FreeCinema

Follow us

ΧΑΛΒΑΗ 5-0 (2020)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάνος Καμπίτης
  • ΚΑΣΤ: Μάρκος Σεφερλής, Ελένη Καστάνη, Γιάννης Ζουγανέλης, Γιάννης Καπετάνιος, Έλενα Τσαβαλιά, Γιώργος Αγγελόπουλος, Δημήτρης Τζουμάκης, Πηνελόπη Αναστασοπούλου, Νίκος Βουρλιώτης, Βίκυ Κάβουρα, Ναυσικά Παναγιωτακοπούλου, Ιωάννης Απέργης, Αλεξάνδρα Παναγιώταρου, Δημήτρης Σταρόβας
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Ο αστυνόμος Μπέκρας αναλαμβάνει την εξιχνίαση της δολοφονίας πλούσιου χαλβαδοβιομήχανου, με τις υποψίες να βαραίνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Καθώς τα μίση και οι ίντριγκες δυναμώνουν, ο αριθμός των νεκρών όλο και αυξάνεται! Θα μείνει κανείς ζωντανός μέχρι να βρεθεί η λύση;

Αν και σε τούτη την κριτική έχω να κάνω σαφή αρνητικά σχόλια για το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Μάρκου Σεφερλή, στο «Χαλβάη 5-0» υπάρχουν και πράγματα που ο δημοφιλέστερος Έλληνας κωμικός σήμερα ίσως δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι έχει… πετύχει! Πρωτίστως, ο Σεφερλής έχει δημιουργήσει ένα φιλμικό franchise που όμοιό του στα χρονικά του ελληνικού σινεμά έχουμε να δούμε από την εποχή των περιπετειών του πράκτορα Θου-Βου, στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ένα (έστω) πιθανό μελλοντικό sequel θα αποδείξει τούτο το «στοίχημα». Αν ρωτάς κι εμένα, την αξίζει τη συνέχεια. Γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να διορθωθούν ώστε να απογειώσουν την (επερχόμενη) cult καριέρα του… αστυνόμου Μπέκρα στη μεγάλη οθόνη. Και το αξίζει. Γιατί παρά τις αστοχίες, σε αυτήν εδώ την ταινία (από όποια σκοπιά και να το κρίνεις, την πιο «λαϊκιά» ή την πιο «διανοουμενίστικη») πέφτει γέλιο. Ηχηρό, δυνατό γέλιο.

Από την πρώτη κιόλας σκηνή του έργου, διακρίνεις μία τιμιότητα. Το εύρημα με τη «λάθος» αναλογία προοπτικής στο ξυπνητήρι του ήρωα το έχουμε ξαναδεί στις θρυλικές κωμωδίες της ομάδας των Τζιμ Έιμπραχαμς και Ντέιβιντ & Τζέρι Ζάκερ, και δηλώνει εξαρχής την πηγή έμπνευσης του «Χαλβάη 5-0», η οποία πιστοποιείται με την εμφάνιση της εικόνας του ντετέκτιβ Φρανκ Ντρέμπιν δίπλα στο κρεβάτι του αστυνόμου Μπέκρα. Ταυτόχρονα, τα βαφτίσια του κεντρικού χαρακτήρα του φιλμ δεν αποτελούν τόσο μία αναφορά στον αστυνόμο Μπέκα, τον κλασικό ήρωα μυθιστορημάτων αστυνομικής λογοτεχνίας του Γιάννη Τσιριμώκου (ή Μαρή, όπως έγινε γνωστός στο πανελλήνιο), όσο ένα homage στη διακωμώδηση εκείνου από τον Χάρρυ Κλυνν στην ταινία «Αλαλούμ» (1982). Αυτό το ξεκαθαρίζει και η πλέον θρυλική κινηματογραφική παρουσία του Μπέκα στο «Έγκλημα στα Παρασκήνια» (1960), στο οποίο ο Τίτος Βανδής δεν θυμίζει σε τίποτα (ακόμη και εμφανισιακά) την προσέγγιση του ρόλου από τους μεταγενέστερους κωμικούς.

