FreeCinema

Follow us

ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΙΑ ΦΙΛΗΜΑ (2018)

(I FEEL PRETTY)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άμπι Κον, Μαρκ Σιλβερστάιν
  • ΚΑΣΤ: Έιμι Σούμερ, Μισέλ Γουίλιαμς, Ρόρι Σκόβελ, Έμιλι Ρατακόφσκι, Έιντι Μπράιαντ, Τομ Χόπερ, Λόρεν Χάτον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Νεαρή γυναίκα, που δεν αποτελεί πρότυπο εμφάνισης, επιθυμεί όσο τίποτα να γίνει όμορφη και αδύνατη, ακόμα και… ως δια μαγείας! Όταν μετά από χτύπημα στο κεφάλι θεωρεί πως η επιθυμία της έχει γίνει πραγματικότητα, αποκτά όλη την αυτοπεποίθηση που της έλειπε. Ως γνωστόν, όμως, κάθε θαύμα κρατάει μόλις τρεις μέρες.

Μετά το (ουσιαστικά) κινηματογραφικό της ντεμπούτο με το «Κατακούτελα» (2015), φάνηκε πως η Έιμι Σούμερ ίσως θα αποτελούσε το νέο σημείο αναφοράς της αμερικανικής κωμωδίας. Στα λίγα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει έκτοτε, η καριέρα της δεν έχει δικαιώσει σε τίποτα τις όποιες προσδοκίες μας, καθώς το επόμενο βήμα ήταν το (ευτυχώς) δίχως κινηματογραφική διανομή στη χώρα μας «Snatched» (2016) πλάι στην Γκόλντι Χον (μια από κάθε πλευρά θλιβερή συνύπαρξη) κι ένας άκυρος ρολάκος στο δράμα «Thank You for Your Service» (2017), που αφορούσε τα προβλήματα προσαρμογής των Αμερικανών στρατιωτών μετά το πέρας της θητείας τους. Η επιστροφή στα γνώριμά της κωμικά λημέρια με τούτο εδώ δεν ανακόπτει την καθοδική της πορεία.

Η Ρενέ Μπένετ εργάζεται στο τμήμα online παραγγελιών μεγάλης εταιρείας καλλυντικών που εδρεύει σε ένα υπόγειο της Τσάιναταουν στη Νέα Υόρκη, μέρος που ταιριάζει απόλυτα με την ευρισκόμενη υπό του μηδενός αυτοεκτίμηση της. Έχοντας, πλέον, καβαλήσει για τα καλά τα 30, ονειρεύεται την (μάλλον άπιαστη) ώρα που θα μετακομίσει στα χλιδάτα κεντρικά γραφεία ως Υπεύθυνη Γραμματείας, γνωρίζει όμως πως το παρουσιαστικό της δεν συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της θέσης, πόσω μάλλον όταν μιλάμε για έναν κολοσσό προϊόντων ομορφιάς με εντελώς συγκεκριμένα πρότυπα. Προσπαθεί μέσω της σκληρής γυμναστικής να τα προσεγγίσει κάπως, μπας και δει επιτέλους φως, μηδέν εις το πηλίκο όμως, αφού τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον αισθηματικό τομέα το μόνο που εισπράττει είναι απογοήτευση. Ο συνδυασμός της παρακολούθησης της σκηνής που ανατρέπει προς το επιθυμητό (με έναν μαγικό τρόπο) την ηλικία του ήρωα στο «Big» (1988) με μια διάσειση έπειτα από ντροπιαστική πτώση από το ποδήλατο γυμναστικής την κάνει να πιστεύει πως έχει γίνει η πιο καυτή γκόμενα της πιάτσας, γεγονός που στέκει ικανό από μόνο του να της δώσει τη σιγουριά και την αυτοκυριαρχία που της έλειπε.

Από τη στιγμή του «ατυχήματος» κι έπειτα, το φιλμ βαδίζει στα χνάρια του «Βαριά Ερωτευμένος» (2001) των αδελφών Φαρέλι, επί της ουσίας όμως απομακρύνεται αισθητά από την καθαρόαιμη, χοντροκομμένη (έστω) κωμωδία του ξεκινήματος, που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την πληθωρική εμφάνιση της Σούμερ. Αντιθέτως, μπαίνει στα νερά της ρομαντικής κομεντί, χωρίς όμως να έχει ούτε κατά διάνοια το κατάλληλο σενάριο για να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους στροφή. Η υπεροψία με την οποία η Ρενέ αρχίζει να αντιμετωπίζει τους πάντες, ακόμα και τις καλύτερές της φίλες που έχουν τα ίδια πάνω-κάτω θέματα με την ίδια, ως αποτέλεσμα της ομορφιάς που νομίζει πως έχει αποκτήσει, έρχεται ακαριαία μετά τη ζάλη από το χτύπημα του κεφαλιού της, για να δώσει μια άκρως αντιπαθητική υπόσταση στον χαρακτήρα της, ο οποίος αρχίζει να κινείται στα όρια του ρηχού σνομπισμού, υιοθετώντας με τη μία αυτά που υποτίθεται πως μέχρι τότε την ενοχλούσαν.

