FreeCinema

Follow us

ΘΕΛΗΜΑ ΘΕΟΥ (2019)

(GRÂCE À DIEU)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρανσουά Οζόν
  • ΚΑΣΤ: Μελβίλ Πουπό, Ντενί Μενοσέ, Σουάν Αρλό, Ερίκ Καραβακά, Φρανσουά Μαρτουρέ, Ζοζιάν Μπαλασκό, Ορελιά Πετί, Μπερνάρ Βερλέ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 137'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE

Τρεις άνδρες, που στην παιδική τους ηλικία είχαν κακοποιηθεί από τον ίδιο ιερέα, αναλαμβάνουν δράση ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, στρεφόμενοι κατά της Εκκλησίας, όταν ένας εξ αυτών αντιλαμβάνεται πως ο εν λόγω παπάς εξακολουθεί να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

Υπάρχουν πολλά για τα οποία μπορεί να δικαστεί (και να καταδικαστεί…) ο Φρανσουά Οζόν, όχι όμως για έλλειψη ποικιλίας στο έργο του. Μια ματιά να ρίξει κάποιος στη φιλμογραφία του, θα δει πως απ’ όλα έχει ο μπαξές τού Γάλλου auteur. Από ψυχολογικό θρίλερ («Η Πισίνα» του 2003) και κιτσάτη λαϊκή κωμωδία («Potiche» του 2010), μέχρι μιούζικαλ εγκλήματος («8 Γυναίκες» του 2002) και δράμα εποχής («Frantz» του 2016), δημιουργώντας την αίσθηση πως (σχεδόν) δεν υπάρχει φιλμικό είδος με το οποίο να μην έχει καταπιαστεί. Όχι πάντα με επιτυχία, βέβαια, μιας και η ανισότητα του συνόλου της δουλειάς του είναι παροιμιώδης, με το πρόσημο πάντως των τελευταίων ταινιών του (πλην του έξοχου «Frantz») να είναι σίγουρα αρνητικό, με αποκορύφωμα τον απαράδεκτο «Διπλό Εραστή» (2017). Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποτελεί έκπληξη πως ο Οζόν με τούτο το νέο του φιλμ αλλάζει εντελώς γραμμή πλεύσης από τα προηγούμενα, βουτώντας τώρα στα νερά ενός καταγγελτικού συνδυασμού μυθοπλασίας και αληθινών γεγονότων εν είδει ρεπορταζιακής καταγραφής. Το περίεργο, δε, είναι πως το «Θέλημα Θεού» είναι απολύτως σοβαρό στις αποκαλυπτικές προθέσεις του εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας, με τον σκηνοθέτη να έχει βάλει εντελώς στην άκρη την ειρωνική και ενίοτε camp ματιά που τον χαρακτηρίζει.

Ο Αλεξάντρ Γκεράν (Μελβίλ Πουπό) είναι ένας ευκατάστατος σαραντάρης, πατέρας πέντε παιδιών και πιστός Καθολικός. Ανακαλύπτοντας συμπτωματικά πως ο ιερέας Πρενά που τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά είκοσι πέντε και πλέον χρόνια πριν, όταν εκείνος επέβλεπε τις δραστηριότητες των προσκόπων της ενορίας του στους οποίους ως παιδί συμμετείχε, συνεχίζει να επιτελεί το θρησκευτικό του έργο μιας και ουδείς έχει αντιληφθεί (ή καταγγείλει) τη ροπή του προς την παιδοφιλία, γνωστοποιεί το γεγονός στον Καρδινάλιο της Λυών, απαιτώντας από αυτόν να πράξει το πρέπον. Η επίσημη απάντηση της Εκκλησίας είναι αρκετά διαλλακτική και ουδέτερη, κάτι που τον κάνει να έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη στάση της, αποφασίζοντας παράλληλα να προβεί σε επίσημη καταγγελία, μολονότι το αδίκημα έχει πλέον παραγραφεί. Η σχετική έρευνα της αστυνομίας βγάζει στην επιφάνεια κι άλλα θύματα του ίδιου ιερέα από εκείνη την περίοδο, τα οποία – πρωτοστατούντος του Φρανσουά Ντεμπόρ (Ντενί Μενοσέ) – ιδρύουν οργάνωση με στόχο να βοηθήσουν όσους είχαν κακοποιηθεί εξαιτίας των παιδοφιλικών ορέξεων του Πρενά, αναγκάζοντας παράλληλα την Εκκλησία να αναγνωρίσει το έγκλημα.