Και ενώ σου έχει ανοίξει η όρεξη για να παρακολουθήσεις κάτι σαν τις «Τρελές Σφαίρες» (που εκτός από κινηματογραφικό franchise έχει και προϊστορία τηλεοπτικής σειράς, το αδιανόητου σουρεαλιστικού χιούμορ «Police Squad!», που μάλλον ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του, το 1982, και το «ψόφησε» η τηλεθέαση μετά από μόλις έξι επεισόδια!), με τον Σεφερλή να τρέχει στα opening credits της ταινίας σαν νέος… Βέγγος, το σενάριο και η σκηνοθεσία δεν δείχνουν διάθεση συνέπειας απέναντι σε αυτό το σκεπτικό. Ο Μπέκρας δανείζεται όλο και περισσότερα από τα γκαφατζίδικα χαρακτηριστικά του επιθεωρητή Κλουζό (του Πίτερ Σέλερς), προκαλώντας μικρές καταστροφές στο πέρασμά του, χωρίς όμως να υιοθετεί και την πραγματικά βλακώδη αχρηστία εκείνου στον τρόπο διερεύνησης της (στη προκειμένη) υπόθεσης δολοφονίας του πλούσιου χαλβαδοβιομήχανου. Τα gags στο βάθος πεδίου των κάδρων, που έκλεβαν την προσοχή του θεατή στα «Naked Gun» και προκαλούσαν ακόμη πιο έξαλλο γέλιο, εδώ απουσιάζουν ολοκληρωτικά, αν και σε πολλές περιπτώσεις κυκλοφορεί ένα κάρο κομπάρσων που έχουν μείνει κωμικά ανεκμετάλλευτοι (ο γνώστης των φιλμ με τον ντετέκτιβ Ντρέμπιν άδικα θα επεξεργάζεται με το βλέμμα το «background» της δράσης, αφού τίποτα δεν συμβαίνει εκεί…). Τουλάχιστον, ο Σεφερλής είναι ένας πραγματικός comedy writer, που μπορεί να στήσει διάλογο και να δημιουργήσει επικές ατάκες, το έχει στο λεκτικό, αλλά κάποτε χρειάζεται και να δεχτεί να σκηνοθετηθεί από γνώστες του σωματικού χιούμορ, του κωμικού timing και μιας υποκριτικής στάσης που θα ξεπεράσει την καρικατούρα. Ο Μπέκρας του μαστίζεται από επιθεωρησιακές «λύσεις» που δεν συγγενεύουν με το κινηματογραφικό «άθλημα», στο οποίο ο Σεφερλής εμφανίζεται κάπως σαν… ακροβάτης ενός τσίρκου που πηδάει στο κενό δίχως δίχτυ προστασίας από κάτω! Εδώ, λοιπόν, το δίχτυ προστασίας είναι ο σκηνοθέτης. Ο Μάνος Καμπίτης αδυνατεί να προστατεύσει και να συμμαζέψει τον ηθοποιό Σεφερλή, να αναλάβει την ευθύνη της υποκριτικής διδασκαλίας του συνόλου και να προσθέσει στο φιλμ τον απαιτούμενο ρυθμό γρηγοράδας και σπιρτάδας που απαιτεί το genre. To «Χαλβάη 5-0» πάσχει τρομερά σε ρυθμό. Και δεν εννοώ την τεράστια (για το είδος) διάρκεια, που πολύ εύκολα μπορούσε να τριμάρει κανείς κατά ένα εικοσάλεπτο (τουλάχιστον). Παραδόξως (και περιέργως), ο θεατής δεν θα αισθανθεί πως το έργο κουράζει! Υπάρχουν αστεία και μικροανατροπές της πλοκής που ανανεώνουν διαρκώς το ενδιαφέρον, ώστε να ξεχνιέσαι και να βυθίζεσαι στην αφέλεια μίας κάποιας «ένοχης απόλαυσης».

