FreeCinema

Follow us

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (2016)

(LIVE BY NIGHT)

  • ΕΙΔΟΣ: Γκανγκστερικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπεν Άφλεκ
  • ΚΑΣΤ: Μπεν Άφλεκ, Ελ Φάνινγκ, Κρις Μεσίνα, Σιένα Μίλερ, Κρις Κούπερ, Ζόι Σαλντάνα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Μικροκακοποιός στη Βοστόνη του ’20 γίνεται το δεξί χέρι του αρχιμαφιόζου της περιοχής και αναλαμβάνει τη διακίνηση παράνομου αλκοόλ στην περιοχή της Φλόριδας. Εκεί πιάνει την καλή αποκτώντας μεγάλη δύναμη, όμως ο κόσμος των gangster δεν είναι αγγελικά πλασμένος…

Έχοντας στην τσέπη του το Όσκαρ καλύτερης ταινίας για το «Επιχείρηση: Argo» (2012) και απολαμβάνοντας μια ίσως ανεξήγητη γενική αποδοχή (στην πατρίδα του, ειδικότερα) για τις σκηνοθετικές του ικανότητες (τόσο που η τότε μη εκλογή του στην πεντάδα των σκηνοθετών θεωρήθηκε σχεδόν σκάνδαλο), ο Μπεν Άφλεκ, την τέταρτη φορά που κάθεται πίσω από την κάμερα, μάλλον αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να αποδείξει ότι είναι ένας γεννημένος auteur. Στις δύο πρώτες του ταινίες, το «Χωρίς Ίχνη» (2007) και το «The Town» (2010), μένοντας προσηλωμένος στο αστυνομικό θρίλερ στην πρώτη περίπτωση και στην καθαρόαιμη αστυνομική περιπέτεια στη δεύτερη, κατάφερε να παραδώσει δύο καλά για το είδος τους φιλμ (ειδικά το δεύτερο), χωρίς πάντως (κατά τη γνώμη μου) αυτό να οφείλεται και τόσο στις σκηνοθετικές του δεξιότητες (με τις οποίες «καθάρισε» μια και καλή στο παναμερικανικό όραμα του «Argo»), αλλά στη στοιχειώδη του ικανότητα να διηγηθεί στρωτά μια καλή ιστορία.

Για την καινούργια του ταινία, ο Άφλεκ, διασκευάζει για δεύτερη φορά ένα βιβλίο του Ντένις Λεχέιν (και το «Χωρίς Ίχνη» σε δικό του έργο βασιζόταν), αποφασίζοντας να μπει στα χωράφια τού νουάρ γκανγκστερικού δράματος εποχής, προσπαθώντας όμως να φτιάξει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα μαφιόζικο φιλμ, στο στιλ του αντίστοιχου σινεμά του Σκορσέζε ή των κλασικών ασπρόμαυρων νουάρ του ‘40. Το αποτέλεσμα είναι να φορτώνει τόσο πολύ το σενάριο, με σχεδόν όλα όσα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία των τελών της δεκαετίας του ’20 – αρχών του ’30, που η ταινία ξεχειλώνει στον υπέρτατο βαθμό, μην καταφέρνοντας από ένα σημείο και μετά να κρατήσει σταθερά το ενδιαφέρον του θεατή, αφού κόσμος πάει κι έρχεται με έναν τρόπο που μοιάζει εντελώς αστείος για τη σοβαρότητα του εγχειρήματός του.

Η αρχή, πάντως, δεν προμηνύει τα όσα θα ακολουθήσουν. Διηγούμενος ο ίδιος ο Άφλεκ την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο (με ένα voice-over αντίστοιχο του φτωχού του ερμηνευτικού ταλέντου), μεταφερόμαστε στη Βοστόνη, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο βετεράνος του γαλλικού μετώπου Τζο Κάφλιν διακρίνεται πια στο μέτωπο… των ληστειών. Το όλο στήσιμο του ξεκινήματος, με τον μικροκακοποιό που θέλει να ανέβει τα σκαλιά της ιεραρχίας του κόσμου των παρανόμων, τη (μοιραία) γυναίκα που αργά ή γρήγορα ξέρει κι ο ίδιος κατά βάθος πως θα τον προδώσει, αλλά και τους αρχιμαφιόζους που κάνουν γενικό κουμάντο, θυμίζει τα νουάρ της χρυσής εποχής του είδους της δεκαετίας του ’40, με τα γνωστά διλήμματα περί ηθικής να συμπληρώνονται εδώ από τον πατέρα του κεντρικού ήρωα, ο οποίος τυγχάνει Αστυνομικός Διευθυντής της πόλης. Ύστερα από μια καλοκουρδισμένη σεκάνς αυτοκινητικής καταδίωξης μετά ληστείας (στα πρότυπα των αντίστοιχων του «The Town», αλλά με αμάξια εποχής) όμως, όταν η δράση μεταφέρεται από τη μουντή Βοστόνη στην ηλιόλουστη Φλόριντα, ο Άφλεκ δείχνει να καταλαμβάνεται από μια όψιμη (;) μεγαλομανία, ξεκινώντας να αραδιάζει ένα σωρό υποπλοκές και extra χαρακτήρες, που κάνουν την ταινία του να μοιάζει με κινηματογραφικό supermarket. Ό,τι μπορείτε να φανταστείτε υπάρχει: ποτοαπαγόρευση, ύφεση, Ku Klux Klan, μαφιόζοι, Χόλιγουντ, μέχρι και τρελαμένοι ιεροκήρυκες, για να αναφέρω μόλις κάποια από τα όσα γίνονται. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα πως μόνο ο ναζισμός του έχει ξεφύγει από την εποχή εκείνη, γι’ αυτό και όταν λίγο πριν το τέλος εμφανίζεται σε πέρασμα από την οθόνη μέχρι και ο Χίτλερ (μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται περί spoiler), έπεσα από το κάθισμα! Η υποπλοκή ειδικά που έχει να κάνει με τον χαρακτήρα της Ελ Φάνινγκ, το απατηλό χολιγουντιανό όνειρο και την ανακάλυψη εν τέλει του λόγου του Θεού, είναι για να βγαίνεις από τα ρούχα σου, αφού ξεχειλίζει από γραφικότητα, δίνοντας την εντύπωση πως έχει «χωθεί» στην ταινία για να ικανοποιήσει το θρησκευτικής παράνοιας κοινό των ΗΠΑ. Περνάει έτσι ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία να παρουσιαστεί, μέσω της πολυπολιτισμικής Φλόριδας, ένα «αμερικάνικο χωνευτήρι» της εποχής εκείνης, καθώς ο άτσαλος τρόπος με τον οποίο πετιούνται όλα μέσα στην υπόθεση καταστρέφει τις όποιες προθέσεις.