Η αποσπασματική αφήγηση που ακολουθεί ο Οζόν για να περιηγηθεί στο φλέγον ζήτημα με το οποίο ασχολείται, χωρίζοντας ουσιαστικά την ταινία του σε τρεις επιμέρους ιστορίες που η κάθε μία από αυτές αφορά έναν από τους κεντρικούς ήρωές της, αφαιρεί πολλά από τη σπουδαιότητα του μηνύματός της. Ο Οζόν δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον αντίκτυπο που είχαν οι πράξεις του Πρενά στις οικογένειες των θυμάτων και τον κοινωνικό τους περίγυρο, εξετάζοντας παράλληλα (πάντα σε στενό οικογενειακό πλαίσιο) τους λόγους για τους οποίους όλα αυτά τα χρόνια τα εμπλεκόμενα θύματα ακολουθούσαν τον «νόμο της σιωπής». Ο κατακερματισμένος τρόπος εξιστόρησης, όμως, έχει σαν αποτέλεσμα το δράμα των θυμάτων να παρουσιάζεται κάπως άψυχο (με εξαίρεση την περίπτωση του χαρακτήρα που υποδύεται ο Σουάν Αρλό στο τελευταίο μέρος του φιλμ), με την προθυμία πάρα πολλών να καταθέσουν πια εναντίον της Εκκλησίας για όσα είχαν υποστεί από τον εκπρόσωπο της, να κάνει την επί χρόνια ομερτά τους να φαίνεται ακατανόητη. Ασφαλώς και αντιμετωπίζονται με σεβασμό τα θύματα από τον Οζόν (πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η δικαστική έρευνα για την υπόθεση βρίσκεται εν εξελίξει στη Γαλλία), όμως η αποκλειστική επικέντρωση σε αυτά δεν βοηθά να αποκαλυφθεί σε όλο της το μεγαλείο η υποκρισία τής απέναντι πλευράς (με εξαίρεση τη σύντομη συνέντευξη Τύπου του Καρδινάλιου της Λυών).

Φαίνεται πως οι οικογένειες των θυμάτων ντρέπονται για τα στίγματα που άφησαν στα παιδιά τους τα θλιβερά συμβάντα του παρελθόντος, επιλέγοντας τη σιωπή ως μέσο προστασίας όλων τους, δείχνοντας πως αφενός αμφέβαλλαν για το κατά πόσο μια τέτοια υπόθεση μπορεί να γίνει πιστευτή από το ποίμνιο της Καθολικής Εκκλησίας, αφετέρου δεν ήταν σίγουροι ότι μπορούσαν να διαχειριστούν την ανεπανόρθωτη απώλεια της αθωότητας των τέκνων τους. Επιμένει, όμως, ο Οζόν να επαναλαμβάνει σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης το ίδιο ευρύ δείγμα του όμοιου μοντέλου της «καλής οικογένειας» που αιφνιδιάζεται από τη χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων, έχοντας πάντα την πεποίθηση πως έκαναν το καλύτερο ώστε να διασφαλίσουν την ψυχική υγεία των παιδιών τους. Καθώς το μοτίβο της ενδοοικογενειακής «σύγκρουσης» αυτής επανέρχεται, μοιάζει εντελώς άδικο η νυν και παρελθούσα ουδετερότητα κάποιων εκ των γονιών των θυμάτων να μην διαφέρει και τόσο από την αντίστοιχη της Εκκλησίας, με τη μετωπική σύγκρουση που θα ανέβαζε τους τόνους σε ύψη (καθώς μιλάμε και για αληθινά γεγονότα) να περιορίζεται αισθητά. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με το μέγεθος της συγκάλυψης του σκανδάλου (ή και το αντίστροφο) το οποίο ο Οζόν δυσκολεύεται να αναδείξει στα επίπεδα του ανάλογου ύφους «Spotlight. Όλα στο Φως» (2016), ταινία που κατάφερνε να μεταδώσει με αληθινή ευθύνη τη σοβαρότητα των καταγγελιών της. Μάλλον (φτάνει να) τρολάρει τον… εαυτό του ο Γάλλος σκηνοθέτης, όταν σε κάδρο ενός ή δύο δευτερολέπτων εμφανίζει στο γραφείο τού αστυνομικού ντετέκτιβ που αναλαμβάνει την υπόθεση μια αφίσα του βραβευμένου με Όσκαρ φιλμ του Τομ ΜακΚάρθι! Μια δόση κυνισμού και ειρωνείας την έχει κι εδώ ο Οζόν, τελικά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, ο Φρανσουά Οζόν με το νέο του φιλμ στέκει κάπου στη μέση. Οι φανατικοί του φίλοι μπορεί και να ξαφνιαστούν από τη σοβαρότητα που επιδεικνύει εδώ, η οποία όμως (κατά τη γνώμη μου) είναι απείρως προτιμητέα από τα πρόσφατα, κινούμενα εντός ενός πιο γνώριμου δικού του ύφους, ολέθρια ατοπήματά του. Οι ενήλικοι λάτρεις τού γαλλόφωνου σινεμά μπορούν άνετα να το βάλουν στο πρόγραμμά τους. Όσοι ξέρουν τον σκηνοθέτη από τα α λα Ντε Πάλμα (μ’ έκαψες) θριλεράκια του, ας το σκεφτούν καλύτερα. Τούτο το «Θέλημα Θεού» δεν είναι ίδιο για όλους τους… πιστούς.

