FreeCinema

Follow us

Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ (2019)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Κορνήλιος
  • ΚΑΣΤ: Ορόρα Μαριόν, Κάτια Λεκλέρκ Ο΄Γουόλις, Κώστας Αρζόγλου, Εστέλ Μαριόν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΤΡΙΑΝΟΝ

Μετεμφραγματίας και καταχρεωμένος παλαίμαχος ηθοποιός, άλλοτε πρώτο όνομα, δίνεται στο ανέβασμα Μάκβεθ μαζί με τις δύο κόρες του, μια Βελγίδα και μια Γαλλίδα, τις οποίες αγνόησε επί χρόνια αλλά προστρέχουν στο πλάι του στην Αθήνα. Μαζί μπορούν;

Ευχάριστη έκπληξη το ότι επιχειρήθηκε και μια ελληνική δοκιμή στις θεματάρες του αγαπημένου «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», λιγότερο πολύπλαγκτη και κατώτερη τόσο του αξεπέραστου καουφμανικού ημιπροτύπου όσο και του επιθυμητού αυτή η μετεξέλιξη του «11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου» σε κάτι (μεταξύ «Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη» και «Φθινοπωρινή Σονάτα») πιο μπεργκμανικό, και διπλά αυτοαναφορικό: μια ταινία αφενός πάνω στο αρτίστικο υπερεγώ και το θεατρικό υποδύεσθαι ως ολέθρια καθυστερημένη generale τού βιώνειν, και αφετέρου ανατροφοδοτούμενη από το ρεζουμέ τουλάχιστον των τριών απ’ τους τέσσερις πρωταγωνιστές. «Τη ζωή μας την έβαλα στη δουλειά μου. Αλλά δεν πήγε χαμένη!», φωνάζει κάποια στιγμή ο ήρωας – η πρώτη πρόταση της ατάκας ισχύει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η δεύτερη.

Εκτός των (ιντριγκαδόρικων για τους γνώστες) «προβολών» στα πραγματικά ή ποιητική αδεία χούγια και εμπειρίες της φαμίλιας Αρζόγλου – Μαριόν, από την ετεροχρονισμένη σύσφιγξη σχέσεων μέχρι το φαλιμέντο στο σανίδι, η γόνιμη αντανάκλαση της δραματουργίας προς και από το σαιξπηρικό δράμα είναι το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο, τεκμήριο των ικανοτήτων των κονδυλοφόρων του Κορνήλιου και της όπως πάντα επίσης στο μοντάζ Ευγενίας Παπαγεωργίου, που μεταφέρουν στην κονίστρα του παλκοσένικου τον αγώνα του πειράματος ελευθερίας του «Μητριαρχία» ενάντια στη στρεβλή εξουσία του αρσενικού. Ο γεννημένος για και απορροφημένος απ’ τη διακονία της κλίσης του πατέρας θα επωμιστεί τον ρόλο τού τυφλωμένου στις επιδιώξεις του ηγεμόνα, στη συγκρατημένη (και κρυφίως ασταθή) μετά την αδόκητη αποδημία της μητέρας της μεγαλύτερη κόρη του θα δώσει εκείνον της προς ολέθριο στοίχειωμα Λαίδης, η πιο θερμοκέφαλη ετεροθαλής νεαρότερη αδερφή της (με τη δική της μητέρα, επίσης θεράπουσα της υποκριτικής, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου της ματαιοπονίας μέσω Skype) θα είναι η κήρυκας κι υφάντρα του κακού Μάγισσα. Ο σκηνοθέτης και star μπαμπάς σκοτώνει τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Είχε σκοτώσει για δεκαετίες τον ρόλο του γονιού που οι δύο γυναίκες χρειάζονταν να παίξει. Θα «σκοτωθούν», δημιουργικά και μη, στις πρόβες που ξύνουν, υποσυνείδητα ή κατ’ απαίτηση του καθοδηγούντος dad, τις οικειότερες πληγές τους. Θα σκοτώσουν το κοινό άρρωστο χθες ή κάτι ακόμα θα πεθάνει gratia artis;

