FreeCinema

Follow us

Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΣΑΝΚΤΙΣ (2016)

(LA LARGA NOCHE DE FRANCISCO SANCTIS)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρανσίσκο Μάρκες, Αντρέα Τέστα
  • ΚΑΣΤ: Ντιέγκο Βελάσκες, Λάουρα Παρέδες, Βαλέρια Λοΐς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 78'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Αργεντινή, 1977. Φιλήσυχος μικρομεσαίος οικογενειάρχης λαμβάνει άθελά του πληροφόρηση για την επικείμενη «εξαφάνιση» ενός αντικαθεστωτικού ζευγαριού από τον στρατό της δικτατορίας του Βιδέλα. Θα ρισκάρει να τους προειδοποιήσει;

Προσπερνώντας το γεγονός πως η ταινία έρχεται με δύο χρόνια καθυστέρησης στην Ελλάδα, πρόκειται για μια αρκετά ασυνήθιστη ματιά, τόσο για το είδος της δραματικής περιπέτειας, όσο και για τον κεντρικό ήρωα μιας τέτοιας παραγωγής. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αργεντίνου συγγραφέα και αντικαθεστωτικού της εποχής που περιγράφει, Ουμπέρτο Κονσταντίνι, η ιστορία επικεντρώνεται σε μια μέρα από τη ζωή του Φρανσίσκο Σάνκτις, ενός συνεσταλμένου, έως και άτολμου μεσήλικα οικογενειάρχη που μοιάζει να μην επηρεάζεται τόσο πολύ στην καθημερινότητά του από το δικτατορικό καθεστώς του Βιδέλα, υπεύθυνο για την εξαφάνιση χιλιάδων συμπολιτών του. Το μόνο που φαίνεται να τον αγχώνει είναι η πολυπόθητη προαγωγή που περιμένει (και που μάλλον δεν θα έρθει ποτέ), ως μέσο και για μια πιο άνετη ζωή για την οικογένειά του αλλά και ως επιβεβαίωση επαγγελματικής / κοινωνικής ανέλιξης. Ο Σάνκτις κάνει κυριολεκτικά τα στραβά μάτια σε δημόσιες συλλήψεις και απορρίπτει δειλά το βραχύβιο πέρασμά του από την κομμουνιστική νεολαία δύο δεκαετίες νωρίτερα. Ωστόσο, αυτή τη δύσκολη μέρα άλλης μιας επαγγελματικής απόρριψης, μια γνωστή του από εκείνο το «καταχωνιασμένο» παρελθόν έρχεται σε επαφή μαζί του και του δίνει την άκρως επείγουσα πληροφορία για ζευγάρι το οποίο πρόκειται να δεχθεί μια στρατιωτική «επίσκεψη» το ίδιο βράδυ. Ο φιλήσυχος Σάνκτις δέχεται την πληροφορία σαν «δηλητήριο», προσπαθώντας να πασάρει την ευθύνη της αλλού, την ίδια στιγμή που η συνείδησή του και το πιο αγωνιστικό του παρελθόν αρχίζουν να αφυπνίζονται.

Οι σκηνοθέτες Μάρκες και Τέστα δημιουργούν αρκετά επιτυχημένα ένα υποδόριο σασπένς, καθώς επιλέγουν να ακολουθήσουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το πολύωρο ταξίδι του αντιήρωά τους στους σκοτεινούς δρόμους του Μπουένος Άιρες, με τον ήρωα να προσπαθεί απεγνωσμένα να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει: να δράσει και να μπει ο ίδιος (και πιθανώς και η οικογένειά του) σε κίνδυνο προειδοποιώντας το ζευγάρι, να αγνοήσει την πληροφορία ή να προσπαθήσει να τη μεταβιβάσει σε κάποιον άλλο; Η αφηγηματικότητα της ταινίας μοιάζει λιτή, με τον ελάχιστο δυνατό διάλογο, λιγοστές ουσιαστικές εντάσεις και χωρίς τη δραματουργική «βοήθεια» μουσικής (πλην ενός τραγουδιού που ακούγεται σε καίριο σημείο). Η επιλογή του φυσικού φωτισμού του νυχτερινού Μπουένος Άιρες, βέβαια, μπορεί να κάνει την ατμόσφαιρα πιο ρεαλιστική, όμως βουτάει το μεγαλύτερο μέρος της σε ένα σκοτάδι όπου πολλές φορές γίνεται δύσκολο να διακρίνεις τι βλέπεις, ενώ οι σκηνές όπου ο Σάνκτις περπατά από το ένα μέρος στο άλλο προσπαθώντας να βρει λύση είναι υπεραρκετές και τόσο χαμηλότονες ώστε να χάσεις το ενδιαφέρον σου, έστω και προς στιγμήν.

