FreeCinema

Follow us

ΤΖΟΥΝΤΙ (2019)

(JUDY)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρούπερτ Γκουλντ
  • ΚΑΣΤ: Ρενέ Ζελβέγκερ, Τζέσι Μπάκλεϊ, Φιν Γουίτροκ, Ρούφους Σιούελ, Μάικλ Γκαμπόν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Οι τελευταίοι μήνες της ταραχώδους ζωής της Τζούντι Γκάρλαντ, με τις sold-out συναυλίες της στο Λονδίνο, τον έσχατο γάμο της, την απελπισμένη προσπάθειά της να κρατήσει την κηδεμονία των παιδιών της και, φυσικά, τις διαβόητες καταχρήσεις που τη στοίχειωσαν για σχεδόν ολόκληρο το σύντομο διάστημα του βίου της.

Με τις μουσικές βιογραφίες να βρίσκονται διαρκώς στη μόδα, μία βιογραφία της Τζούντι Γκάρλαντ βγάζει απόλυτο νόημα ύπαρξης, ιδιαίτερα όταν ξεφεύγει από μια γενική εξιστόρηση της ζωής της και επικεντρώνεται στους μήνες λίγο πριν απ’ τον πρόωρο θάνατό της, μόλις στα 47 της χρόνια. Η ταινία του (κατά βάση) θεατρικού σκηνοθέτη Ρούπερτ Γκουλντ, σε σενάριο του μάλλον άγνωστου Τομ Ετζ, βασίζεται στο θεατρικό «End of the Rainbow» του Πίτερ Κουίλτερ κι έχει ως χρονικό επίκεντρο τη σειρά συναυλιών στο Λονδίνο που αναγκάστηκε να αποδεχτεί η Γκάρλαντ το 1968, καθώς βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση, με τον πρώην σύζυγό της Σιντ Λοφτ να την απειλεί για την κηδεμονία των δύο ανήλικων παιδιών τους. Έχοντας ουσιαστικά πιάσει πάτο στην Αμερική, με τα studios και τους μεγάλους συναυλιακούς χώρους να της έχουν γυρίσει την πλάτη ως αναξιόπιστης (λόγω της απρόβλεπτης συμπεριφοράς της) και ανασφάλιστη (οι εταιρείες αρνούνταν να της κάνουν ασφάλεια ζωής εξαιτίας των καταχρήσεων και της φθίνουσας φυσικής της κατάστασης), η μόνη προφανής λύση για την Γκάρλαντ ήταν να αποδεχθεί το ταξίδι στην Αγγλία, όπου είχε ακόμα έναν τεράστιο και αφοσιωμένο αριθμό θαυμαστών, από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις έως το gay κοινό (το οποίο ακόμη και σήμερα την έχει σχεδόν θεοποιήσει). Την ίδια εποχή, θα γνωρίσει και θα παντρευτεί τον τελευταίο από τους συνολικά πέντε συζύγους της, τον νεαρό τυχοδιώκτη Μίκι Ντινς, ενώ η ήδη βεβαρημένη υγεία της βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο κατάρρευσης.