Οι καταστάσεις προβλεπτά αλλά χωρίς να χωλαίνουν πατάνε επάνω στην με ξεσπάσματα επανεπίσκεψη της θυγατρικής ματαίωσης των δύο θηλυκών κόντρα στην εν πλήρει επιγνώσει τής κοντά στο απάνθρωπο φύσης του αλλά αμετανόητη υπεράσπιση του ανώτερου της αποστολής του άνδρα που τις έφερε στον κόσμο αλλά αγάπησε τη σκηνή περισσότερο απ’ αυτές, με κάποιες αποκαλύψεις επί προσωπικού κλου που υποδαυλίζουν αντιθετικά τις σκιαγραφήσεις και το δυσχερές της συναισθηματικής επούλωσης ενός εκάστου των… περσόνων, προαπαιτούμενου για την επούλωση του δεσμού τους. Η dp Ολυμπία Μυτιληναίου αιχμαλωτίζει όχι ανιαρά την κυρίως σε εσωτερικούς χώρους δράση, μεταξύ της θεατρικής αίθουσας, του δωματίου του ξενοδοχείου που φιλοξενεί τιμής ένεκεν τον πάλιουρα, του διαμερίσματος των δύο γυναικών και κάποιων λήψεων δρόμου στην πρωτεύουσα. Το πρώτο πρόβλημα: έχοντας «σβήσει» το ελληνικό φως προς χάριν μιας χειμωνιάτικης, νοσηρής παλέτας, η dp πιάνει το θέμα (now is the winter of our discontent, που θα ‘λεγε κι ο βάρδος) αλλά, με ενάντιο και τον χαμηλό προϋπολογισμό, χτίζει μια αισθητικά επιβαρυντική μονόχνωτη ατμόσφαιρα σε μια ταινία που δείχνει να απαιτεί το ελλείπον εικαστικό αισθητήριό της, αναγκαίο ταίρι των νοημάτων που ανασκαλεύει το σενάριο.

Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με τη διανομή. Η ταινία χάνει σε πιστότητα αισθητά, αρχικά και ιδίως στα πιο μικρής βαρύτητας, ψιλοδιεκπεραιωτικά pas de deux των «κοριτσιών», και γρήγορα γίνεται αντιληπτό ότι ούτε η Μαριόν έχει την προϋπηρεσία ή τη σκευή, ούτε η Ο’Γουόλις την γκάμα ή τη φλόγα-μέσα-στον-πάγο ώστε να σηκώσουν ερμηνευτικά τις σκιαγραφήσεις τους. Όταν συνειδητοποιείς ότι ούτε το φυσικά καταπονημένο της φωνητικής και κινησιολογικής παρουσίας του Αρζόγλου, παρ’ όλες τις συνδηλώσεις του CV του, αρκεί να τον χρίσει ιδανικό για να άρει μαγνητικά την παράσταση, σχεδόν ανακηρύσσεις επαγγελματικότερη του θιάσου την πρεσβύτερη Μαριόν στις… τηλεδιασκέψεις της, εωσότου τουλάχιστον η πλοκή τη φέρει κι αυτήν στην Ελλάδα δια ζώσης για να διανθίσει αλλά όχι και να χαλυβδώσει τη συγκρουσιακή φόρτιση, πριν απ’ την τραγική κορύφωση – κόλαφο που τουλάχιστον δεν πνίγεται στο melo, παρά το flirt της με τα οιστρογόνα, και ρίχνει τσεκουράτα επίλογο. Οι πράξεις προετοιμασίας τού the Scottish Play, όπου λάμπει το «μεγάλη προσωπικότητα, μικρός άνθρωπος» του μπαμπά, είναι που σαφώς αποζημιώνουν περισσότερο όπως και να ‘χει, μιας και το ρεαλιστικό ψυχόδραμα, μολονότι ποτέ βαρύ ή ασόβαρο, στερείται ενός ευρύτερου ρεπερτορίου συναισθημάτων, και σφαλματάκια της αφήγησης διακρίνονται αραιά αλλά αποφασιστικά: μια εξομολόγηση για κάτι εφηβικά τραυματικό κόβεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι έπρεπε, το παίξιμο της σκηνής του λεκέ με κοιμισμένο τον dad είναι απότομο. «Κυνηγούσες τα μεγάλα, κυνηγούσες φαντάσματα. Ό,τι ζωντανό γύρω σου, το κατέστρεψες», παραδέχεται κομβικά αυτός κάπου. Κι εδώ, η πρώτη πρόταση της ατάκας ισχύει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η δεύτερη για τον όχι ατάλαντο και πεισματάρη αλλά μονίμως ελαφρώς underachiever Κορνήλιο, στου οποίου κάθε νέα απόπειρα, πάντως, θα προσβλέπω προς διάψευση. Πρέπει να ενστερνίζεται το «I dare do all that may become a man; Who dares do more, is none» του Γουίλιαμ ο τύπος…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ανώτερο από τον συνήθη μέσο όρο για τους κουλτουριάρηδες πιστούς του ντόπιου, πολύ εσωστρεφώς και σκεπτόμενο για την πλέμπα τού απροβλημάτιστου entertainment, όχι ελκυστικό για τους κάτω των 18, ενδεχόμενο must μόνο για το σινάφι της κουίντας (ειδικά το θέσπειο). Ο υποβολέας σχόλασε.