Όλα αυτά, ωστόσο, εξισορροπούνται από το ίδιο το δίλημμα που βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας και που η ταινία επιτυγχάνει να αποδώσει σχεδόν στο έπακρο: ο Σάνκτις είναι ο μέσος άνθρωπος, ο μικρομεσαίος υπάλληλος με την οικογένεια και το μικρό σπιτικό που προσπαθεί να επιβιώσει και να προστατεύσει τους οικείους και τη ζωή του, ακόμα και υπό την τεράστια σκιά ενός τυραννικού, βίαιου καθεστώτος που δεν διστάζει να εξοντώνει καθημερινά τους πολίτες του. Αλήθεια (ρωτά η ταινία), πόσοι από εμάς θα αντιμετωπίζαμε το ίδιο δίλημμα με τον Σάντκις; Τα ρισκάρεις όλα για να προστατεύσεις εκείνους που αγωνίζονται για την αλλαγή ενός καθεστώτος φόβου; Ή παραμένεις απαθής ώστε να προστατεύσεις τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού σου) που αγαπάς; Έχουμε όλοι έναν «ήρωα» μέσα μας ή κάποιοι (οι περισσότεροι, ίσως) παραμένουμε παθητικοί «φουκαράδες» που το μόνο που θέλουμε είναι η προσωπική και οικογενειακή μας ησυχία; «Αυτοί που τα έκαναν, αυτοί να τα διορθώσουν», του λέει ο φίλος και πρώην συναγωνιστής του, και αυτή η μεταφορά της ευθύνης σε εκείνους τους αόριστους «υπεύθυνους» είναι ένα από τα πιο καίρια (και τραγικά επίκαιρα αυτή την στιγμή ανά τον κόσμο) σχόλια του ουσιαστικού πυρήνα της ταινίας. Το πορτρέτο αυτού του ανθρώπου που περικλείει όλες τις άνωθεν ερωτήσεις γίνεται μια άκρως ενδιαφέρουσα, έστω και μικρού βεληνεκούς (και διάρκειας) ταινία, η οποία σε κερδίζει, αν μη τι άλλο, για τις προθέσεις της.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μικρή σε (διάρκεια και) κινηματογραφική εμβέλεια αλλά αρκετή για να σε βάλει σε σκέψεις, αφού τα ηθικοκοινωνικά ερωτήματα που θέτει βάζοντας τον θεατή στη θέση του κεντρικού της χαρακτήρα βρίσκουν, δυστυχώς, ομοιότητες με τη σημερινή μας καθημερινότητα. Ενδέχεται οπτικά και ρυθμικά να κουράσει σε σημεία αλλά, αν έχεις την υπομονή, θα δεις μια δραματική περιπέτεια χαμηλών τόνων με στοιχειώδες ενδιαφέρον σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

MORE REVIEWS

Η ΣΥΖΥΓΟΣ

Η Τζόαν συνοδεύει τον σύζυγό της στο ταξίδι του στη Στοκχόλμη. Ο Τζο πρόκειται να παραλάβει εκεί το βραβείο Nobel λογοτεχνίας. Για ένα έργο ζωής που δεν θα ήταν τόσο επιτυχημένο εάν δεν είχε εκείνη στο πλάι του…

ΑΝ Η ΟΔΟΣ ΜΠΙΛ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ

Το ονειρικό ρομάντζο ενός νεαρού ζευγαριού στο Χάρλεμ των αρχών της δεκαετίας του ‘70 διακόπτεται απότομα όταν εκείνος φυλακίζεται για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Η κοπέλα, έγκυος με το παιδί τους, θα αγωνιστεί να τον βοηθήσει να αποφυλακιστεί, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τη θέση της σε έναν δύσκολο κόσμο.

Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

Τρεις φαροφύλακες, επωμισμένοι τη φροντίδα και τη λειτουργία ενός φάρου σε απομονωμένο σύμπλεγμα νησιών της Σκωτίας, θα εξαφανιστούν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, με το συμβάν να περνάει στην Ιστορία ως το άλυτο «μυστήριο της νήσου Φλάναν».

CORGI: ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ

Μεγάλα γυμνάσια εντός κι εκτός των τειχών περιμένουν το πιο χαϊδεμένο της Ελισάβετ. Gooooood boy. Dog save the queen;

ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Έξι ημέρες από τη ζωή του φερέλπιδος ακόμη συγγραφέα Σεργκέι Ντοβλάτοφ, καθώς τριγυρίζει στο Λένινγκραντ του 1971, προσπαθώντας εναγωνίως να εκδώσει το έργο του.