Ως γνωστόν, η «αχίλλειος πτέρνα» του Σεφερλή στη συνείδηση μεγάλης μερίδας κοινού είναι το χονδροειδές χιούμορ, εκείνο που προκαλεί ένα εγγυημένο χάχανο στους σχεδόν «γηπεδικούς» θαμώνες και φανατικούς τού Δελφιναρίου, αλλά στο κινηματογραφικό terrain κινδυνεύει να «κλωτσήσει» άσχημα. Είπαμε, ο Σεφερλής μπορεί να γράψει ατάκες ή να στήσει σκηνές που θα σε ρίξουν στα πατώματα. Εδώ και μέρες, γελάω ακόμα με το… camping στην έπαυλη (δεν θα κάνω spoiler, αλλά όταν το δεις στη μεγάλη οθόνη, θα με θυμηθείς). Κάπου δίπλα στο κωμικό ταλέντο της έμπνευσης, όμως, υπάρχει και το στερεότυπο, το «εύκολο», έως και το προσβλητικό. Η… κουτσή Μαρία λειτουργεί, το κρύο της αρκούδας όχι. Η «πολιτική ορθότητα» πάει περίπατο… ξεκαρδιστικά με τον μαύρο στην ντουλάπα ή τον Αλβανό butler, αλλά μικρές πινελιές ρατσιστικού αστεϊσμού ή βαρβάτες δόσεις σεξισμού δοκιμάζουν τα όρια του αποδεκτού. Η γυναικεία παρουσία έχει ως επί το πλείστον τα χαρακτηριστικά της «μουνάρας» με το αβυσσαλέο ντεκολτέ και τις χορταστικές καμπύλες που σε κάθε ευκαιρία μπορεί να γδύνεται για να αποκαλύπτει ακόμη περισσότερη σάρκα, όχι όμως και να ξεπερνά τη… σεμνοτυφία στην οποία σε εγκλωβίζει η καταλληλότητα του rating. Το «γυμνό» είναι μετρημένο στα πρότυπα της σεξοκωμωδίας της δεκαετίας του ’70, αλλά τα σεξιστικά λογοπαίγνια είναι ανεξέλεγκτα (ειδικά στη διόλου απαραίτητη σκηνή του τριολέ). Εδώ να προσθέσω ότι ο σχεδιασμός του χαρακτήρα του αστυνόμου Μπέκρα δεν υποστηρίζει συμπεριφορές ερωτύλου και γκομενάκια, αλλά κάθε λίγο και λιγάκι ο Σεφερλής βρίσκεται ημίγυμνος σε κρεβάτι με «αιθέρια» ύπαρξη. Καμία ισορροπία ή λογική. Από την άλλη, φυσικά και δεν λείπει το «αστείο» του gay χαρακτήρα, με τον Νίκο Βουρλιώτη να έχει ενδεχόμενες τύψεις για τον ρόλο και, με την ευκαιρία της… απουσίας ουσιαστικού σκηνοθέτη, να υποδύεται κάτι περισσότερο «εκκεντρικό» παρά «αδελφίστικο», τελικά. Πάντως, το όλο casting βγάζει μία διάθεση σοβαρότητας και καλών προθέσεων, όμως χωρίς την κατάλληλη καθοδήγηση μάλλον στράφι πηγαίνει.