MORE REVIEWS

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΗΛΙΟ

Μία συμμορία ληστεύει το τρένο που μεταφέρει τον Ιάπωνα πρέσβη. Ανάμεσα στη λεία βρίσκεται και ένα σπάνιο ξίφος, δώρο της Ιαπωνίας προς τον Πρόεδρο Γκραντ. Ο αρχηγός της συμμορίας, προδομένος από τον συνεργάτη του, θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τον σωματοφύλακα του πρέσβη ώστε να βρεθεί το ξίφος.

ΤΣΑΪ ΜΕ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ

Τέσσερις φίλες, τρεις 84χρονες και μια 89χρονη, συναντιούνται στο σπίτι της μίας εξ αυτών στην βρετανική εξοχή και συζητούν, αναπολούν, γελούν και συγκινούνται. Απλά, δεν πρόκειται για τέσσερις κοινές ηλικιωμένες φίλες, αλλά για τα «χρυσά κορίτσια» της βρετανικής (και παγκόσμιας) υποκριτικής!

Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ

Άρτι παραιτηθείς από την General Motors, ο Τζον ΝτεΛόριαν ανοίγει τα φτερά της δικής του εταιρείας σχεδιάζοντας το αυτοκίνητο των ονείρων του. Το project είναι ακριβό, τα χρήματα δεν φτάνουν, όμως για καλή του τύχη ο νέος του γείτονας είναι πιλότος με άκρες στην Κολομβία. Ή μήπως η τύχη του δεν είναι και τόσο καλή; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΝΕΟΙ

Στη μεταδιδακτορική Χιλή, παρέα οικογενειών ζει στην απομονωμένη φύση των πρόποδων των Άνδεων. Γονείς και παιδιά ετοιμάζονται για την μεγάλη πρωτοχρονιάτικη γιορτή, αν και για τα δεύτερα, μεγαλύτερη σημασία έχει το τέλος της εποχής της αθωότητάς τους.

Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ

Γηραιός απατεωνίσκος μεταμφιέζεται σε ηλικιωμένη γυναίκα και για σκοπούς που έχουν να κάνουν με ένα πολύτιμο αντικείμενο το οποίο μοναχική εκδότρια βιβλίων έχει στην κατοχή της, πιάνει το γειτονικό της διαμέρισμα. Εκείνη στην αρχή θα συμπαθήσει την εκκεντρική γιαγιούλα, σύντομα όμως θα προκύψουν (τι άλλο…) παρεξηγήσεις.