Το γκανγκστερικό υπόβαθρο σε όλα αυτά είναι πάντα παρόν, πλην όμως βουλιάζει υπό το βάρος του ασήκωτου σεναριακού φορτίου. Το αντι-ηρωικό πνεύμα του Τζο, ο οποίος έχει έναν εντελώς δικό του κώδικα δράσης, σε έναν κόσμο εγκληματιών και φονιάδων με καθορισμένη ιεραρχία που δεν σηκώνει πολλά πολλά, δεν καταγράφεται πλήρως. Η υποτιθέμενη εσωτερική πάλη του κεντρικού χαρακτήρα, από τη μία να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του (αλλά και του αφεντικού του) για τον πλήρη έλεγχο της παράνομης διακίνησης αλκοόλ με ό,τι αυτό συνεπάγεται (εκδίκησης για το παρελθόν συμπεριλαμβανομένης) αλλά και της προσμονής για μια ήσυχη οικογενειακή ζωή στο πλευρό της όμορφης Κουβανής με την οποία κάνει σχέση σχεδόν με την άφιξή του στη Φλόριδα (με τη Ζόι Σαλντάνα να χάνεται, όπως και οι περισσότεροι δεύτεροι ρόλοι), μόνο ξώφαλτσα περνάει εξαιτίας και του εντελώς ακατάλληλου για τον συγκεκριμένο πρωταγωνιστικό ρόλο Άφλεκ. Με το χαρακτηριστικό του απαθές βλέμμα, δείγμα δήθεν γαλήνιου cool gangster, δεν πείθει ποτέ πως μπορεί να ενσαρκώσει έναν κατεξοχήν νουάρ ήρωα, μοιάζοντας περισσότερο με κακομαθημένο μπόμπιρα με φουσκωμένα μαγουλάκια, που απειλεί να κρατήσει την ανάσα του μέχρι να γίνει η φάτσα του μπλε εάν δεν περάσει το δικό του.

Κάπως έτσι πάει στράφι η άψογη απεικόνιση της περιόδου, καθώς και η εξαιρετική φωτογραφία του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, ο οποίος τόσο στους κλειστούς χώρους, όπου ρίχνει «βαριές» σκιές, όσο και στα ηλιόλουστα πλάνα της Φλόριδας κάνει θαύματα, θυμίζοντας ενίοτε το στιλ του «Νονού». Το αποκορύφωμα του μπερδέματος (για να το πούμε κομψά) που έχει ο Άφλεκ στο μυαλό του έρχεται μετά το άγριο πιστολίδι λίγο πριν το τέλος (που γίνεται φανερό πως πλησιάζει, μιας και όλα τα διάσπαρτα twists εκεί οδηγούν), όταν αποφασίζει να τραβήξει την ιστορία του λίγο ακόμα, προσφέροντάς μας 3 (τρία!) επιπλέον διαφορετικά φινάλε, για όλα τα γούστα και για όλες τις εποχές, για να διαλέξουμε αυτό που ταιριάζει καλύτερα με τον χαρακτήρα «μας». Χάνει έτσι την τελευταία καλή εντύπωση, διότι ενώ στις βίαιες ομοβροντίες από πιστόλια έχει δείξει πως το έχει, δεν επιλέγει να κλείσει την ταινία του με μία τέτοια. Θα μπορούσε, αλλά δεν…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας που δεν προσφέρει όσα υπόσχεται. Σπαταλά τους καλούς ηθοποιούς της σε ασήμαντους ρόλους που ουδεμία σημασία έχουν, αφού ο δημιουργός της έχει πάρει την απόφαση να τα πει και να τα δείξει «όλα». Το καλό της κομμάτι είναι το αμιγώς γκανγκστερικό, δυστυχώς όμως η μη ενιαία σεναριακή γραμμή το υποβαθμίζει. Οι λάτρεις της απλής περιπέτειας μετά πιστολιδίου πιθανόν να ξινίσουν με τα πάρα πολλά που συμβαίνουν από ένα σημείο και μετά, ενώ εκείνοι που ψάχνουν κάτι πιο πολυεπίπεδο, μάλλον θα μείνουν άναυδοι με την ευκολία με την οποία ανοιγοκλείνουν τα μέτωπα και μεταστρέφονται οι χαρακτήρες. Έχει στιγμές που προσφέρει καλή διασκέδαση, δεν ξεφεύγει και τόσο προς τον δρόμο της… νύστας όμως, έστω κι αν κρατάει δύο ώρες γεμάτες.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.