Επειδή το σημείο αναφοράς του «Χαλβάη 5-0» είναι κινηματογραφοφιλικό, ευτυχώς, το φιλμ διαθέτει ουκ ολίγες στιγμές προσκυνήματος στην pop κουλτούρα που ανέθρεψε το σινεμά εδώ και δεκαετίες. Από το «Kill Bill» (εξαιρετική σεκάνς) μέχρι τις «Επικίνδυνες Αποστολές», το «Joker» και το «Βασικό Ένστικτο» (ίσως η πιο ατυχής), ο θεατής καλείται να αναγνωρίσει το «τρασάρισμα» σκηνών του αμερικανικού (κυρίως) κινηματογράφου το οποίο προκαλεί ένα σίγουρο γέλιο (εάν όντως έχει τις απαραίτητες γνώσεις για να καταλάβει τι σατιρίζεται…), ενώ έχει και η τηλεόραση της τιμητική της (σαφώς πιο αραιά). Υπάρχει ένα αδικαιολόγητο λεκτικό λάθος στην αναφορά του KITT, ενώ το αμάξι του Σεφερλή είναι μία άψογη ρέπλικα εκείνου από τους «Dukes of Hazzard», αλλά αισθάνεσαι ότι μπορείς να συγχωρέσεις πολλά όταν συνέλθεις από τα γέλια της σκηνής των πυροβολισμών στην εξοχική villa, με την κορυφαία στιγμή σουρεαλισμού που διαθέτει ολόκληρο το φιλμ (δεν ξέρω ποιον να συγχαρώ πρώτον εδώ, τον Σεφερλή ή τον ΑΝΤ1)! Η «Χαλβάη 5-0» χρειαζόταν περισσότερα τέτοια στοιχεία και αναφορές, αλλά προτιμήθηκαν τα περισσότερα… ψηφιακά εφέ και κάποια υπερβολή σε σκηνές καταστροφών και εκρήξεων που δεν κολακεύουν το σχετικό κομμάτι της παραγωγής (ας πούμε ότι στο βυτιοφόρο κάνεις λίγο τα στραβά μάτια, αλλά το θέαμα στην πτώση του ελικοπτέρου είναι τραγικό). Εδώ να τονιστεί ότι η εικόνα του φιλμ είναι αξιοπρεπέστατη (το παρακολούθησα στην τεράστια οθόνη της αίθουσας Sphera των Village, η οποία δεν «κρύβει» καμία ατέλεια…) και μακράν η πιο προσεγμένη από τερατουργήματα της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής στο είδος της κωμωδίας, τα οποία δείχνουν λες και τραβήχτηκαν από… κινητά τηλέφωνα! Διαφαίνεται ένας σεβασμός πίσω από τις κάμερες, δεν μιλάμε ούτε για βιντεΐλα ούτε και για… βιντεοκασέτα.