Φαίνεται έτσι πως η κατά τα άλλα ντροπαλή και χαμηλών τόνων Ρενέ ήταν κατά βάθος μια ανέκαθεν κακόψυχη γυναίκα, που απλά περίμενε την ευκαιρία για να εκφραστεί… αντιστοίχως, πρεσβεύοντας μια όχι και τόσο ευγενική στάση ζωής, που λέει πως αν έχεις την εμφάνιση μπορείς να κάνεις ό,τι σου γουστάρει! Οι δήθεν χαριτωμενιές τύπου συμμετοχή σε διαγωνισμό bikini προς έκπληξη του φίλου της, ο οποίος δεν μπορεί να καταλάβει από πού προκύπτει αυτή η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή της, αφού αυτός έχει μάτια και… βλέπει, μόνο τον οίκτο μπορούν να προκαλέσουν, ενώ απορίες δημιουργεί το γεγονός ότι ουδείς από τους φίλους και γνωστούς μπαίνει στον κόπο να την ενημερώσει ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πρόσωπο και τα κιλά της, παρά την πεποίθησή της για το αντίθετο.

Η διευθύντρια της εταιρείας καλλυντικών όπου εργάζεται βλέπει σε αυτήν από τη μια το καθημερινό πρόσωπο που θέλει να προβάλει στην καινούργια της καμπάνια, από την άλλη θαυμάζει το τσαγανό της, αφού η ίδια με τον τρόπο που ψελλίζει τις λέξεις λες και εισπνέει διαρκώς ήλιο, δεν μπορεί να ορθώσει με τίποτα το ανάστημά της στην ιδιοκτήτρια – γιαγιά της. Πετυχαίνει κάπως έτσι να γίνει σημαντικό γρανάζι της δουλειάς, όπως ακριβώς ήθελε πάντα, με το παράδοξο να είναι πως καλείται να παίξει το ρόλο της κοπέλας της διπλανής πόρτας, όταν η ίδια θεωρεί πως είναι… γκομενάρα.

Τη στιγμή που η εικόνα στο μυαλό της Ρενέ σχετικά με την εμφάνισή της αποκαθίσταται με έναν τρόπο παραπλήσιο αυτού με τον οποίο ξεκίνησε το μπέρδεμά της, αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ μαγεία. Όχι με την έννοια που χρησιμοποιούσε τη λέξη η Μεγκ Ράιαν στο «Άγρυπνος στο Σιάτλ» (1993), καθώς κυνηγούσε κάτι που ενδεχομένως υπήρχε μόνο στο μυαλό της, αλλά σαν αυτήν του προαναφερθέντος «Big», όπου χρησιμοποιείται ένα παρεμφερές κόλπο προκειμένου να δούμε κάτι που μόνο στο σινεμά θα μπορούσε να συμβεί. Αυτά που κάνει η Ρενέ όταν αρχίζει να πιστεύει πως μοιάζει με κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, είναι αφόρητα προβλέψιμα, κακοπαιγμένα και ανέμπνευστα. Το χειρότερο, όμως, είναι πως δεν έχουν καθόλου χιούμορ. Πράγματι, δηλαδή, καμία μαγεία εδώ!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Τρώμε στη μάπα όλο το καλοκαίρι τις ευρωπαϊκές κομεντί, αλλά και οι αμερικανικές κάθε άλλο παρά σκίζουν. Κωμωδία που πρεσβεύει πως οι σωματικές ατέλειες δεν παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο, μόνο που χρησιμοποιεί αυτές ακριβώς για να βγάλει γέλιο, καταλήγοντας σχεδόν προσβλητική προς εκείνους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι θέλει να υπερασπιστεί. Παράνοια! Αν έστω τα κατάφερνε στοιχειωδώς, μπορεί και να κάναμε τα στραβά μάτια, καθώς έχουμε τονίσει πολλάκις πως δεν απορρίπτουμε το χοντροκομμένο χιούμορ δια της ύπαρξής του και μόνο. Εδώ, όμως, μιλάμε για αστοχία ολκής. Κρίμα για την Έιμι Σούμερ, γιατί της αξίζει κάτι καλύτερο στο σινεμά.

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.