρανκ, λόγου χάρη, με τη Λέσλι Μαν σε πιο σύντομη δεν γίνεται εμφάνιση), ενώ οι τρεις καλοί φίλοι του Λάιονελ από το γραφείο ερευνών, οι οποίοι στην αρχή φαίνεται πως θα σταθούν συνοδοιπόροι στις έρευνές του, μένουν για ώρα εκτός πλάνου, με τη μεταστροφή ενός εξ αυτών να γίνεται με έναν ολίγον ουρανοκατέβατο τρόπο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Έντιμο νουάρ, γυρισμένο με φροντίδα και σεβασμό στο είδος. Ένα εικοσάλεπτο ψαλίδι στη διάρκειά του θα το καθιστούσε (θαρρώ) πολύ πιο ελκυστικό, ακόμα κι έτσι πάντως το φιλμ κυλά αβίαστα, χωρίς ασφαλώς να πιάνει τα δυσθεώρητα ύψη του «Chinatown», στο οποίο ίσως θα ήθελε να μοιάσει. Το ενήλικο κοινό ας του δώσει ψήφο εμπιστοσύνης. Παρά τις εδώ κι εκεί αστοχίες τους «Οι Σκιές του Μπρούκλιν» ανήκουν σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που ολοένα και σπανίζει στις μέρες μας. Όσοι το επιλέξουν, θα ακούσουν το κατευθείαν γραμμένο για το φιλμ, πολύ καλό νέο τραγούδι του Τομ Γιορκ «Daily Battles», το οποίο αν και έχει έναν σχετικά πιο μοντέρνο (με πινελιές jazz) ήχο, καταφέρνει να ταιριάξει απόλυτα με το κλίμα της ταινίας στην «ταξιδιάρικη» σεκάνς όπου χρησιμοποιείται.

MORE REVIEWS

ΤΣΑΡΛΙ

«Ο Τσάρλι ξεπηδά από το παρελθόν και προσγειώνεται στο σύγχρονο παρόν. Ένας ρομαντικός περιπλανώμενος ονειροπόλος, μια ύπαρξη ευαίσθητη και τρυφερή που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση», μας λέει το δελτίο Τύπου της ταινίας. Έζησα για να περιγράψω τη συνέχεια!

MARIANNE & LEONARD: ΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Η ιστορία της σχέσης (που σημάδεψε τη ζωή και την καριέρα) του Λέοναρντ Κοέν με τη μούσα του, Μαριάν Ίλεν.

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΜΙΝΤΓΟΥΕΪ

Τον Ιούνιο του 1942 Αμερικανοί και Ιάπωνες βρέθηκαν αντιμέτωποι σε μίας καθοριστικής σημασίας για τον έλεγχο του Ειρηνικού Ωκεανού ναυμαχία. Αυτή είναι η ιστορία της μάχης και των γεγονότων που οδήγησαν εκεί (περίπου, δηλαδή...).

ZIZOTEK

Μία γυναίκα εγκαταλείπει το παιδί της σε πανηγύρι της επαρχίας. Το εννιάχρονο αγόρι, αντί να ζητήσει βοήθεια, θα αρχίσει να εξερευνά το κοντινό δάσος, για να καταλήξει στην καλύβα ενός μοναχικού άνδρα, του οποίου το πατρικό ένστικτο δεν θ’ αργήσει να πάρει μπρος.

ΜΑΥΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Κολεγιακός σύλλογος φοιτητριών αποδεκατίζεται από μυστηριώδη κουκουλοφόρο με μπέρτα, λίγο πριν από την έλευση των Χριστουγέννων.