Σε γενικές γραμμές, αποκλείεται να μη γελάσεις στη «Χαλβάη 5-0». Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι μιλάμε για μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Γιατί βλέπεις, εξαιτίας πραγμάτων που θα μπορούσαν να έχουν διορθωθεί για να βγει ένα έπος στο πλαίσιο του είδους και της εγχώριας παραγωγής, να τρώει πολλαπλές ήττες λόγω λανθασμένων αποφάσεων σε καίρια σημεία αφήγησης, σκηνοθεσίας και δημιουργίας ένα φιλμ που σχεδιάστηκε για να γράψει Ιστορία. Ενδεχομένως να το πράξει αυτό ταμειακά, όμως τα φόντα υπήρχαν για κάτι πιο ποιοτικά εκτελεσμένο. Και διαχρονικό. Προσωπικά, εύχομαι να επιστρέψει κάποια στιγμή στο σινεμά ο αστυνόμος Μπέκρας. Έχει potential για συνέχειες. Αλλά με μία ταινία που θα απευθύνεται σε ένα πραγματικά μαζικό κοινό που αναζητά την κινηματογραφική ψυχαγωγία. Το «λαϊκό» δεν είναι απαραίτητα αυτό που πρέπει να εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «μαζικό»…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Υπάρχουν σκηνές όπου το γέλιο στην αίθουσα (θα) είναι τόσο δυνατό που (θα) δυσκολεύεσαι ν’ ακούσεις τι λένε στο έργο! Η πρώτη έφοδος του Μάρκου Σεφερλή στον κινηματογράφο έχει όλα αυτά τα… κακά που φαντάζεσαι (και έχεις συνηθίσει να τον κατηγορείς γι’ αυτά, ακόμη κι αν δεν τον έχεις παρακολουθήσει ποτέ στο παρελθόν…), αλλά περιέχει και συστατικά τα οποία «την παλεύουν» για να σου αλλάξουν τη γνώμη. Το αποτέλεσμα είναι κάπως άδικα άνισο, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, προφανώς. Θα ήθελα πολύ να δω μια ταινία που θα τολμούσε ν’ αλλάξει το αισθητήριο του μαζικού κοινού διασκέδασης, αλλά αυτό το… «crossover» δεν επιτυγχάνεται εδώ. Πιστεύω πως μπορεί, όμως. Αν υπάρχουν κότσια για να επαναληφθεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Το φανατικό κοινό του Σεφερλή θα πέσει και στα τέσσερα ακόμη και θα… ουρλιάξει εντός αιθούσης. Το πιο νεανικό κοινό θα ξηλώνει καθίσματα από τα γέλια. Εκείνο που μου… γκρίνιαξε (!) για το θετικότατο editorial που έγραψα για το ελληνικό θεατρικό ανέβασμα του μιούζικαλ «Hairspray», δεν πρόκειται να ασχοληθεί, μην φλυαρούμε. Εμένα, πάντως, η περίπτωση αυτής της ταινίας με προβλημάτισε σε σχέση με τις καλές διαθέσεις (που σίγουρα είχε ο Σεφερλής) απέναντι στην αδυναμία υλοποίησης (σαφώς εξαιτίας ανθρώπινου δυναμικού ή επιλογών). «Χαλβάη 5-1»;

MORE REVIEWS

ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΙΟΣ ΗΡΘΕ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΟΥ;

Η οικογενειακή μάζωξη για τον εορτασμό των εβδομηκοστών γενεθλίων της μαμάς παίρνει άβολη τροπή, όταν σε αυτήν καταφθάνει η ψυχολογικά ασταθής και εξαφανισμένη τα τελευταία χρόνια κόρη της.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Πρώην φίρμα του λαϊκού τραγουδιού, που τα πήρε κρανίο και τα γάμησε όλα στην Αθήνα, πλέον ζει στην επαρχία με καταχρεωμένο σκυλάδικο, γκρίνια μανούλας και παντρεμένη γκόμενα την οποία θέλει να «κλέψει». Εκείνη θα διαπράξει το τελευταίο κυριολεκτικά, αδειάζοντας 1.000.000 ευρώ από το χρηματοκιβώτιο του συζύγου της. Ο τελευταίος αναζητά το σκαστό ζευγάρι και ζητά τη βοήθεια της δικής του μανούλας…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ακόμα πληγωμένος από τον χωρισμό του με τη σύζυγό του, ο οξύθυμος και εθισμένος στο αλκοόλ Τζακ Κάνινγκχαμ δέχεται την πρόσκληση να γίνει ο προπονητής της ομάδας basketball του παλιού του σχολείου, στο οποίο ο ίδιος είχε διαπρέψει ως αθλητής και παίκτης. Θα βρει έτσι τον δρόμο για τη σωτηρία του;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΝΕΡΑ

Ένας μεγαλοδικηγόρος τα βάζει με μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες χημικών όταν συνειδητοποιεί το μέγεθος και την έκταση της περιβαλλοντικής ζημιάς που αυτή έχει προκαλέσει επί δεκαετίες.

ΦΥΓΑΜΕ

Σε ένα φανταστικό σύμπαν που θυμίζει αρκετά τη δική μας καθημερινότητα, δύο έφηβα αδέλφια… ξωτικά έχουν λιγότερο από 24 ώρες ώστε να ολοκληρώσουν ένα ξόρκι και να δουν τον νεκρό τους πατέρα για μια τελευταία φορά.