Η αισθητική της ταινίας καθώς και η αναπαράσταση της εποχής στην οποία διαδραματίζεται είναι άκρως επιτυχημένα σημεία, ωστόσο η ταινία συνολικά απογοητεύει, όχι γιατί είναι κακή ή αποτυχημένη (δεν είναι τίποτα από τα δύο), αλλά γιατί πολύ απλά ακολουθεί την πεπατημένη των βιογραφικών φιλμ του είδους τόσο τυφλά και προβλέψιμα ώστε δεν έχει να προσφέρει τίποτα το αξιοσημείωτο, πέραν (φυσικά) της κεντρικής ερμηνείας, για την οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω. Το σενάριο του Ετζ είναι σχηματικό, δημιουργώντας μια γενικώς ανέμπνευστη αφηγηματική γραμμή, με μία ευρύτερη «ποιητική άδεια» που συνδράμει στο μελοδραματικό της υπόθεσης (σημαντικότερο παράδειγμα, η σειρά συναυλιών της στο Λονδίνο ήταν άκρως επιτυχημένη, χωρίς τα τρανταχτά δράματα που παρουσιάζονται εδώ), στοιχεία που συναντάμε περισσότερο σε τηλεταινίες «της σειράς» παρά σε μια φιλόδοξη κινηματογραφική παραγωγή, ενώ φαίνεται πως δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή και χρόνος στο casting ορισμένων δεύτερων ρόλων, κάτι που αποτελεί σφάλμα της παραγωγής, ειδικά αφού πρόκειται για αληθινά και πασίγνωστα πρόσωπα (η ηθοποιός που υποδύεται την ενήλικη κόρη της Γκάρλαντ, τη Λάιζα Μινέλι, μοιάζει τόσο λίγο στην αληθινή, που το κοινό της προβολής την οποία παρακολούθησα ψιθύριζε την ερώτηση «Αυτή υποτίθεται είναι η Μινέλι;» καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης παρουσίας της στην οθόνη!). Αυτά είναι που πλήττουν περισσότερο την ταινία, η οποία κατά τα άλλα έχει σκηνοθετηθεί επιτυχημένα από τον Γκουλντ, αν και θα μπορούσε να έχει πέσει εύκολα στην παγίδα που έχει βγάλει ηττημένους αναρίθμητους θεατρικούς σκηνοθέτες, δηλαδή μία στατική θεατρικότητα στο στήσιμο και τις ερμηνείες. Η σκηνοθεσία του Γκουλντ έχει αρκετές έξυπνες και άλλες ειλικρινά συγκινητικές στιγμές, ενώ η καθοδήγηση του (σχεδόν αμιγώς βρετανικού) καστ είναι ικανότατη.

Ίσως όλες αυτές οι αδυναμίες να μην έχουν και τόση σημασία, βέβαια, όταν ερχόμαστε στη βασική παρουσία τούτου του έργου. Ίσως, όπως και στις συναυλίες της Γκάρλαντ, τα υπόλοιπα στοιχεία γύρω της να μοιάζουν απλά διακοσμητικά ή έστω υποστηρικτικά του one-woman-show που όλοι ήρθαν να δουν. Ολόκληρη η ταινία, λοιπόν, βασίζεται επάνω στη Ρενέ Ζελβέγκερ. Η ηθοποιός, που κάνει ένα από τα δυνατότερα comeback του σύγχρονου αμερικανικού σινεμά, καταφέρνει το ιδανικό στο οποίο θα πρέπει να στοχεύει κάθε σοβαρός ηθοποιός: ενσαρκώνει στην εντέλεια τον χαρακτήρα της Γκάρλαντ χωρίς να υποπίπτει ποτέ σε φτηνή μίμηση. Σε παρόμοια ηλικία με εκείνη της Γκάρλαντ του 1968 και με δικά της προσωπικά (και τραυματικά ίσως) βιώματα στην αδίστακτη χολιγουντιανή βιομηχανία, η Ζελβέγκερ αποδεικνύει σε κάθε κοντινό πλάνο, σε κάθε μανιέρα, σε κάθε στιγμή που βρίσκεται στο επίκεντρο της κάμερας, πως κατανοεί, συμπάσχει και πονάει για την ηρωίδα της, μια γυναίκα τόσο εύθραυστη και ταλαιπωρημένη που καταπίνει συνεχώς χάπια κι εξευτελισμούς, μια show-woman σωματικά και ψυχικά κατεστραμμένη από το ίδιο το studio system, που την έκανε αέναο είδωλο αλλά και diva, που ζει για να τραγουδά και να ψυχαγωγεί. Η Ζελβέγκερ τραγουδά ζωντανά (στα γυρίσματα, όχι αργότερα σε studio) τα κλασικά τραγούδια της Γκάρλαντ με την κάμερα συνήθως κοντά στο πρόσωπό της, και ο ερμηνευτικός της θρίαμβος ολοκληρώνεται πανηγυρικά, καθώς χρησιμοποιεί μεν τις μανιέρες και τις εκφράσεις της τότε star χωρίς να προσπαθεί να τη μιμηθεί, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να ακυρώσει τη βαρύτητα της ερμηνείας της. Γνωρίζει καλά πως η φωνή της δεν θα φτάσει ποτέ τα άπιαστα ύψη της Τζούντι, όμως ο συναισθηματικός αντίκτυπος είναι απρόσμενα μεγαλύτερος έτσι, αντί ν’ ανοιγοκλείνει τα χείλη της σε playback ή να χρησιμοποιεί την τεχνολογία ώστε να «παίξει» με τη φωνή της ώστε αυτή να προσομοιάσει σ’ εκείνη της Γκάρλαντ (γράφοντας όλα αυτά, σκέφτομαι τον Ράμι Μάλεκ και το Όσκαρ του και γελάω). Η Ρενέ τα δίνει όλα ως Τζούντι και, όπως η ηρωίδα της, μας ικετεύει κατάματα να μην την ξεχάσουμε, κάτι που ασφαλώς γνωρίζει πως δεν πρόκειται να συμβεί.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν είστε των βραβείων, τότε μάλλον δεν θα θέλατε να χάσετε το «στανταράκι» της φετινής κούρσας για τον πρώτο γυναικείο ρόλο. Επίσης, αν είστε θαυμαστές της Γκάρλαντ, αποτελεί άχαστη επιλογή. Από άποψης ταινίας του είδους της, δεν είναι και ό,τι πιο πρωτότυπο, αλλά και μόνο η ερμηνεία του ομώνυμου ρόλου θα σας αποζημιώσει. Γενικώς, πάτε για τη Ζελβέγκερ, σας αρέσει ή όχι (το επιβεβαιώνω κι εγώ που δεν ήμουν ποτέ fan της ηθοποιού, όμως εδώ δεν χωρά αμφιβολία για το μεγαλείο της ερμηνείας της).