MORE REVIEWS

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΗΛΙΟ

Μία συμμορία ληστεύει το τρένο που μεταφέρει τον Ιάπωνα πρέσβη. Ανάμεσα στη λεία βρίσκεται και ένα σπάνιο ξίφος, δώρο της Ιαπωνίας προς τον Πρόεδρο Γκραντ. Ο αρχηγός της συμμορίας, προδομένος από τον συνεργάτη του, θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τον σωματοφύλακα του πρέσβη ώστε να βρεθεί το ξίφος.

ΤΣΑΪ ΜΕ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ

Τέσσερις φίλες, τρεις 84χρονες και μια 89χρονη, συναντιούνται στο σπίτι της μίας εξ αυτών στην βρετανική εξοχή και συζητούν, αναπολούν, γελούν και συγκινούνται. Απλά, δεν πρόκειται για τέσσερις κοινές ηλικιωμένες φίλες, αλλά για τα «χρυσά κορίτσια» της βρετανικής (και παγκόσμιας) υποκριτικής!

Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ

Άρτι παραιτηθείς από την General Motors, ο Τζον ΝτεΛόριαν ανοίγει τα φτερά της δικής του εταιρείας σχεδιάζοντας το αυτοκίνητο των ονείρων του. Το project είναι ακριβό, τα χρήματα δεν φτάνουν, όμως για καλή του τύχη ο νέος του γείτονας είναι πιλότος με άκρες στην Κολομβία. Ή μήπως η τύχη του δεν είναι και τόσο καλή; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΝΕΟΙ

Στη μεταδιδακτορική Χιλή, παρέα οικογενειών ζει στην απομονωμένη φύση των πρόποδων των Άνδεων. Γονείς και παιδιά ετοιμάζονται για την μεγάλη πρωτοχρονιάτικη γιορτή, αν και για τα δεύτερα, μεγαλύτερη σημασία έχει το τέλος της εποχής της αθωότητάς τους.

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ

Γηραιός απατεωνίσκος μεταμφιέζεται σε ηλικιωμένη γυναίκα και για σκοπούς που έχουν να κάνουν με ένα πολύτιμο αντικείμενο το οποίο μοναχική εκδότρια βιβλίων έχει στην κατοχή της, πιάνει το γειτονικό της διαμέρισμα. Εκείνη στην αρχή θα συμπαθήσει την εκκεντρική γιαγιούλα, σύντομα όμως θα προκύψουν (τι άλλο…) παρεξηγήσεις.