MORE REVIEWS

ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΙΟΣ ΗΡΘΕ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΟΥ;

Η οικογενειακή μάζωξη για τον εορτασμό των εβδομηκοστών γενεθλίων της μαμάς παίρνει άβολη τροπή, όταν σε αυτήν καταφθάνει η ψυχολογικά ασταθής και εξαφανισμένη τα τελευταία χρόνια κόρη της.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Πρώην φίρμα του λαϊκού τραγουδιού, που τα πήρε κρανίο και τα γάμησε όλα στην Αθήνα, πλέον ζει στην επαρχία με καταχρεωμένο σκυλάδικο, γκρίνια μανούλας και παντρεμένη γκόμενα την οποία θέλει να «κλέψει». Εκείνη θα διαπράξει το τελευταίο κυριολεκτικά, αδειάζοντας 1.000.000 ευρώ από το χρηματοκιβώτιο του συζύγου της. Ο τελευταίος αναζητά το σκαστό ζευγάρι και ζητά τη βοήθεια της δικής του μανούλας…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ακόμα πληγωμένος από τον χωρισμό του με τη σύζυγό του, ο οξύθυμος και εθισμένος στο αλκοόλ Τζακ Κάνινγκχαμ δέχεται την πρόσκληση να γίνει ο προπονητής της ομάδας basketball του παλιού του σχολείου, στο οποίο ο ίδιος είχε διαπρέψει ως αθλητής και παίκτης. Θα βρει έτσι τον δρόμο για τη σωτηρία του;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΝΕΡΑ

Ένας μεγαλοδικηγόρος τα βάζει με μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες χημικών όταν συνειδητοποιεί το μέγεθος και την έκταση της περιβαλλοντικής ζημιάς που αυτή έχει προκαλέσει επί δεκαετίες.

ΦΥΓΑΜΕ

Σε ένα φανταστικό σύμπαν που θυμίζει αρκετά τη δική μας καθημερινότητα, δύο έφηβα αδέλφια… ξωτικά έχουν λιγότερο από 24 ώρες ώστε να ολοκληρώσουν ένα ξόρκι και να δουν τον νεκρό τους πατέρα για μια τελευταία φορά.